Σκαντζόχοιρος και γάτες

Σκαντζόχοιρος, ο νυχτερινός μας επισκέπτης και φίλος
μεσ’ στα λουλούδια και στα χόρτα,κοντά στην βρύση.
Κοντά μας και γύρω μας οι γάτες της γειτονιάς
απ’ τις οποίες μία πολιτογραφήθηκε ως του σπιτιού
και νιώθει ότι είναι του σπιτιού
και ζηλεύει τις άλλες ,
αλλά είναι η πιο δειλή γάτα.
Από πάνω τ’ αστέρια μάς ψιθυρίζουν .

Γι’ αυτή την τόσο δειλή γάτα
που όχι μόνο όταν βλέπει σκύλους ,
αλλά και όταν της θυμώνει μια κιτρινοκαφέ γάτα,
σκαρφαλώνει στη μουριά ή στην λεύκα…
Ε, λοιπόν είδα αυτήν την τόσο δειλή γάτα μας,
να κυνηγάει ένα μεγαλούτσικο σκυλάκι,
όταν αυτό όρμησε στα γατάκια της.
Τι θάρρος δίνει και σε μια φοβητσιάρα γάτα
η μητρική αγάπη!!!

Σαράντα έξι χρόνια μετά

Τρίτη 24 Μαρτίου σήμερα
κι ανοίγοντας το λεξικό τής ΠΡΩΙΑΣ ,
βλέπω σε μια σελίδα Κωνσταντίνος Ιωαννίδης Στ΄
και δίπλα Δευτέρα 24 Μαρτίου 1969.
Σαν σήμερα! Περάσανε σαράντα έξι χρόνια ακριβώς.

Την φοβισμένη σκέψη μου ο χρόνος λαχανιάζει.
Το άγνωστο σαν γρίφος καταφθάνει.
Πέφτουν κομμάτια τού σοβά από τους τοίχους .
Σκουριάζουν μνήμες απ’ την υγρασία .

Στην ερημιά όλα ομορφαίνουν

Στην ερημιά όλα ομορφαίνουν.
Ένα κομμάτι φύλλο παλιάς εφημερίδας
μ’ ενδιαφέρον το διαβάζεις.
Και η τομάτα πιο γλυκειά μαζί με το μπαγιάτικο ψωμί,
μέσα στο ρέμα.
Σ’ ένα βαθύ τσανάκι μέσα το γιαούρτι διαλυμένο με νερό
και θρίβει μέσα του ο παππούς μπαγιάτικο ψωμί.
Με τα κουτάλια τρώμε με όρεξη.
Και το καρπούζι δίπλα μέσ’ στο νερό του ρέματος
και η γυαλιστερή τομάτα με την ψίχα της,γλυκειά.
Ωραίες μυρωδιές , γεύσεις υπέροχες με απλά υλικά.
Είτε σε δέντρο αποκάτω , δίπλα ή μέσα στο χωράφι
να φάμε και να ξαποστάσουμε λιγάκι,
να ξεδιψάσουμε από της στάμνας το νερό το δροσερό.

Το κάρο με τα σκουπίδια

Περνάει το κάρο από την αγορά κι από τα σπίτια του Παρανεστίου.
(Και είμαι μαθητής της Β΄Γυμνασίου).
Μαζεύει τα σκουπίδια
κι έπειτα τα αδειάζει ο πατέρας μου κοντά στο ρέμα,
λίγο πιο κάτω απ’ την γέφυρα της “γραμμής”.
Λίγο πιο πάνω απ’ την γέφυρα , είναι μια άλλη γέφυρα
και η πύλη του Στρατοπέδου Λοχαγού Πανταζοπούλου,
του 517 Τάγματος Πεζικού,
όπου εμείς (οι μαθητές) γνωρίζουμε όλους τους αλφαμίτες
και κουβεντιάζουμε μαζί τους.

Σημ. “Γραμμή” λέγαμε τον σιδερόδρομο

Σούρουπο και χιόνιζε

Σούρουπο,γκρίζος ουρανός και χιόνιζε.
Μεγάλες νιφάδες κατέβαιναν αργά
μεσ’ στην απόλυτη ησυχία τού χωριού.
Ακούστηκε η καμπάνα τού εσπερινού.

Γέροι και γριες σε μισοσκότεινα στασίδια
και ο παπ’ Αναστάσης με τους ψάλτες
ψέλνουν και διαβάζουνε στο λίγο φως.
Έξω ρίχνει αδιάκοπα το χιόνι ο ουρανός.

Σημ. Στην α΄στροφή οι 3 στίχοι ειναι για το
χιόνι και ο τελ. για την εκκλησία.Στη β΄στροφή,αντίθετα,
οι 3 στίχοι είναι για την εκκλησία και ο τελ. για το χιόνι.

Σπίτι με λαμαρινένια στέγη

Σπίτι με λαμαρινένια στέγη και ο βοριάς επίμονος,
να προσπαθεί να ξεκαρφώσει λαμαρίνες από τα χοντρά δοκάρια.
Στο πάνω βορινό δωμάτιο βάζουμε δυο μπακίρια,
να πέφτουν μέσα τους οι στάλες της βροχής.
Στρώματα και παπλώματα μια στοίβα στο μικρό δωμάτιο,
που είχαν μέσα των προβάτων μας μαλλί.

Τα ντουβάρια του στα πάνω τα δωμάτια ,
είναι μονότουβλα μου λέει η θεία μου η Σοφία.
Δέματα με καπνά πασταλιασμένα μένουνε απούλητα,
γιατί αργούνε οι μεσίτες , για να σπάσουν την τιμή.
Κι όταν μένανε σε μας ένα τσούρμο συγγενείς ,
τότε εγώ κι ο αδερφός μου σʼ ένα στρώμα καταγής.