Στον Λουκά
Μπήκαν στον χρόνο και μαζί του προσπεράσαν
ώρες, ημέρες, μήνες και χρονολογίες.
Έχουν ξεχάσει να θυμούνται πως ξεχάσαν
και να γυρεύουν συνεχώς δικαιολογίες.
Κι αφού περπάτησαν με πρόσωπο κρυμμένο
κι αφού στα όπλα γύρεψαν δικαιοσύνη
φτιάξαν το δίκιο τους με τ’ άδικο δεμένο
κι είδαν τ’ αστέρι στη σημαία τους να σβήνει.
Τώρα κοιτάζουνε εμάς που τους κοιτάμε
και απορούν με την δική μας απορία
καθώς ματώνουν στη σκανδάλη που πατάνε
-σ’ αυτό το «κλικ» που ξεγεννά την ιστορία.
Όσοι πληρώσανε και ξόδεψαν τα χρέη
βρήκαν απέναντί τους όλη τη γενιά τους
ήρθαν να ζήσουνε παράφορα μοιραίοι
κι ύστερα σβήνουνε σ’ ανώδυνους θανάτους.










Στα μισά του δρόμου έφθασα με τοπία μολυσμένα και
ανθρώπους που δοξάζουν τον χρηματιστή, τον πρωτοσύγκελο, τον φρούραρχο.
Καθήκον ιερό οι αξίες να αναπαραχθούν!
Τα ιδανικά να λάμψουν!
Ηθικόν ακμαιότατον! Επ’ ώμου…άρμ!
Οι αντιρρησίες θα συντρίβονται.
Τα χέρια των δημίων μου θα τα έχουν οπλίσει
ο Σάββας ο φιλόλογος, ο Διονύσης ο μουσουργός, ο Θόδωρος ο μαθηματικός, ο Σπύρος ο γυμναστής, ο Πέτρος ο γιατρός,
ο Κώστας ο μηχανικός, ο κυρ Ανδρέας ο υδραυλικός,
ο Βασίλης ο γεωργός, ο Βύρων ο ηθοποιός,
οι μητέρες οι στοργικές.
Λεωνίδας Καζάσης
Παρακαλώ όπως αποσύρετε το πρώτο σχόλιό μου, διότι ξέχασα να υπογράψω κάτω από το ποίημά μου.
Το άνωθεν κείμενό μου το αφιερώνω σε όλους τους αντιρρησίες εντός και εκτός κελλιών, που δεν μπορούν, όπως εγώ, να αναπνεύσουν – να ζήσουν μέσα στις πρόστυχες – αποτροπιαστικές συνθήκες της ιδιωτικής πρωτοβουλίας της ελεύθερης αγοράς του κέρδους των επιχειρήσεων της αλληλοεξόντωσης της μισθωτής σκλαβιάς. και βέβαια του θανάτου της τρυφερότητας του Έρωτα!
Ένας θάνατος σου αναλογεί
λίγο πριν λήξει η διορία
-για τους κοινούς θνητούς απλός
για τους άλλους ηρωικός
-τους ελάχιστους
τους γενναίους-.
Έμμα Τσιβρά