Της Ξένιας της άρεσε η οδήγηση. Ένιωθε ωραία όταν οδηγούσε, ένα πέταγμα! Καθώς το αυτοκίνητό της άφηνε πίσω του την Άμφισσα και σκαρφάλωνε στην πλαγιά, κάθε τόσο ανοίγονταν στα μάτια της η θέα στο ήμερο τοπίο του ελαιώνα: μια γκριζοπράσινη θάλασσα. Μετά οι στροφές την έριχναν πάλι στην σκιά.
Είχε σκοπό να ξεκινήσει πιο νωρίς, αλλά η δουλειά στον συνεταιρισμό για την διευθύντρια του λογιστηρίου δεν τελειώνει ποτέ. Όταν, πολύ νέα, την προσέλαβαν σαν βοηθό λογιστή ένιωθε σαν να είχαν εκπληρωθεί τα όνειρά της. Τώρα, στα πενήντα της, αισθάνονταν ασφυξία. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Αυτή ήταν η δουλειά της και είχε γίνει σιγά-σιγά και η ταυτότητά της. Μια ταυτότητα που την απεχθάνονταν και εδώ και λίγο καιρό, είχε πάρει την απόφαση πως έπρεπε επειγόντως να την αλλάξει. Λίγο πριν φύγει αναλογίστηκε αν ήταν σωστό να πάει στην συνάντηση με άδεια χέρια. Ίσως να την περίμενε με κάποιο δωράκι και γιʼ αυτό, καλού-κακού,έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ, δίπλα στο σακ-βουαγιάζ και έναν τενεκέ λάδι του συνεταιρισμού.
Το αυτοκίνητο χώθηκε στα βουνά. Το τοπίο εναλλάσσονταν: χαράδρες, λοφοπλαγιές, μικρά οροπέδια και πάλι απʼ την αρχή. Με τον ίδιο τρόπο εναλλάσσονταν και οι σκέψεις της: Χαράδρες, ο νους της πήγαινε στη μάνα της που είχε φύγει το περασμένο καλοκαίρι. Λοφοπλαγιές, η απόφαση που πήρε να αποκτήσει και αυτή, επιτέλους, έναν σύντροφο πριν την πάρει για τα καλά η κατηφόρα. Μόλις που προλάβαινε.Κατηφόρα, μα τι διάολο πήγαινε να κάνει; Τι φαεινή ήταν κιʼ εκείνη να πάει στο γραφείο συνοικεσίων! Μα εκεί στην Άμφισσα, κλειστή κοινωνία, η παρέα της ήταν όλο κιʼ όλο οι κοπέλες του λογιστηρίου. Ανηφόρα: ένας να της ταιριάζει δεν βρέθηκε ποτέ στον δρόμο της. Δυο-τρεις γνωριμίες στο παρελθόν της είχαν αφήσει πικρή γεύση.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Μαύριζαν και οι σκέψεις της. Τι σόι άνθρωπος να ʽταν άραγε αυτός που πήγαινε να συναντήσει; Στην φωτογραφία φαίνονταν συμπαθητικός. Μα τι φωτογραφία θα έβαζε; Καμμιά αποτυχημένη; Το ήξερε εξʼ άλλου και από το μαρτύριο το δικό της που είχε τραβήξει μέχρι να αποκτήσει τις φωτογραφίες τις κατάλληλες για την περίσταση. Δεν είχε καθόλου φωτογένεια και που να βρει καμμιά φωτογραφία της προκοπής ανάμεσα στις σχετικά πρόσφατές. Μην έστελνε και καμμιά από το γυμνάσιο… Χαμογέλασε με την σκέψη. Έτσι είχε αναγκαστεί να πάει στο στούντιο. Και πάλι ιδρώσανε με τον φωτογράφο μέχρι να πετύχουνε καναδυό. Ας είναι καλά και το φωτοσόπ. Αναστέναξε βαθιά καθώς η σκέψη της πήγε πάλι στον άγνωστο εφοριακό που πήγαινε να γνωρίσει για να σμίξει μαζί του. Τα φώτα ενός αυτοκινήτου από απέναντι έπεσαν για μια στιγμή στο πρόσωπό της και το φώτισαν. Τουλάχιστον είχαν σπουδάσει οικονομικά και οι δυο τους. Αν αυτό θεωρείται προσόν για μια σχέση. Ύστερα βυθίστηκε ξανά στο σκοτάδι. Μα κιʼ αυτός ο χριστιανός αν ήθελε να κάνει οικογένεια όπως ισχυρίζονταν, δεν βρήκε καμμιά να βολευτεί μέχρι τα πενήνταεφτά! Αν δεν κρύβει και χρόνια! Μήπως έχει κανένα κουσούρι;
Η θέα προ τη Λαμία, τον κάμπο και την θάλασσα άνοιξε μπροστά της μισοφωτισμένη από το ύστατο φως της μέρας που έφευγε. Πήρε μιαν ανάσα. «Μη μασάς, Ξένια», έδωσε κουράγιο στον εαυτό της. «Να δεις που θα είναι μια χαρά παιδί! Θα γνωριστείτε, θα τον συμπαθήσεις, θα δει τι άνθρωπος μάλαμα είσαι και όλα θα πάνε κατʼ ευχήν. Μήπως θάναι ο πρώτος ή ο τελευταίος πετυχημένος γάμος με συνοικέσιο.
Είχε νυχτώσει πια για τα καλά. Βγήκε στην εθνική και ανέπτυξε ταχύτητα. Το σκοτεινό της πρόσωπο το φώτιζαν κάθε τόσο οι λάμπες του δρόμου. Σαν αναλαμπές στην σκοτεινή της διάθεση. Η συνάντηση με τον λεγάμενο είχε προγραμματιστεί για την επόμενη μέρα. Το γραφείο τους είχε κλείσει δωμάτια σε ένα ξενώνα στη Βυζίτσα, ένα γραφικό χωριό στο Πήλιο. «Χάθηκε η Αράχωβα;» αναρωτήθηκε η Ξένια. «Σε μισή ωρίτσα θα είχα φτάσει. Φαίνεται θα παίρνουν προμήθεια.» Όλα της βρωμούσαν. Λίγο πιο κάτω βγήκε από την εθνική και κατευθύνθηκε προς τον Βόλο. Το σκαμπανεύασμα στο άθλιο δρόμο γεμάτο λακούβες και καμπούρες, σα κύματα, της ανακάτεψε τα σωθικά. Μα σε μια στροφή η πόλη εμφανίστηκε πάμφωτη στα μάτια της σα δώρο. Μπαίνοντας είδε την θάλασσα στα δεξιά της και πήρε τον παραθαλάσσιο δρόμο. Εστιατόρια, ταβερνάκια από τη μια,τα κοτεράκια να λικνίζονται στον μώλο από την άλλη και κόσμος πολύς να απολαμβάνει τον περίπατο στην παραλία. Η καρδιά της άνοιξε. «Θα κανονίσω να ʽρθούμε με τα κορίτσια…» σκέφτηκε τις φίλες της πίσω στην Άμφισσα που την είχαν γεμίσει ευχές πριν αναχωρήσει και περίμεναν με αγωνία τα αποτελέσματα του “απονενοημένου διαβήματός” της.
Η πόλη έμεινε πίσω της. Το τζι-πι-ές την οδήγησε σε ένα δρόμο που περνούσε κάθε τόσο μέσα από χωριά. Κάπου-κάπου, στο μισοσκόταδο, έβλεπε και την θάλασσα. Μα όταν άρχισε να ανηφορίζει ξανά σʼ ένα δρόμο γεμάτο στροφές που διέσχιζε έναν θεοσκότεινο ελαιώνα η ψυχή της γέμισε πάλι άγχος. «Να δεις που θα με απορρίψει,» σκέφτηκε. «Τι να λιμπιστεί ο άνθρωπος από μένα;! μια επαρχιώτισσα! Το πνεύμα μου ή τα κάλη μου;» Και εκείνη την ώρα δεν είχε στάλα πνεύμα, ούτε καν πνοή. Δυο ματάκια για μια στιγμή λάμψανε στο φως που έστελναν οι φάροι της στον δρόμο και αμέσως μετά είδε την φουντωτή ουρά της αλεπούς που μετά από έναν στιγμιαίο δισταγμό πήδηξε ανάμεσα στους θάμνους και χάθηκε στη νύχτα. Το αγριμάκι γέμισε την ψυχή της πάλι με κουράγιο.
«Φθάσατε στον προορισμό σας. Ο προορισμός σας βρίσκεται στο δεξί σας χέρι.» ανακοίνωσε με επισημότητα το τζι-πι-ές. Πάτησε φρένο, σταμάτησε και έσβησε τη μηχανή. Στο βάθος διακρίνονταν ένα ψηλό αρχοντικό σα πύργος. Πάγωσε. Λίγο πιο πέρα φαινόταν μια διεύρυνση του δρόμου, σα πλατεία. Έβαλε πάλι μπρος και προχώρησε προς τα ʽκει. Μια εκκλησία της έφερε στο μυαλό εικόνες γάμου, ανθοδέσμες, κουφέτα, ρύζια. Ο γαμπρός ήταν μια σκιά, μια σκιά απειλητική. Άναψε το ραδιόφωνο για να διώξει τις σκέψεις της μακριά και η φωνή του Ζαμπέτα γέμισε τον χώρο με σαρκασμό: «ο πενηντάρης, ο πενηντάρης, είναι ο νέος της εποχής, κυκλοφοράει σαν εικοσάρης κιʼ είναι ωραίος σαν εραστής.» Φρίκιασε. Έβαλε την πρώτη ταχύτητα και έκανε μια κλειστή επιτόπια στροφή στην έρημη πλατεία. Κόντεψε να πατήσει έναν σκύλο ξαπλωμένο στην μαύρη άσφαλτο που πετάχτηκε αλαφιασμένος. Μετά προχώρησε προς την κατηφόρα και τράβηξε πίσω, για την Άμφισσα.