`
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ
Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. “Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε”!
―”Kαλησπερούδια αφεντικά”, -“Πώς τα καλοπερνάτε”;
Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, -αχ, εκείνος ο Tριβέλας!-
έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.
Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!
* Σημείωση: Ο Γιάννης Ζουγανέλης, ενημερώνει στο οπισθόφυλλο του δίσκου, πως βάζοντας την προσωπική του άποψη, άλλαξε τον πρότελευταίο στίχο της τελευταίας στροφής σε: “Είναι η θέλησή σου λίγη, κι όχι ο πόνος σου μεγάλος.”
`
*
ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ
Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.
Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά!
Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.
Μουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτη
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη – Στράτη.
Κατάχαμ’ αρετή, μυαλό και νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα.
Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το δάσκαλο Γληνό.
Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ’ τη μοίρα αυτός,
κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νευρικός απ’ την αηδία.
Μαζί μας, τελευταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.
Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η λευτεριά και τα χασίσια.
Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,
και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,
μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!
Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.
Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να `ρθει ο εξορισμένος απ’ τα ξένα,
να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.
`
*
ΧΡΥΣΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
Βουνά και θάλασσα χρυσά
κι’ οι μέσα κόσμοι, ο αγέρας που φυσά.
Χρυσομήνας, χρυσάνθια, χρυσοπώρες,
χρυσές κι’ απ’ την αυγή ως τα δυσμά οι ώρες.
Τράβ’ ανοιχτά στον Παρνασσό. Φαντάσου
τη Μούσα να πορεύεται κοντά σου.
Πιες το νερό τ’ αθάνατο στη βρύση.
Θα βγει ο Λοξίας να σε καλωσορίσει,
να στεφανώσει τα χρυσά μαλλιά σου:
-«Νιάτα και γεια και πρώτε στη δουλιά σου,
βλογημένε απ’ τη Μοίρα και την Πλάση,
δεν μπόρεσε η Κακία να σε χαλάσει!».
«Με τα φτερά κατάκορφα σηκώσου,
το κάθε ψήλος τ’ ουρανού δικό σου.
Στην πιο ΄μορφη πατρίδα όμορφα ζήσε,
της Ομορφιάς ο πλαστουργός εσύ ΄σαι»!
Μαύρο φως, λάσπη γύρα, σκλάβα γνώμη
κι’ ούτε Μάνα-Πατρίδα κι’ ούτε Νόμοι
κι’ ούτε Ομορφιά κι’ Αλήθεια κι’ Αρετή.
Τα πάντα λεία του ξένου Πειρατή.
Ξύπνα Λαέ, κι’ όλ’ οι Λαοί μετά σου,
να καθαρίσεις τα καθάρματά σου!
Τότε μονάχα θα ΄ναι αληθινά
κατάχρυσα ήλιος, θάλασσα, βουνά!
Τότε θα ΄χεις πατρίδα, θα ΄χεις δίκιο,
θα ΄χεις γνώμη και λόγο κι’ αίμ’ αντρίκιο.
Κι’ όλα δικά σου κι’ όχι των Ολίγων!
Όλα των δουλευτάδων, των κολλήγων!
********************************************************
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ισιδώρα Σιδέρη -Της Εξορίας
Αφροδίτη Μάνου- Θα Γεννηθώ Ξανά
Γιάννης Ζουγανέλης- Ο Κωνσταντής
Ισιδώρα Σιδέρη- Λευτεριά
Αφροδίτη Μάνου, Ισιδώρα Σιδέρη, Γιάννης Ζουγανέλης- Άγνωστος Ήρως
Αφροδίτη Μάνου- Ο Οδηγητής
Ισιδώρα Σιδέρη- Στυλίτης
Αφροδίτη Μάνου- Τέρμα
Ισιδώρα Σιδέρη, Αφροδίτη Μάνου- Χορός Ωκεανίδων
Ισιδώρα Σιδέρη- Χρυσή Πατρίδα
`
Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης










