Ο Μάκης ο Ριμάκιας ρίμαρε μέχρι την τελευταία του ανάσα, ενώ ξεψυχούσε στην πτέρυγα των οροθετικών του νοσοκομείου Πανάγιος Τάφος, μόνο που αυτή τη φορά κανείς δεν κατάλαβε το κρυμμένο μεγαλείο στους ψιθυριστούς στίχους του. Το παιδικό του παρατσούκλι ήταν Μέγιστος, κι αυτό εξαιτίας του αξιοπρόσεκτου μεγέθους της πούτσας του. Στη διάρκεια της σύντομης ζωής του δε σταμάτησε στιγμή να καυχιέται για το πουλί του, μάλιστα το ονόμαζε κολακευτικά: το κελαηδόνι μου. Δεν έχανε επίσης την ευκαιρία να εκθέτει το εκ γενετής τρόπαιό του σε συμμαθητές, συγγενείς, φίλους και σε κάθε ενδιαφερόμενο. Στην τελευταία τάξη του δημοτικού ξεκινά την ερωτική του ζωή, αρχικά με τις χούφτες του, και στη συνέχεια με τις χούφτες άλλων, ξεκάθαρο σημάδι πως η μαλακία αποτελεί ένδειξη υγιούς σχέσης με το σώμα του, ακόμα κι αν κάποιες φορές το παράκανε, αφού έφτανε να πυροβολεί μέχρι και δέκα φορές τη μέρα. Όταν παραδεχόταν δημόσια τις επιδόσεις του, δίκαια του καταλόγιζαν οι άλλοι: «Ρε Μάκη, δεν είναι πουλί αυτό που έχεις, αλλά επαναληπτική καραμπίνα!»
Αυτά ως την τελευταία τάξη του λυκείου. Λίγο πριν δώσει εξετάσεις στη σχολή δημοσιογραφίας, δοκίμασε τους πρωκτικούς καημούς και έμεινε κατενθουσιασμένος. Ήταν ο φόρτος του διαβάσματος, οι μονότονες χειρολαβές… τα πειράματα σεξουαλικής έρευνας όφειλαν να συνεχιστούν σε διαφορετικά πεδία, όπως και έγινε, με διάρκεια και συνέπεια. Γύρω στα τριάντα του βρέθηκε να συζεί με τραβεστί. Ποιος ξέρει… ξαναθυμήθηκε το μητρικό θηλασμό; Εκείνη την εποχή πάντως ξεκινά να δημοσιεύει ρίμες και άλλα μικρά κείμενα για την κατάσταση της ανθρωπότητας και τη δικιά του, ενώ δούλευε παράλληλα σε μεγάλο δημοσιογραφικό οργανισμό, έτσι είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε κόσμους με πολλά ναρκωτικά και παρτούζες.
«Με υπομονή κι επιμονή/ο κώλος μου θα γίνει μνι» ήταν η αγαπημένη του ρίμα σε ερωτικές συνευρέσεις. Μάλλον πρέπει να ήταν και η απαρχή της ενασχόλησής του με τον έμμετρο λόγο. Σκάρωνε ατάκες για διαφημίσεις, δημοσίευε ποιητικές συλλογές, έγραφε για βάρδους του παρελθόντος, μέχρι που καθηλώθηκε σαν τον Σεβαστιανό από ορούς και ενέσεις. Αιτία ήταν μια αμαρτία, ο έρωτας που τον πρωτοχτύπησε για τα πλαστικά βυζιά και τα λέιζερ αποτρίχωσης. Το όνομα της αιτίας ήταν Τζίτζι.
Η Τζίτζι λοιπόν κάποια στιγμή, παίρνοντας το ρόλο της μεταλλαγμένης Διοτίμας, του εξήγησε: «Άκου μωρό μου, ένας είναι ο ήρωας για μας, ο Αθανάσιος Διάκος. Ξέρεις δα πως πέθανε… σουβλιστός, καύλα μέχρι θανάτου. Ψάχνεις ακόμα για σύμβολα, γι’ αυτό γράφεις τις παπαριές σου; Αν κάτι είχες βρει ως τώρα, δεν θα ‘ψαχνες άλλο. Πάλι καλά που μπορείς και με συντηρείς… νταντά σου όμως δε θα γίνω, κοίτα να με ξεχάσεις, εγώ δεν αρρώστησα, θα φύγω σύντομα… θυμήσου να με ξεχάσεις…»
Τελευταία ο Μάκης ο Ριμάκιας τα ξέχασε όλα. Όλα εκτός απ’ τις ρίμες του. Ποσώς τον ενδιέφεραν πια τα τρίτα φύλα, τα σύμφωνα συμβίωσης και τα φωνήεντα οργασμών. Προετοιμαζόταν για το θάνατο, ναι, δεν ήταν βλάκας. Μια μέρα πριν από την ύστατη ρίμα του συζητούσε μ’ ένα κοριτσάκι στο διάδρομο του τμήματος των καρκινοπαθών του νοσοκομείου Πανάγιος Τάφος.
«Αύριο πάλι, θα μου πεις μια ιστορία;» τον ρώτησε το κοριτσάκι.
«Ναι, αύριο…» απάντησε αυτός.