ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
οι περιστάσεις καμιά φορά
γυρίζουν και στεγνώνουν
αντικρίζουν το δρόμο με τα σπασμένα γόνατα
την αγανάκτηση σέρνουν
τη στιγμή αμείλικτη στην πόρτα
το σπίτι βάρος γίνεται στο στήθος
καπνός η τόλμη
δεμένη σ’ ένα σπάγκο
περιμένοντας το θαύμα
τέτοιες μέρες
τραγουδούσε ένα ταγκό
ΑΣΥΧΑΣΤΟ
ο λύκος της μνήμης
διαβάζει τις στιγμές στα σκοτάδια
λιθοβολεί την έχθρα γελώντας
με ψυχραιμία στα νύχια κι ακίνητο μάτι
κουνάω το κεφάλι όταν τον πιστεύω
είμαστε εδώ νεκροί της ώρας μου λέει
και χάνεται μπροστά
δεν άφησα νεκρό για νεκρό
που να μη ρώτησα
αν λέει αλήθεια.
ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ
η τσέπη μου κήπος χωμάτινος
τον ποτίζω με αίμα ντυμένη τρελή
γεννημένη χειμώνα
δεν προσμένω ν’ ανθίσει τίποτα
μαύρισε η αρρώστια στα μαλλιά μου
και το μαρτύριο ολάνοιχτο
τι περιμένεις πως θα βρεις
παιδικά θραύσματα
να τα λευκαίνουν τα σκουλήκια
ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
κεντάω
την ελευθερία με θάνατο
και συνεχίζω τα βράδια
να κρεμάω τραγούδια
απʼ τα παράθυρα
δε δέχομαι το φονικό της Κυριακής
μόνο η καμπάνα του κόσμου
κάνει
μια σκέψη πραγματική











Στο ποίημα “ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ” αποδίδεται τέλεια η φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, το κάθε είδους φθινόπωρο!