Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος
Ἡ ἐμμορφιὰ ἐντὸς κρατεῖ τὸ ἦθος,
τ᾽ ἄναρχον, τὸ ἀνάλλαγον, τὸ αἰώνιο,
τὸ ἀπάτητο τοῦ θείου λόγου βύθος.
Δὲν ἔχει χρεία κύκλιο κι ὀρθογώνιο
λόγου σκουτάρι ὅπου ὁ θνητὸς ὑψώνει
σὰν ᾽μπρός του ἐφάνη ζεῦγος καταχθόνιο:
Ὁ θεριστὴς μὲ τ᾽ ἄτι ὅντες ζυγώνῃ,
φράζεται μὲ τειχιά, δόξες καὶ νόμους,
καμώνεται τὸν ἥσκιο ὅπου πετρώνει.
Τὸ κάλλος δὲ ζητάει καιροὺς καὶ χρόνους,
χύνετ᾽ ἐκ τὴν ἀείῤῥοη πρωτοκρήνη
φτάνει ὥσμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ μύριους δρόμους.
Μολεύεται ὡς κυλᾶ μὰ ὅ,τι θὰ μείνῃ,
ἀλήστου γεύσεως νέκταρ, τὸ γνωρίζει,
προσγονατίζει, ἀχόρταγη, καὶ πίνει.
Τ᾽ ὥρηον οὐδείς τοῦ Γίγνεσθαι θεσπίζει
μήτε τοῦ κεντρικοῦ πυρὸς ἡ ἑστία·
φωτόβροχο τοῦ Ἑνός τὸ πᾶν ῥαντίζει.
Ἕδρες, σχολές, κατώγια καὶ γραφεῖα
ματαίως ἱδροκοποῦν νὰ τὸ μορφώσουν
μὲ μῆτρες, μανιφέστα κι ἄλλ᾽ ἀστεῖα.
Πῶς τὴ βροχὴ νὰ λιθοπεριζώσουν,
τὸ σύγνεφο πῶς ν᾽ ἁλυσοδαμάσουν,
κάθε ἀρετὴ ἐνέχει τί νὰ ὀρθώσουν.
Ὄντα χτιστά, καίγονται ν᾽ ἀπεικάσουν
μ᾽ ἥσκιους μέσ᾽ στὸ ψυχρὸ σπηληοντουβάρι
τὰ αἰθέρια, καὶ τὸν οὐρανὸ ἀποτάσσουν.
Τὸ κάλλος δὲν μετριέται μὲ καντάρι,
μακρόθε ἀναβοσβήνει θεῖος φάρος
κι ὁρίζει στὴν ψυχὴ ποιὰ ὁδὸ νὰ πάρῃ.
Προμάντεμμα μιᾶς γῆς μὲ δίχως βάρος
καὶ πρωταυγὴ ὅπου δὲν θὰ στερνοδύσῃ,
περβόλι ἀμάραντο, φαντὸ στὸ θάῤῥος.
Θρασίμι ἐκεῖ δὲ μέλλει νὰ βαδίσῃ,
κεῖ αὐγάζει τὸ βασίλειο τῶν γενναίων,
κ᾽ εἰς κάθε ἀσχήμια ἡ πύλη εὐθύς θὰ κλείσῃ.
Εἷς νόμος κεῖ, τῶν ἀληθῶς ὡραίων,
τῶν ὄντως ὄντων, τῶν ἀεινῦν μαρμαίρουν,
τὸ ἐκμαγεῖο ἁπάντων τῶν σπουδαίων.
Ἡ τέχνη, ὅλες οἱ τέχνες, νὰ τὸ ξέρουν,
πολιτική, καλλιτεχνία ἢ ἄλλη,
τὸ κάλλος, θεῖο σπινθῆρα, ἐντός των φέρουν.
Πότε ἀγροικήθη ἀλήθεια πλέον μεγάλη
ἀπ᾽ τὴν ἀλήθεια: Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος,
κι ἂν δίχως το, ψεῦδος καὶ καρναβάλι.
Via combusta
Ζυγός, τοῦ Κρόνου ἡ δύναμις, εἰς πτῶσι ὁ Ἥλιος·
Αἰγόκερως, τοῦ Κρόνου ῥῆγα σου ἡ ἑστία·
πικρός αὐθέντης σ᾽ τῆς ψυχῆς σου τὴν πορεία,
τὸ προγενέθλιο κρῖμα, βιὸς βαρὺς κι ἀνήλιος.
Ἀπ᾽ τὰ μικρᾶτα γηρασμένος, κρόνιος, μόνος,
τοῦ Νόμου ἀείποτε τ᾽ ἄγρυπνο νιώθεις βλέμμα,
κι ὁπόταν θέλῃς ὑψωθῆ πεφτει ἄγριο πέλμα,
τὸ πρόσωπό σου κατὰ γῆς βρωμίζει ὁ πόνος.
Ὄξω ἀπ᾽ τ᾽ ἀνθρώπου τὰ μελίσσια ᾽ξωρισμένος,
ἥσκιοι σοφῶν καὶ ποιητῶν σὲ συντροφεύουν,
τὰ ἡλιόγελα σκορποῦν κ᾽ οἱ κρῆνες των στερεύουν,
μελανοχίτωνας, κορμί-ψυχή, ντυμένος.
Ἀναίτια εὐφραίνεσαι μ᾽ ἄρματα καὶ φουσσᾶτα,
κι ἀπόκρυφοι σὲ θέλγουν λόγοι καὶ μαγεῖες,
φαιοὶ ὀνειρότοποι, τοῦ Ἀλλόκοσμου ἱστορίες,
κυλοῦν τὰ βράδια μαῦρα ἐνύπνια γεμᾶτα.
Ψυχρός στὸν ἔρω, κροῦστα πάγου στὴν καρδιά σου,
στὸν ἔρω ἀμώνεις, μὲ τὸν ἔρω ἀναθαῤῥεύεις,
μὰ κι ἂν μιὰν ἄνασσ᾽ ἀβασίλευτη γυρεύῃς
Μενέ, μενέ, θεκέλ, ᾽φαρσὶν στὴ ζυγαριά σου.
Καὶ ψηλαφεῖς τὰ καστροπόρτια τοῦ θανάτου·
ποιοὶ ἀνέμοι τρῶν τὲς ἀδειανὲς πατημασιές σου,
καὶ ἂν λιμνάζῃ ἐντός των θλῖψις κ᾽ αἷμα σκέψου,
κι ἂν σὲ καταλαλῇ θρηνοῦσ᾽ αὐδὴ στοχάσου.
Πύρινος δρόμος σοῦ ᾽λαχε στὴ γῆ νὰ ὁρίσῃς
κεῖθε ὅπου μάγοι κ᾽ ἱεροφάντες, λέν, γεννιῶνται,
κι ὅλα μ᾽ ἀπάλη, δίχως τύχη, καταχτιῶνται·
τὴν κεκαυμένη ὁδὸ σοῦ ᾽μελλε νὰ βαδίσῃς.
Εἶδες τὸ σερπετὸ στὸν ἄμμο νὰ φιδίζῃ,
κ᾽ εἶδες τὸ ἀχνάρι του δεξιά-ζερβὰ πῶς πάει,
κι ὅμως, στεῤῥό, πάντα σ᾽ εὐθεῖα προχωράει·
τὸν χρόνο-φίδι μέσ᾽ στὸν βιό σου πῶς λυγίζει.
Γίνης χαλύβδινος, ᾽ρωτεύθης τὴν ἰδέα,
σεβάστης κάθ᾽ ὀρθὸ σ᾽ τοῦ αἰῶνος τὴ ᾽συλία,
οἶκο, παράδοσι, πατρίδα καὶ θρησκεία,
λάξευσες πρόσωπο, σ᾽ τοῦ δρεπανιοῦ τὴ θέα.
Ὦ Κρόνε πάτερ, δικαστὴ καὶ θεσμοθέτη,
κρόνιο παιδὶ στὰ κάτεργά σου ταξιδεύω,
τ᾽ ἄλγη, τὰ δῶρα σου, μὲ λόγο ᾽ξαντιμεύω·
ἁγνὸ παιδί, ποὺ ἀκέρηα ἀγάπη καταθέτει.
Εἰς τὸν Χρόνον
Ὁ ἔχων, ὁ εἶχεν, * ὁ ἐπιθυμῶν κι ὁ θἄχῃ
πλούτη κ᾽ ἡδονές, * γνῶσι, ἀρετὲς κι ἀγάπη,
ὀνειρεύεται· * μᾶς γελᾷς, μᾶς χλευάζεις
πρώταρχε σκληρέ. * Ἂν ὄχι δός μοι κάτι
ποὺ ἀπ᾽ τὴ φοῦχτα μου, * σκόνη, νὰ μὴ λιχνίσω…
Ζωές θὰ μετρῶ * κι ἀκάταρτος θὰ ἱππεύω
κύματα, δῖνες, * μέχρι ν᾽ ἀμμοπατήσω,
θαλασσόδαρτος, * σὲ γῆ ποὺ δὲν ᾽ξουσιάζεις.
Κόρον δ᾽ οὐχ εὗρον ὀπωπῆς
Κάποια πανώρηα λυγερὴ τὸν ἥλιον ἀγαποῦσε·
στὸ περιγιάλι ἐγδύθηκεν, ἔλυσε τὰ μαλλιά της,
πλαγιάζει, φανερώνει του τὰ ποθοθέλγητρά της.
Στάχυ ξανθό ἐχρυσάφιζε τὸ χνούδι στὸ κορμί της,
κι ὁ ἥλιος δέν ἐχόρταινε τὴν κόρη νὰ βιγλίζῃ,
κ᾽ ἐφέγγασιν οἱ ἀκτῖνες του λαμπρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ πρῶτα.










Ο Κρόνος του συγγραφέα είναι πλανήτης διακεκριμένος καθαρής νόησης.
Για όσους μπερδεύουν τα Κάππα με τα Χ, θα βρίσκουν τον χρόνο στην εστία του Κρόνου κάθε που θα διαβάζουν τα εγνωσμένα του γραπτά.
Κι αυτό που θα ταράζει η όψη στο σκουτάρι του λόγου του, είναι ότι πλουμιστά φέρει όλα τα σημάδια του πολέμου, της βίας της εποχής, πλην όμως δεν έχει γδαρθεί από κανενός εχθρού τη σπάθα.
Βλέποντας ο αντίπαλος -ο εχθρός του λόγου, η πεζότητα, η αφάνεια- την ασπίδα του Σαρρή ακάθεκτη, άθικτη, μεσούσης της χάβρας του ηλιοστασίου, καταλαβαίνει ότι, όταν η γραφίδα παύει τους εορτασμούς της 12ης μέρας του Εκατομβαιώνα, τότε αυτή αντιστρέφεται τόσο, ώστε να μοιάζει φαρμακερό δόρυ.
Όταν το δόρυ στρέφεται προς δράση γίνεται ακίδα της στιγμής, πένα λυρική, μάτι της ιστορίας, τροπαιολογία σπάνιων λαφύρων της ταπεινής ζωής μας.
Δυστυχώς, μόνος πλανήτης ο Κρόνος ατενίζοντας εκ του μακρόθεν άναρχου σύμπαντος της μάνας του της Γαίας τα γεννήματα θα βλέπει δυο μικρές φλογούλες στη Τζαλαλαμπάντ και στη Μαζάρ-ι-Σαρίφ.
Θα τις σβήνει στο δάκρυ του ο συγγραφέας Σαρρής, γνωρίζοντας πως σβήνουν τα τελευταία λόγια των ελεύθερων παστού και νταρί, κι αυτός μάρτυρας υπεράσπισης ζώσας γλώσσας της Yunan, πασχίζει να διασώσει τα άνθη των αιώνιων λωτών.
Ο Κόσμος εύοσμος αναπλάθεται, όσο υπάρχει η ελπίδα και το άστρο του Σαρρή, ανήκει σε όλους και από όλους προστατεύεται.
Τύπος γραφής αιχμηρά ιδιαίτερος, συγκινεί αναριγώντας τις κλαίουσες ιτιές.
Με Εκτίμηση
Και Αγάπη
Κ Α