Μετά από εξάντληση πολλών μηνών κι αδιάκοπες μετακινήσεις –: τη χώρα αυτή θέλω να την κατακτήσω, συλλογίστηκε ο Ρέννε, και στα μάτια του συγκράτησε τη λευκή αναλαμπή του δρόμου, την ψηλάφησε, τη σύγκρινε με τα στρώματα της ατμόσφαιρας, με τον φωτεινό περίβολο ενός σπιτιού, και πρόθυμα τότε υποδέχτηκε τη νύχτα, την ευκρινή συνέχεια του φωτός, στο ψυχρό τελείωμα εκείνης της ανοιξιάτικης μέρας.
Η κατάκτηση ολοκληρώθηκε, μουρμούρισε, πατήσαμε γερά το πόδι μας εδώ. Οι άλλοι κουβαλιούνται τώρα στα σπίτια τους εξουθενωμένοι, μες στα χρώματα, με κορδέλες κόκκινες και κίτρινες, και σημαιάκια στους επενδύτες, αλλά προς το παρόν δεν πρόκειται να μας διώξουν από εδώ. Παρ’ όλα αυτά, ό,τι συνέβη, συνέβη για πρώτη φορά. Μια ξένη γλώσσα, όλα αποπνέουν μίσος και βαδίζουν αργά στον γκρεμό. Θέλω να προχωρήσω βήμα-βήμα εδώ. Αν είναι να γίνει, τότε μόνο εδώ θα το πετύχω.
Ξεκίνησε να περπατάει· γύρω του ακτινοβολούσε η πόλη, θαρρείς όρμησε καταπάνω του, χτισμένη πάνω σε λόφους, με γέφυρες να ενώνουν τα γύρω νησιά, και στεφανωμένη με βοερό διάδημα. Οι δρόμοι της κατέληγαν σε μια κοιλάδα, αφού πρώτα διέσχιζαν τοποθεσίες, ξεχασμένες πια, που είναι στην ίδια θέση εδώ κι αιώνες. Ήταν ανηφορικά, η πόλη έμοιαζε να πέφτει από ψηλά και να βουλιάζει στα πεδινά. Τα τείχη της ξεφύτρωναν μέσα από αμπελώνες.
Στάθηκε σ’ ένα σημείο, σωριάστηκε σ’ έναν τοίχο, έκλεισε τα μάτια, κούνησε τα χέρια στον αέρα, σα να κολυμπούσε, αναγκασμένος να ομολογήσει: αγαπημένη πόλη, άσε με να σε κατακτήσω! γίνε πατρίδα μου! άσε με να σε κατοικήσω! δεν απλώνεσαι, ούτε ψηλώνεις, πολύ με κουράζουν όλα αυτά. Βρίσκεσαι τόσο νότια· στο ναό σου προσεύχονται τα βράδια, οι πέτρες του είναι λευκές, ο ουρανός γαλανός. Είσαι τόσο πλανερή στην όχθη του ανέγγιχτου, δείξε έλεος, με ωθείς κιόλας στην περιπλάνηση.
Ο Ρέννε ένιωσε δυνατός. Αιωρήθηκε πάνω από λεωφόρους, λες και γλιστρούσε στα κύματα. Προχωρούσε φτερουγίζοντας· πάνω του κουβαλούσε τις γυναίκες σα σκόνη· τις εκθρονισμένες· τι υπήρχε λοιπόν: μικρές οπές και μια τούφα χώμα στη μασχάλη. Μια ξανθιά κουνούσε πέρα-δώθε, στο ρυθμό της ανάσας της, ένα τριαντάφυλλο. Με το αίμα στο στήθος οσμιζόταν τώρα κάποιον άντρα.
Την ακολούθησε σ’ ένα καφέ. Κάθισε κι ανέπνευσε βαθιά: ναι, εδώ είναι η κοινή ζωή. Κοίταξε γύρω του: ένας άντρας έμπηγε το μαλακό του μόριο σε μια κοπέλα· ήταν θέλημα Θεού, σκέφτηκε αυτή, και ίσιωσε τα ρούχα της. Το σαγόνι ενός καθυστερημένου παιδιού, υποβοηθούμενο από δυο καμπουριαστά χέρια, ήταν απασχολημένο με μια κούπα, οι γονείς του κάθονταν δίπλα κι επιτηρούσαν. Σε όλα τα τραπέζια υπήρχαν σκεύη για φαγητό και ποτό. Ένας κύριος έκανε πρόποση· στο βλέμμα του διέκρινες την απόλυτη αφοσίωση, σε κάθε γουλιά που κατέβαζε τα πρόσωπα της γυναίκας και του παιδιού του αμέσως σοβάρευαν. Ένας άλλος αξιολογούσε αμερόληπτα μια συζήτηση. Κάποιος μάλιστα απολάμβανε τη θέα ενός πίνακα στον τοίχο. Εδώ είναι η ευτυχία, είπε ο Ρέννε μέσα του και φούσκωσε τα ρουθούνια, σα να βυθιζόταν στο νερό – βαθιά, απέραντη ευτυχία. Πάρτε με μαζί σας στην κοινότητα!
Ύψωσε τότε το βλέμμα, σα να μην ήταν ο ίδιος, αλλά κάποιος σωσίας του. Τα μάτια του πλανήθηκαν στον χώρο, όπως αυτού που ατένιζε τη ζωγραφιά στον τοίχο. Το φως στον δρόμο λιγόστευε, χωρίς αμφιβολία, κι ένα κορίτσι τραγούδαγε σκυμμένο. Οι ορέξεις μεταξύ γυναικών και στρατιωτών ήταν προφανείς, ενώ ο ταβερνιάρης έχαιρε της εκτίμησης όλων. Και φούσκωνε από περηφάνια, έτσι ψύχραιμος που παρέμενε μέσα σε τέτοια κοσμοσυρροή.
Για μια στιγμή ο Ρέννε αναθάρρεψε· κάθισε με ανακούφιση στην καρέκλα και κοίταξε γύρω του – όλοι βρίσκονταν εκεί. Τις νωπές εικόνες που κουβαλούσε πίσω απ’ το μέτωπό του τις άφησε, για να περιεργαστεί τις καλυμμένες με βελούδο κολώνες της αίθουσας. Οι μαρμάρινες πλάκες διογκώνονταν, τα πόμολα ξεπρόβαλλαν μόνα τους στον χώρο. Τα μάτια του εξέταζαν ράφια και πρεβάζια, πάσχιζαν ν’ αποτυπώσουν κάθε πτυχή κι εσοχή.
Στον τοίχο λοιπόν ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας με μια αγελάδα σε βοσκοτόπι. Μια αγελάδα σε βοσκοτόπι, σκέφτηκε, μια παχιά καστανόχρωμη αγελάδα, ουρανός και λιβάδι. Όμως οποία άφατη ευτυχία μπορεί να προκύψει από μια τέτοια εικόνα! Στέκεται εκεί, στα τέσσερα, ένα, δυο, τρία, τέσσερα πόδια, πέραν πάσης αμφιβολίας. Ορθώνει τα τέσσερα πόδια της στο γρασίδι και κοιτά τρία πρόβατα, ένα, δυο, τρία πρόβατα. Ω, οι αριθμοί, πόσο τους λατρεύω, βρίσκονται παντού, άκαμπτοι, ανέγγιχτοι, άτρωτοι, καθόλου διφορούμενοι. Θα ‘ταν γελοίο αν προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι επιλήψιμο στους αριθμούς. Κάθε φορά που ‘μαι στενοχωρημένος, μετρώ αριθμούς, σκέφτηκε ο Ρέννε, χαμογέλασε με ικανοποίηση και σηκώθηκε να φύγει.
Πάνω ψηλά ο ουρανός έλαμπε απ’ το κρυφό παιχνίδι της νύχτας. Δικά του ήταν τα σοκάκια, να τα περπατήσει, τον κολάκευε ν’ ακούει τον αντίλαλο απ’ τα βήματά του. Ένιωθε σίγουρος και συνέχισε στην ανηφόρα, με τη σκέψη ότι είναι διάτρητος, ότι είναι ολόκληρος ένας πόρος έτοιμος να βλαστήσει. Ξαφνικά αισθάνθηκε να ισοπεδώνεται απ’ το τίναγμα των χεριών ενός άντρα που τον προσπέρασε βιαστικά, προσηλωμένος, θαρρείς, σε κάποιο στόχο.
Ήρεμα και διερευνητικά περιεργάστηκε τις βιτρίνες των καταστημάτων. Στάθηκε σκεπτικός, με βλέμμα γεμάτο περιέργεια, λες και ήθελε ν’ αγοράσει κάτι. Ύστερα προχώρησε πάλι, δίχως να μοιάζει ικανοποιημένος μ’ αυτά που είδε.
Με βήμα αποφασιστικό κι έκφραση σκληρή στο πρόσωπο προσπέρασε κάποιους, συνεχίζοντας ατάραχος την περιπλάνησή του, όμως ένα ελαφρύ τρέμουλο πρόδιδε την έγνοια του για κάποιο συμβάν στη διάρκεια της μέρας, μπορεί σοβαρό, μπορεί αστείο. Σε μια μεγάλη πλατεία με πολύ κόσμο στάθηκε ξαφνικά, χτύπησε με το χέρι το μέτωπό του και κούνησε το κεφάλι: όχι, πολύ εκνευριστικό! κάτι ξέχασε λοιπόν· θυμήθηκε αυτό που ‘χε να κάνει, καθυστερημένα έστω, όμως τώρα ήταν υποχρεωμένος, παρά τις όποιες συναντήσεις της βραδιάς, να πράξει το καθήκον του χωρίς αναβολή. Δεν του έμενε άλλο απ’ το να συνεχίσει. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να γυρίσει πίσω και να τελειώσει αυτό που όφειλε.
Αναστατωμένος πήρε τον δρόμο της επιστροφής, με σκέψεις να ξεδιπλώνονται στο μυαλό του, να τον ενεργοποιούν και να τον παροτρύνουν: Ίσως μιλούσε τώρα κάποιος στο σπίτι του γι’ αυτόν, ίσως τον κορόιδευε λιγάκι, ή έλεγε χαιρέκακα: ένας κύριος κάτι ξέχασε – μπορεί να καθυστέρησε στο ραντεβού του – μπορεί να βρήκε την πόρτα κλειστή στη διάρκεια της ουβερτούρας – έπρεπε να επιστρέψει – προφανώς στο γραφείο του – ίσως ήθελε να στείλει γράμμα σε συνέταιρο – τα ξέρουμε αυτά – ναι, ναι, αυτά έχει η ζωή – μαθαίνει κανείς από μόνος του – χρειάζονται θυσίες – μόνο ψηλά το κεφάλι – ψηλά τις καρδιές – sursum corda (=άνω σχώμεν τας καρδίας) – ο έναστρος ουρανός – η θεράπαινα τάξη.
Κατόπιν μπήκε σ’ ένα κουρείο και ζήτησε να τον περιποιηθούν.
Σ’ έναν κύριο πούδραραν τον σβέρκο. Ο Ρέννε αναρωτήθηκε γιατί δεν τον πουδράρουν. Σκέφτηκε τότε. Ήταν ξανθός. Πρόκειται λοιπόν για το εξής, η αρχή του λευκού είναι ταυτόσημη με την αρχή του ξανθού. Μάλλον έχει να κάνει με την αντανάκλαση του φωτός, τρόπον τινά με τον συντελεστή διάθλασης. Μάλιστα, συντελεστής διάθλασης, πολύ καλά, κι έμεινε για λίγο σκεπτικός.
Πρέπει να είμαστε σε θέση να συνταιριάζουμε αυτά που βλέπουμε, να τα συνδέουμε με παλιότερες εμπειρίες, για να καταλήγουμε σε μια γενική θεώρηση, αυτός είναι ο τρόπος της λογικής επεξεργασίας, απ’ όσο θυμάμαι.
Δυνατός και πανέτοιμος τεντώθηκε στην καρέκλα. Ένας νεαρός ξεκίνησε να χοροπηδά γύρω του, τον άγγιζε εδώ κι εκεί, τον πούδραρε, και τέλος.
Βγήκε πάλι στον δρόμο. Μια γυναίκα περιέφερε ένα καλάθι με μπουκέτα από μενεξέδες, μαβιούς σαν απανθίσματα της νύχτας, και ορχιδέες απαλής υφής γαλαζωπές και πορτοκαλόχρωμες.
Γέλασε αυτάρεσκα, η ορχιδέα, ο ανθός της θερμής Αφρικής, ο αγαπημένος των συλλεκτών, αντικείμενο τόσων διεθνών εκθέσεων, μάλιστα, γνωρίζω καλά το θέμα, θα το συζητούσα ακόμη και μ’ έναν ειδικό.
Το βλέμμα του έπεσε πάνω στην επιγραφή ενός κτηρίου, έγραφε κάτι σαν: σφαγείο. Τώρα έπρεπε να εκφραστεί διεξοδικά για τα σφαγεία. Το σφαγείο της Δρέσδης, χτισμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’70 απ’ τον Μπάουρατ Κέλερ, σε σύγκριση μ’ αυτό εδώ, διαθέτει υπερσύγχρονες υγειονομικές εγκαταστάσεις – προς αυτή την κατεύθυνση ήταν ρηξικέλευθη η εφεύρεση του δανού Γιόχανσεν. Ήταν λοιπόν μια μέρα του Ιούνη εκείνης της αξιομνημόνευτης για τη φινλανδική επιστημονική ομάδα χρονιάς. Το πρωινό φως βρήκε τον Γιόχανσεν να περπατά στην Όστεργκαντε, και ν’ αντικρίζει δυο αγελάδες, παλιάς ράτσας απ’ τη Γιουτλάνδη – τέρμα πια μ’ αυτή την πληθώρα των γεγονότων, ξεστόμισε, και με το που το ‘πε αυτό είχε αμέσως έτοιμα τα λόγια και την απάντηση, επιπλέον είχε τις εξηγήσεις για κάποια πράγματα, πέρα από κάθε πλάνη, έτσι κατάλαβε το πρόβλημα και κατέληξε σ’ ένα συμπέρασμα που το θεώρησε επαρκές.
Μετρητές και συσκευές, ιδέες κι αναγνώριση του απαιτούμενου χώρου, όλα αυτά ήταν εναντίον του. Έγινε λοιπόν κυνηγός, ένα πλάσμα δυνατό κι αποφασιστικό. Μες στο πράσινο παλτό με τα κεράτινα κουμπιά δε δίστασε να πληροφορήσει τους περαστικούς για τα επαγγελματικά του σχέδια. Σκληρός σαν τον άνεμο και ηλιοκαμένος, και μια γερή γουλιά στο δεύτερο πρωινό γεύμα, μάλιστα κύριοι, κι άλλη μια! Σε μια μεγάλη παρέα διηγιόταν για έναν τράγο της πεντάρας και πώς άρπαξε απ’ το μάγουλο έναν άλλο τρίδυμο, και το ασημένιο του κέρατο έλαμψε στην ωμοπλάτη. Παλιότερα είχε ελέγξει και γνωματεύσει για ένα ορυχείο, θυμόταν τώρα τις ανώφελες εμπειρίες του με τα σχέδια ενός δασονόμου της περιοχής· έγνεψε στοχαστικά, κούνησε το κεφάλι κι ανασαίνοντας βαθιά απευθύνθηκε στο δριμύ πρωινό αγέρι, με σύντομα λόγια, ήταν άνθρωπος με υπόληψη, στον τομέα του έχαιρε της εμπιστοσύνης όλων, άνθρωπος που πατά γερά στη γη, με βήμα σταθερό και σωστούς τρόπους.
Όμως το παιδί του αρρώστησε βαριά· ένα ανοιξιάτικο πρωινό, το νεαρό πλάσμα! Θρήνησε μαζί με τη γυναίκα του· με τον κοντό αντίχειρα του βιοπαλαιστή έξυσε τη γενειάδα του, για να υποφέρει τον πόνο. Ένιωσε ταπεινός μπροστά στο αδιανόητο· ανίκανος να δώσει λύση σε όλα τα αινίγματα· το μυθικό στοιχείο ανυψώθηκε μέσα του, το καλό και το κακό, το δάκρυ και το αίμα.
Σιγά-σιγά ήρθε η βαθιά νύχτα και τον αγκάλιασε. Γύρω του ζωντάνεψε το δάσος. Κάτω απ’ τ’ άστρα βυθίστηκε στα βρύα μέσα σε σιγανές φωνές. Μαβί ανάμεσα στα δέντρα, στα ζώα και στο χωριό. Στο κρεβάτι τους η κρήνη: στο φωτεινό τους σπίτι οι λόφοι. Και στην ανατριχίλα του, στο τίναγμα του σώματός του, στη μέθη των ματιών του, στη μαγεία των αυτιών του: αυτός, ένας ανθός, μια συνουσία ζώων, κάτω απ’ τον ουρανό, μες στη νύχτα –
Ζαλισμένος ο Ρέννε κατέβηκε τα σκαλιά, για να βρεθεί στη σάλα όπου ακούγονταν φωνές.
Τυλιγμένη στα βέλα κάποια χόρευε, είχε φιόγκο στο στήθος κι ένα χαμόγελο στο κοραλλένιο της στόμα. Δυο άλλες χάιδευαν το σώμα τους κι ανέδιδαν ορέξεις κι αρώματα στους άντρες. Μια άλλη ξεγύμνωσε το στήθος κι έπειτα όλο της το σώμα. Και δυο άλλες που θέλανε ν’ αγαπηθούν, έβγαλαν τα δαχτυλίδια με τα βαριά πετράδια.
Ο Ρέννε ένιωσε χέρια να τον αγγίζουν στα λαγόνια, μια ορμή να τον ξαπλώνει στο πάτωμα, ένιωσε σπασμούς να συνευρεθεί και να ολοκληρωθεί, κι αίφνης στάθηκε μπροστά του μια έγγυος: σάρκα φαρδιά και βαριά, χυλώδης απ’ τους χυμούς στο στήθος και στην κοιλιά· ένα κεφάλι ισχνό και καχεκτικό, μια υγρή φυλλωσιά, ένα τοπίο αίματος, με πρηξίματα από δέρματα ζώων, καλεσμένη από κάποιο αναμφίβολο άγγιγμα.
Τότε χίμηξε πάνω σε μια, της άνοιξε τα σκέλια που μοιάζανε με τα δικά του, αφήνοντας κραυγές που μοιάζανε με τις δικές του, και συνέχισε σ’ έναν γοφό, παρακινημένος από μια αλλόκοτη καμπύλη.
Μετά ήρθε το πρωί, άλικο και θριαμβευτικό. Ο Ρέννε βάδιζε ανάμεσα σ’ ανοιξιάτικα κύματα, στη θάλασσα που απλωνόταν πέρα απ’ τα σύννεφα.
Με βλέμμα καθαρό και ξάστερο ατένισε τη νύχτα που πέρασε, και πήρε τον δρόμο για το φοινικόδασος στην άκρη της πόλης.
Η μέρα ανυψώθηκε μέσα σε μια πλημμυρίδα φωτός· η ίδια πάντα αιώνια μέρα, πάντα αυτό το άσβεστο φως.
Οι τελευταίοι δρόμοι, νεοσσοί βγαίνανε απ’ τα κελάρια· ένας καλόγερος πέρασε κάνοντας θόρυβο, ο θρίαμβος του περιεχομένου· γυναίκες, με δυσωδία από φωλιές κι ακαθαρσίες να σέρνεται πίσω τους, υποκλίνονταν με συγκατάβαση στον γείτονα. Τους ανήκαν όλοι: ο κυνηγός κι ο σακάτης, ο τεμπέλης κι ο χορευτής – όλοι πίστευαν, φανερά ή κρυφά, στους μεγάλους εγκέφαλους που γύρω τους αιωρούνται οι θεοί.
Αυτός, ο μοναχικός· γαλανός ουρανός, σιωπηλό φως. Πάνω ψηλά το λευκό σύννεφο: οι στρογγυλεμένες άκρες, η πλανώμενη φθορά.
Φύσηξε πάνω απ’ το μέτωπό του: χθες βράδυ που βγήκα έξω μου φάνηκε πως άξιζε ο κόπος. Τώρα θέλω να ξαπλώσω κάτω απ’ τη φτέρη, να λοξοκοιτάξω τους βλαστούς, ν’ αντικρίσω την πεδιάδα γύρω μου.
Οι πύλες βυθίστηκαν, τα γυάλινα σπίτια σείστηκαν, μια καταιγίδα άσβεστου φωτός διαλύθηκε μέσα σ’ έναν κρυστάλλινο θόλο – έτσι εμφανίστηκε αυτός – .
Θέλησα να κατακτήσω μια πόλη, τώρα με χαϊδεύει ένα φύλλο φοινικιάς.
Σύρθηκε μες στη χλόη: στο χορτάρι που θηλάζει νερό το μέτωπό μου, φαρδύ σαν παλάμη, και τότε προκύπτει κάτι.
Μετά από λίγο ακούστηκε ένα καμπανάκι. Οι κηπουροί πήγαν στις δουλειές τους· ο Ρέννε πήρε μια κανάτα με νερό κι έρανε τη φτέρη, τον απόγονο ενός ήλιου με ατμούς.









