`
ΤΑ ΕΝΘΕΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
Και να πεις ότι κατάφερα ποτέ μου να σε κάνω ποίημα;
Αρχίζω με μια ιδέα των ματιών σου και τότε ξεπροβάλουν τα χείλη σου κεράσια. Κι όσο για τα γλυπτά τα στήθια σου ζητούν πηλό να πλάσω με το ποίημα. Γι αυτό η διήγησή σου είναι σαν γύψος ρευστός που πάντα χύνεται σε όλα τα κενά του αδειανού χαρτιού, ένας τοκετός που μου αρέσει μα και με πονά. Τι είσαι στο βάθος σκέφτομαι, πώς να σε κάνω ολόκληρη ένα ποίημα όταν μια συλλογή της ομορφιάς ζει επάνω σου σαν πίνακας του Ρέμπραντ.
Έτσι κάπως αρχίζει το ποίημα…ανάγλυφη, ναι, με αλλεπάλληλα πεδία, γλυπτό πάθους και τα μπράτσα σου βιολιά, κι έπειτα γίνεται άλλο πράγμα πιο μικρό μιμητικό της αντανάκλασής σου.
`
*
ΣΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ
Ένας άνδρας περασμένα τα πενήντα
μπροστά στον καθρέπτη
στο σαλόνι του σπιτιού του.
-Είμαι μάχιμος ακόμη, αδηφάγε χρόνε…
Τα χείλια μου κρύβουν δόντια λύκου
μα και τρυφεράδα χελιδονοφωλιάς
και στο ανάκλιντρο της κοιλιάς σου
μωρό μου και λύκαινά μου,
τρελαίνονται, τρελαίνονται…
`
*
ΤΟΞΟΒΟΛΟΣ
Στα σεντόνια ένα σπαθί πεντακάθαρο ένα κατσίκι από μπρούντζο, ένα ντουφέκι κουρασμένο δίπλα στο κρεβάτι και στο τζάκι μες τις γαλάζιες φλόγες να βρέχει αμμουδερή η απουσία.
Αχ…δες τα δάχτυλά μου πως στεφανώνουν τα στήθη σου πως με σαντάλια βουλιάζω στην άμμο τρέχοντας σε εσένα, πως η νύχτα χύνει δάκρυα και λάσπη γεμίζει την καρδιά μου.
Ένας ολυμπιονίκης εγώ, γίνομαι συνέχεια με τον δικό σου τρόπο, τοξοβόλος ανάμεσα στα μπούτια σου, άλλο να μη κάνω παρά να ροκανίζω το πέπλο κάθε νύχτας.
Και γινόμουν πουλί,
-πόσο αθώο πουλί-
σαν φώλιαζα νωχελικά
στα άχραντα βυζιά σου.
`
*
ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΗ ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ
Άκου πως διαβαίνει η συμπιεσμένη κομψότητα!
Πόδι χταπόδι στην άκρη των ίσκιων ροκανίζει καλουπωμένο τον δρόμο με χτύπους αρσενικής καρδιάς, αναμοχλεύει πόθους και ηδονές σωριάζοντας αδιάκοπα καταγής κοχλάζουσες ορμόνες.
Το πόδι και η φωλιά και τα δάχτυλα συμπιεσμένος πόνος μέσα στην κομψότητα, μαχαίρι δίκοπο που κόβει δάχτυλα σε κάθε βήμα και το πέλμα ματωμένο ύψος, πόδι ψευδές απογειούμενο που κολυμπά σε ταραγμένη γη κι όταν το τακούνι βγει στο βάθος της ημέρας, ένα ζεστό αχ! στα χείλη τα χειλάκια τα σφιγμένα και η γη αμμουδερή αγκαλιά.
`
*
ΓΥΝΑΙΚΑ-ΠΡΟΣΜΟΝΗ
Αυτή η γυναίκα που τίκτει έρωτα,
με χέρια ανοικτά να προσμένουν,
σαν φλόγα στο σκοτάδι κυρίαρχη,
χέρια ανυψούμενα που καλούν ηδονή,
μια πύλη ορθάνοικτη που ανοίγει περάσματα,
αυτή η γυναίκα από διαφανές κρύσταλλο,
τα σωθικά της προσμονής ανοίγει διάπλατα,
ένα λευκό άγαλμα είναι,
που αναπαριστά την θεϊκή πλάση της σάρκας,
Γέννηση, ζωή, θάνατος,
όλα τα εμπεριέχει, τα εκπνέει και τα ανατρέπει
τα διαπερνά τα υψώνει και τα διασπείρει
και όλα μέσα στο είναι μου σηματοδοτεί
στην ακατάληπτη του έρωτα προσμονή.
ΙΙ.
Ήταν συναίσθημα αυτό που έλιωσες
σαν γέρικο κόκαλο λευκό,
που έκανε ασκήσεις αναμονής
ασκήσεις πλησιάσματος
ώσπου…κάποια σου λέξη-παλάμη
η λέξη της παντοτινής φυγής
επιταχύνθηκε
και μαζί της έσβησε την υπεραξία
ακόμη και των πληβείων ονείρων μου.
`
*
ΕΛΕΝΗ
Αλαβάστρινη πάλλονταν
κι ότι είχε με άγγιζε
Ώσπου κάποια μέρα ήρθε στη ζωή μου.
Μούπε :
«δεν είσαι ο Δούρειος ίππος μου»
Έγειρα στα ερείπια της Τροίας
αποκαμωμένος από την τόση προσμονή
υπόγραψα την απρόσμενη απόρριψη
και βγήκα από το ξύλινο κουφάρι.
-Ελένη, Ελένη αλαβάστρινη,
ότι στο κάθε λίκνισμα κέρωνε τη μιλιά μου
σαΐτα και οχιά έχυσε στις φλέβες μου φαρμάκι
τόσες φουρτουνιασμένες θάλασσες η προσμονή
και όταν στην Τροία έφτασα
πόσα τα νεκροπούλια της απόρριψης,
φώλιαζαν στα μαλλιά σου.
`
*
«Θητεία»
Kάτι μας ενοχλούσε σε αυτή την επιθυμία
για αυτά τα ανοιχτά τα σκέλια.
Ερχόταν και κούρνιαζε στο νου
θεόρατη αυτή η σύγχυση.
Μας τυραννούσε…
Να είχαν και πρόσωπο αυτά τα σκέλια;
Δεν μας άφηναν να κοιτάμε πάνω,
μόνο κάτω και πιο κάτω,
στα τρύπια σανίδια,
στα σκονισμένα άρβυλα
και στα αποτσίγαρα στο πάτωμα.
Δεν είχαν πρόσωπο αυτά τα σκέλια.
Μόνο δυο μάγουλα στα οπίσθια,
που πάντα σμίγουν και μένουν αγέλαστα,
ραμμένα χείλη,
μπροστά στον πόθο και την σύγχυση
του άοπλου στρατιώτη.
`
*
ΤΑΥΤΙΣΕΙΣ
Ένας κήπος αυτή η αγκαλιά.
Μέσα του λιώνουν όλες οι αντιθέσεις.
Έτσι οι γαρδένιες και οι στηθόδεσμοι
μεταπλάθονται σε παγιδευμένους πόθους
και όσο για τις ταχύτητες του βίου
παγιδεύονται και αυτές
στο βιασμό του βραδινού φωτός
σε αυτή,
του παραδείσου την γυμνή αγκάλη.











Ιδρύουν συλλόγους
εναντίον του πόνου,
εναντίον της κλοπής,
εναντίον της απάτης,
κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους
να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.
Αν θέλεις να εξηγήσεις ότι εικάζω
Αν θέλεις να καταλάβεις
Να θυμάσαι ότι η κάθε λογική ερμηνεία είναι αμφίβολη
και η αποκρυπτογράφηση δεν είναι μέσα στις προθέσεις μου.
Να θυμάσαι ότι πρέπει να κατέβεις μια σκοτεινή σκάλα
που βγάζει σε υποσυνείδητα τοπία χωρίς διακόσμηση
χωρίς καμιά πρόθεση σκόπιμης προπαγάνδας
καμία αίσθηση αυθεντίας.
Αντίθετα είναι τοπία με μούσκουλα πυγμάχου
Καυκάσια πανύψηλα όρη
Με σκυλιά που τα φωνάζω θεούς
τοπία σεισμογενή που ισορροπούν επάνω τους αμφιβολίες
και παντού μάτια άγρυπνα που δακρύζουν λάβα
ευαίσθητα αυτιά μουσικού
που και τον ήχο του πυρετού συλλαμβάνουν
και από πάνω από τις χαράδρες τους
τα ορνιθοσκαλίσματά μου
αταξία που λεηλατεί την κάθε ερμηνεία της λογικής
γιατί έτσι είναι ο κόσμος από μέσα.
,,,
ποιητής όχι, φίλος ναι, από την άποψη ότι μας έχουν συντροφεύσει ποιητικές θύελλες και απανεμιές.
Γράφεις ανεξίτηλα στη ψυχή μου ! Έξοχος