`

Ήταν ακριβώς η βραδιά που του είχαν φέρει τις τελευταίες διορθώσεις – μια απʼ τις τελευταίες βραδιές του καλοκαιριού: ο ήλιος είχε δύσει, όλος δόξα, και τα παράθυρα των μακρινών σπιτιών έφεγγαν ακόμα, φλογερά, σα σιωπηλές πυρκαϊές.
Το δωμάτιο, τώρα, κολυμπούσε όλο σε μια θολή, μελαγχολικήν ατμοσφαίρα.
Πέρα, ένα κοπάδι αρνιά περνούσε.
Ήταν ακουμπισμένος στο παράθυρο, με το μέτωπο και τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, και κοίταζε όξω• η αναπνοή του θάμπωνε το γυαλί, και είχε τα μάτια επίμονα βυθισμένα μακριά…
Μες στο δωμάτιο, απάνω στο γραφείο, ήταν απλωμένες προσεχτικά οι τελευταίες διορθώσεις του βιβλίου – ένα μάτσο χαρτιά, νωπά και υγρά, φερμένα απʼ το τυπογραφείο.
Ο υπηρέτης μπήκε κι έφερε τη λάμπα με το μεγάλο αμπαζούρ και την άφησε αριστερά, απάνω στο γραφείο, ύστερα έκλεισε την πόρτα, στις μύτες των ποδιών.
Τότε γύρισε μέσα, κάθισε πάλι μπροστά στο γραφείο, κι άρχισε να εργάζεται.
Το ρολόι χτύπησε εφτά και μισή• ο ουρανός ακόμα ήταν καθαρός, και τα πρώτα άστρα έσκαζαν εδώ εκεί, ξαφνικά• σʼ ένα τέταρτο, όλʼ οι αστερισμοί είχαν φανεί – μια Μεγάλη Άρκτος γερμένη λοξά, μες στα βαθυκύανα πλάτη, μια Λύρα με σχήμα ρόμβου, ένας Κύκνος σταυρός – ένα πλήθος χρυσά γεωμετρικά συμπλέγματα, σιωπηλά και μυστηριώδη. Ο ουρανός είχε γεμίσει άστρα. Μια υγρασία διαπεραστική ανέβαινε απʼ τον κήπο, σα μια μακρινή φθινοπωρινή ανατριχίλα• δυο μέρες στη σειρά έβρεχε και μόλις απόψε ο ουρανός, προς τη δύση, είχε ανοίξει μαγικά, σα σκηνογραφία θεάτρου που αλλάζει…

***

Από μικρό παιδί έδειχνε μιαν εξαιρετική πρωιμότητα, και μια τέτοιαν καθαρή τάσην ιδεολογίας και μυστικισμού, που οι γονείς του είχαν τρομάξει και τον είχαν κλείσει έναν καιρό σε μια σχολήν ιερατική – σιγά σιγά, όμως, αυτές οι πρώτες υστερικές τάσεις υποχωρούσαν σε μιαν έντονη διανοητικότητα, ένα πνεύμα διεισδυτικό, βαθύ και στοχαστικό, που, ακονιζόμενο αδιάκοπα κι εκλεπτυνόμενο από τη μελέτη, άρχιζε να παίρνει καθαρά το δρόμο της μεγαλοφυΐας.
Το πλατύ του μέτωπο, με δυο μεγάλους όγκους μπροστά, ακουμπισμένο απάνω σε σταχτιά πράσινα μάτια, εξαιρετικώς διαυγή, γαλήνια και μεγάλα, σαν ήσυχες λίμνες, στεφανωμένο από πάνω μʼ ένα κύμα μαύρων μαλλιών, που κατρακυλούσαν λοξά, σα μπουκέτο, θύμιζε το ατάραχο, σιωπηλό και θεϊκό μέτωπο του Γκέτε, του Γκέτε της τελευταίας εποχής, όπως μας τον δείχνουν κάποια πορτρέτα, ή, ίσως, το μέτωπο του Μπετόβεν.
Μια μύτη λεπτή, ηδονική, παλλόμενη στην κάθε συγκίνηση, από αδιόρατες ανησυχίες, σαν κάποιων ευαίσθητων ζώων, δυο χείλη παχιά και σαρκώδη• κι όλο το πρόσωπο τελείωνε σʼ ένα πολύ κανονικό πηγούνι ανασυρμένο, που θύμιζε την υπερτάτην ευγένεια και την πλαστικήν ομορφιά του πηγουνιού του Όσκαρ Γουάιλντ.
Όχι πολύ ψηλός, μέτριος, πάντα λεπτά ντυμένος, είχε γνωρίσει βαθιά τη ζωή, όχι μόνο μες στα βιβλία, αλλά κατεβαίνοντας όλα τα κοινωνικά σκαλοπάτια, μʼ ένα είδος πολυψυχίας κι αισθαντικότητος πρωτοφανούς, όλος αντιφατικές επιθυμίες, κι απάνω απʼ όλα, μια διαβολικήν εξυπνάδα – ο χαριτωμένος έκφυλος μαζί και φευγαλέος κι απροσδιόριστος τύπος της τωρινής ζωής…

***

Το έργο του αυτό ήταν – να πούμε – ένα μοναδικό απόσταγμα φιλοσοφίας και διαισθήσεως• στηριγμένο σʼ όλες τις θετικές βάσεις της επιστήμης, ως τις πιο φευγαλέες ιδεολογίες, είχʼ ένα ύφος απλό, αθώο και βαθύ• μιλούσε για τα υπερκόσμια, μʼ έναν έτσι καταπληκτικά αποκαλυπτικό τρόπο, που πίστευε κανένας πως ο θάνατος, αυτή τη φορά, είχε δεχτεί νʼ αποκαλύψει, μες σε διαδοχικές αστραπιαίες εκλάμψεις, τʼ απόρρητά του.
Ήταν ένα έργο σοφό και μεθυσμένο, με χάσματα, με διακοπές, με αντιφάσεις, και όμως πειθαρχημένο από μιαν ακλόνητη λογική, και συντεθειμένο, έτσι μεθοδικά, που μπορούσε να παρθεί σα μια σελίδα αλγεβρική, και μέσα απʼ όλα, και παραπάνω απʼ όλα, περνούσεν ο ίλιγγος του Αγνώστου, κάτι σα γλυκοχάραμα Ανυπαρξίας, μια γαλανή αυγή του υπερπέραν• ήταν, ακριβώς, το ποίημα, η ιδεολογία, η απολογία, και, σχεδόν, η νοσταλγία του θανάτου! Θύμιζε κάποιες αλλόκοτες αισιόδοξες φιλοσοφίες, που τις έκοβαν αγωνιώδη ερωτηματικά – και πάλι ξαναγύριζε απότομα σʼ ένα πρόβλημα σκοτεινό και το άγγιζε όσο πιο λεπτά μπορούσε, και, με μια γραμμή, το πρόβλημα είχε λυθεί και ταχτοποιηθεί και δεν εμπόδιζε πια το δρόμο της σκέψεως, αλλά τη δυνάμωνε ίσα ίσα και την έκανε πιο τολμηρή και διαυγή και την άφηνε με χαρά να υψωθεί πιο τρελά. Είχε σελίδες απρόοπτες, γοερές, που βογκούσε ο υστερισμός και η διαστροφή, σα μια καλπάζουσα παραφροσύνη – κι έξαφνα όλα σταματούσαν, κόπαζαν σʼ ένα φαεινόν ήλιο γλυκιάς ευφροσύνης, υφασμένης με τα λεπτότερα και πιο ασύλληπτα και πιο ανέκφραστα άνθη του νου…
Το βιβλίο αυτό ήταν προορισμένο να φέρει έναν νέο τόνο, τον πιο μεγάλο, στην ιστορία της ψυχής. Δέκα χρόνια της ζωής του ήταν εκεί, δέκα χρόνια επίμονα, σκληρά, ηδονικά και ηρωικά…
Κι αυτό το βιβλίο της Τέχνης, αυτός ο λυρικός διθύραμβος του Θανάτου, αυτή η λαμπρή Αποκάλυψις της Ευτυχίας, της Αθανασίας και του Μηδενός, ήταν εκεί, ανοιχτό στο γραφείο του, κάτω στο φως της λάμπας – και σε δυο εβδομάδες έμελλε να ιδεί το φως!…
Έκλεισε πάλι τα μάτια, άναψʼ ένα τσιγάρο, κι έσκυψε στις διορθώσεις• η μηχανική εργασία, να σβήνει ένα τ και να βάνει ένα σ, να βγάνει ένα κόμμα διπλό ή μια τελεία βαλμένη χωρίς νόημα, του ξεκούραζε άπειρα το μυαλό.
Χτύπησε το κουδούνι. Ήρθʼ ο υπηρέτης.
– Είνʼ έτοιμο το φαΐ;
– Μάλιστα, κύριε.
– Καλά. Φέρε μου να φάω.
Σηκώθηκε, πήγε στην τραπεζαρία, και κάθισε μόνος, με τα μεγάλα του μάτια αφαιρεμένα, λιγάκι ωχρός.
Έχωσε την πετσέτα μες στο γελέκο, κι άρχισε να τρώει. Σʼ όλο το διάστημα του φαγιού δεν είπε λέξη・ μόνο μια φορά ρώτησε «Με ζήτησε κανένας;». Ύστερα χάιδεψε τη γάτα του, σιωπηλά.

***

Τώρα ο ουρανός ήταν βαθύς σα θάλασσα και, μες στο χάος, τʼ άστρα κολυμπούσαν, χαμένα, σα χρυσές βαρκούλες… Οι μυρουδιές του κήπου ανέβαιναν λαχταριστές – και πιο πολύ απʼ όλες η μυρουδιά της μουσκεμένης γης… Ήταν μεσάνυχτα περασμένα.
Μακριά, κελαηδούσʼ ένα αηδόνι…
Πήγε πάλι στο παράθυρο. Ησυχία…
Συλλογίστη στο βιβλίο τʼ όνομά του, τη Δόξα. Αύριο ίσως θα ήταν ένας Μέγας, ένας Ήρως. Έκλεισε τα μάτια του… Ένα όραμα περνούσε απʼ το νου του… Ένα ρίγος, μια λαχτάρα… Ύστερα τʼ άνοιξε πάλι. Τʼ άστρα έλαμπαν καθαρά – σα διαμάντια.
Ξαναπήγε τότε στο γραφείο του. Έτσι, τυχαία, είδε κάπου γραμμένη με κόκκινο μολύβι τη λέξη: ΘΑΝΑΤΟΣ. Σταμάτησε. Άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε το πιστόλι και το εξέτασε με προσοχή: Θάνατος! Μια σιδερένια τρύπα, ένα στόμιο μικρό: Θάνατος!
ΘΑΝΑΤΟΣ!… Τίποτʼ άλλο…
………..
… Άξαφνα, ένα κομμάτι φεγγαριού έπεσε εκεί, στον τοίχο. Το φεγγάρι έβγαινε τώρα απʼ την ανατολή, πλατύ, στρογγυλό, καθαρό.
Ένα μικρό συννεφάκι το ακολουθούσε δίπλα και προσπαθούσε σαν να το φτάσει.
Στο τέλος κουράστηκε κι άρχισε να σκορπάει σιγά σιγά. Το κοίταξε ωσότου χάθηκε. Το μυαλό του είχε μια γονιμότητα εξαιρετική.
Πήρε την πένα κι έγραψε: Θάνατος…
…………
Σιγά σιγά, η λέξη μεγάλωνε στα μάτια του, άπλωνε, γιόμισε το δωμάτιο• θυμήθηκε μιαν αγάπη παλιά…
…
Το ρολόι χτυπούσε τρεις το πρωί… Κάπου αρχινούσε να χαράζει…

***

Έμεινʼ έτσι ακίνητος. Η σιωπή ήταν απόλυτη…
Έπειτα, έγειρε ανάσκελα στην καρέκλα, κοίταξε όλα τα πράματα, ένα προς ένα, μισόκλεισε τα μάτια, σα να ήθελε να κοιμηθεί, χαμογέλασε προς κάτι τι μακρινό και παίρνοντας μαλακά το πιστόλι στο χέρι – δίχως να ξέρει ακριβώς το γιατί – τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

`

******************************************************

`

Πηγές:
Εφημερίδα «Έθνος» φ.19.10.1919
Περιοδικό «Μικροφιλολογικά» (τχ. 38, φθινόπωρο 2015, σ.28-32) ΕΔΩ
Ιστολόγιο Νίκου Σαραντάκου ΕΔΩ
Βιογραφικά στοιχεία για τον Ν.Λαπαθιώτη ΕΔΩ
Ποιήματα του Ν.Λ ΕΔΩ

`

***********************************************************

`

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ανήκει κι αυτός στους ποιητές με μικρό μεν ποιητικό έργο, αλλά πολύ σημαντικό. Τα ποιήματα που τύπωσε ήταν λίγα, αλλά η δημόσια παρουσία του με κριτικά κείμενα, διηγήματα κλπ ήταν έντονη. Τα τελευταία χρόνια συχνά ανακαλύπτονται νέα αθησαύριστα κείμενά του. Ένα από αυτά είναι και το παραπάνω διήγημα που δημοσιεύτηκε στο «Έθνος» (19.10.1919, σ.1) υπό τη βινιέτα «Φιλολογική στήλη» και βλέπουμε να εμφανίζεται για ακόμη μία φορά το θέμα της αυτοκτονίας. Το διήγημα εντοπίστηκε από τον Τραϊανό Μάνο και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μικροφιλολογικά» (τχ.38, φθινόπωρο 2015, σ.28-32). Η δημοσίευση δεν έγινε με πραγματικό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο Baron Letruc de Montfonon και ο ίδιος προτίμησε να εμφανιστεί ως μεταφραστής του με τα αρχικά Ν.Λ, στο τέλος του κειμένου. Από τη δημοσίευση του κ. Μάνου μαθαίνουμε επίσης ότι με το ίδιο ψευδώνυμο στην ίδια εφημερίδα είχε δημοσιεύσει άλλα 3 κείμενα, ενώ όπως είναι ήδη γνωστό με το ψευδώνυμο Montfonon (σκέτο) έχει δημοσιεύσει αρκετά κείμενά του στο «Έθνος» την περίοδο 1920-1924.