Δυο πέτρες
Κυλάει στον κήπο ο καιρός.
Αδιάκοπα δουλεύουν τα μυρμήγκια.
Οι γαιοσκώληκες τρυπούν τον χρόνο.
Βουβό εργοτάξιο το περιβόλι…
Όταν στο γρασίδι αγκαλιαζόμαστε,
μʼ αγγίζουν τα χέρια σου .
Εγώ χέρια δεν έχω, σε φιλώ.
Τότε – φαντάζομαι πως είμαστε δυο πέτρες-
μάρτυρες μισοκρυμμένοι στη λάσπη
Τα τζιτζίκια αφήνουν πατημασιές στις πλάτες .
Στη βροχή αργά στρογγυλεύουμε.
Πρασινίζουμε.
Μπλεκόμαστε με το πυκνό χορτάρι.
Δίπλα-δίπλα, ολοένα βυθιζόμαστε στο έδαφος.
Μικραίνουμε.
Χαιρετάμε τα σκουλήκια που μας γνέφουν.
Αύριο χώμα, εσύ κι εγώ,
αγκαλιά
για τους δροσερούς βλαστούς της χλόης.
Γάτος
Γαντζώθηκε η ζωή μας στο ξημέρωμα.
Χτες η αγάπη δεν ήταν αρκετή.
Ο ήλιος βγήκε ακριβώς μια ώρα.
Πώς να ζεστάνεις δυο ολόκληρα κορμιά;
Πώς να φωτίσεις ένα σπίτι;
Σήμερα από νωρίς ο γάτος είναι στο μπαλκόνι,
νιαουρίζει ο χαζός στις αλκυονίδες.
Λες έτσι να ʽρχεται το φως;
Να του φωνάζεις πρέπει;
Να χαϊδεύεσαι σαν γάτος στις αχτίδες;
Στον έρωτα λοιπόν γουργουρίζω.
Σε κρύα πόδια τυλίγω την ουρά
από τα λόγια:
μʼ αγαπάς, σε σκέφτομαι, μου λείπεις…
Στην αγκαλιά που απλώνεσαι μπήκε πρώιμη άνοιξη.
Βλέπεις; Μυρίζεις; Γεύεσαι;
Είμαι εγώ εσύ
στην αφή χαλάρωσε
ένα μικρό ζώο
γρατζουνάει το σκοτάδι.
Πατάει στην κοιλιά στο κεφάλι σου
Ξύπνα, ξημέρωσε!
Τα χρόνια
Βρέθηκα τυχαία στο κατάστημα.Έξω περνούσε διαδήλωση. Άργησα. Θα περιμένει μόνη.
Πέντε ώρες δοκιμάζω πουκάμισα.
(Η πωλήτρια φορά παράξενο άρωμα. Χαμογελά)
-Θα αγοράσω ένα λευκό. Πόσο κοστίζει;
-Πενήντα κύριε.
Μόνο πενήντα. Ύφασμα και μυρωδιά.
Μακάρι να ‘ταν έτσι όμορφη η Μαρία. Ολόλευκη. Σαν το πανί. Θα περιμένει.
Ίσωςδεν περιμένει πια. Ίσως τελικά να είναι πέντε χρόνια. Όλο αυτό τον καιρό δοκιμάζω πουκάμισα.
Χαζεύω μέσα απ’ τη βιτρίνα διαδηλώσεις:
Λαόςενωμένος!
Liberté!
HeyRassist! Die welt Koennte so schoensein OHNE DICH!
Έξω όλοι οι στρατοί! Ειρήνη!
-Πάμε να φάμε έξω καμιά μέρα. Αυτή η κουζίνα μού πλακώνει τα όνειρα.
-Μαρία, αχ, να ‘ξερες τι γίνεται στους δρόμους…Να φυλαγόμαστε είναι φρόνιμο νομίζω. Μα , τέλος πάντων, πάμε όταν γυρίσω…
Θα περιμένει νηστική , θα ‘χουνε θαμπώσει τα μαλλιά της.
Στην άσφαλτο φωτιές , τρέχουν φαντάροι.
Κι αυτό το τζάμι όλο και μαυρίζει.
Καπνίσαμε- θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα
Ωραία κρατούσες το τσιγάρο και ο καπνός γλιστρούσε -κλέφτης- μες τη νύχτα.
Τρύπησε τα πνευμόνια μας Μαρία. Στο στήθος έπηξε πέτρα ο αέρας.
Πάμε να φάμε έξω καμιά μέρα. Αυτή η ζωή πλακώνει τα όνειρα.
θα φορέσω άσπρο πουκάμισο, σημαία.
Πάμε. Σαν φίλοι έστω. Θα ‘χουμε ξανά πολλά να πούμε:
Πώς τις ζωές μας ζήσαμε, συνήθειες, αλήθειες…
θ’ ανάψουμε μετά κι ένα τσιγάρο και θα τ’ αφήσουμε να καίει στο τασάκι.
Στάχτη , Μαρία, γκρίζαραν τα χρόνια…
==========================================
«Σιωπή»
Δεν είναι που λείπεις
είναι που έχω μια αγάπη όλη δική μου.
Ανοίγω τα χέρια να χωρέσει.
Ξεχειλίζει, πέφτει στο πάτωμα.
Τεντώνω τα πόδια μήπως τη φτάσω.
Κουράζονται οι γάμπες.
Την τεμαχίζω, τη χαρίζω εδώ κι εκεί,
λίγη -λίγη να φεύγει απ’ τα χέρια.
Μα τα κομμάτια αποκτούν εσοχές-προεξοχές
ζητούν το ταίρι τους.
Δεν είναι που λείπεις,
είναι που δεν μπορώ πια να γράψω
-δυο τρεις γραμμές θα ήταν διέξοδος.
Το πάτωμα σιγά-σιγά πλημμύρισε.
Κολυμπάνε μέρες, έπιπλα, χαρτιά ,
μισοσβησμένα γράμματα …
Αλήθεια, δεν πειράζει που έφυγες,
πειράζει που οι λέξεις μικρύνανε.
Σιωπή.
Η αγάπη μεγαλώνει….
Κι εγώ λοιπόν θα γράφω μόνο για έρωτα
Κι εγώ λοιπόν θα γράφω μόνο για έρωτα.
Όλα, άλλωστε, γεννιούνται από το δύο.
Ο παράδεισος, ο πόλεμος.
Δεν ξέρω αν ερμηνεύω την Ιστορία σωστά…
Γιʼ αυτό λοιπόν για έρωτα μόνο θα γράφω.
Για τ’ απαλά τα χείλια και τα στήθη,
που έγιναν φρούτα, λουλούδια , πουλιά.
Σ’ εφτά μέρες έφτιαξαν την Εδέμ.
Δύο ζευγάρια χέρια
με χάδια έχτισαν τον κόσμο.
Με γρατζουνιές το αίμα ανακάλυψαν.
Το κόκκινο, το απαγορευμένο.
Ύστερα η πτώση
η κίτρινη χορεύτρια, η ξυλοφάγα φλόγα
η ιστορία του ζυγού.
( Η επιμέλεια των ποιημάτων έγινε από την Κέλη Δασκαλά)










