Poema visual de Joan Brossa (1919-1998) concebido en 1970 y realizado en 1978/Οπτικό ποίημα του Joan Brossa (1919-1998) εμπνευσμένο το 1970 και πραγματοποιημένο το 1978


Α΄. Εντός εκτός κι επί τʼ αυτά του … Τείχους

#16

Αργόσυρτοι «συνετοί οικογενειάρχες» μπλοκάρουν τις εισόδους/εξόδους στην άφιξη/αναχώρηση των περήφανων ιπτάμενων συντρόφων. Οι «κυρίες» τους έχουν ανοιχτό ολημερίς το μαγαζί της ασυδοσίας των ζώων. Ένας απερίγραπτος κανιβαλισμός απάτριδος προδοσίας. Συντονισμένοι στου Μαμωνά την ξενική λατρεία περιπλέκουν, απείθαρχοι και φασαριόζοι, την ευλάβεια του όρκου, βωμού και θυσιαστηρίου της απόλυτης ελευθερίας των αδέκαστων ποιητών του κοσμικού χάους.

#17

Ένα παροδικό χαμόγελο φορεμένο μόνιμα και εορταστικά σε άκρατα καταναλωτικές οδοντοστοιχίες, λάμποντας την υποβόσκουσα τρέλα της ανθρωποφαγίας. Ακατάσχετες ομιλίες αορίστου χρόνου, όπως οι βολεμένες εργασιακές σχέσεις/συμβάσεις, πέφτουν στο κενό αναγκαστικών συνευρέσεων. Η κοινωνικοποίηση, πλέον, έχει τη μορφή άμορφων συγχύσεων, ενώ η ελλειμματική προσοχή θριαμβεύει των εντυπώσεων. Οι μάσκες δεν έπεσαν ακόμη, προσαρμόζονται διαρκώς κι ανά περίσταση στην επικράτεια της ανήκεστης αμνησίας: μακριά πολύ μακριά, δυστυχώς, από τον Άνθρωπο.

#18

Η πειθήνια υποταγή της πόλεως/νήσου/γυναίκας στην υπηρεσία των ανέντιμων «είναι» το βοηθητικό τους, αλίμονο, το ρήμα. Οι ανάρμοστοι ξενιστές έχουν, εκ νέου, εγκαθιδρύσει τα πορνικά εμπορεία τους στο πρόσφορο σώμα της. Άψυχη κι άκαρδη, εκ γενετής, συμπληρώνει το εξακολουθητικό πλιάτσικο των αφανών νταβατζήδων/μαστροπών/προαγωγών της. Από την εποχή της αναδύσεως, οι Ύπουλοι, έβρισκαν πάντοτε την πρόθυμη ιθαγενή εταίρα που -με το πρόσχημα της νομίμου αριστοκρατικής αντιπροσώπου- μαγείρευε στο υπερπολυτελές μπορντέλο της την ηδονιστική περιήγηση των απεσταλμένων κατασκόπων/πρακτόρων.

Β΄. Οι αναβαθμίδες των υπεκφυγών

#16

Πρώτα, με την Ελευθερία της η Ποίηση, απʼ όλα. Κι η Κύπρος «πικρός» αναγραμματίζοντας, ανορθογραφώντας κι εκ νέου τονίζοντας προφέρεται• θάνατο ανασαίνοντας και διασυρμό θαμμένων οστών.

#17

Γυναίκα με καρδιά αγκινάρας ροκανίζει στις πρόστυχες επαφές της τις μεταπτώσεις των καιρικών φαινομένων του Θεού των ζωντανών. Ό,τι, ίσως, της αποκαλύπτεται καταλήγει στα λύματα του νεροχύτη μιας υπηρέτριας απʼ την Ασία. Ένα ελεεινό σουρωτήρι, με το βλέμμα διαρκώς νʼ αναζητεί, τριγύρω, την επόμενη κίνηση μιας προαναγγελθείσας απάτης στο θέρετρο/φέρετρο της προδοσίας τού ανδρείκελου βίου της.

#18

Ένα Ιερό Υβρεολόγιο, σταλμένο από τα έγκατα του στόνου, αναγγέλλει τη δικαίωση του Κάιν. Ο Ενώχ δικάζει το πνεύμα του Άβελ που πίστευε στον Θεό των νεκρών. Εφεσιβάλλοντας την ενοχή του αδελφικού σκοτωμένου αίματος ανατρέπει το πρότερο δεδικασμένο, σφραγίζοντας το οριστικά τετελεσμένο: It had been precipitated there perhaps by the groan which the Earth uttered when our first father fell (Samuel Taylor Coleridge, The Wanderings of Cain, Canto II, 1828).

Γ΄. Ένα επανατατικό ελατήριο

#16

Ένα χωράφι στη μέση του συγκεκριμένου, και η μαρίδα του χωριού να χαίρεται την πτώση του ήρωα του ανέντιμου εχθρού. Η άτρακτος τʼ ανάσκελα έγινε μνημείο, η κονσόλα με τα όργανα πτήσης λάφυρο ανομολόγητου πολέμου, τʼ ακουστικά περασμένα μόνιμα ανάμεσα στα μάτια και το στενάχωρο κόκπιτ (με την ψυχή του πιλότου βαθιά κι οριστικά σφηνωμένη στʼ αποστεωμένο παιδί που μόνο εκείνο εισχώρησε στο εκσφενδονισμένο κάθισμα).

#17

Στις αλκοολικές καθημερινές διαδρομές οι άνθρωποι στις μπάρες αδυνατούν νʼ αντικρίσουν το έκλαμπρο βλέμμα ενός σκοτεινού ποιητή. Η ακίνδυνη φρενοβλάβεια του παραμιλητού περιπλέκει, ιδανικά, αιώνες αιμάσσουσας απαγγελτικής γραφής.

#18

Κάλπικες παρουσίες σέρνουν, στο χρυσοφόρο γκρεμό της άπληστης καθημερινότητας, την κουστωδία των ευνουχισμένων συγγενικών τους συμφερόντων. Διαχειρίζονται το χειρότερο, βαρβαρικά, προβάλλοντας την αλεξίσφαιρη κι άθραυστη βιτρίνα ωσάν κατάκτηση της ειμαρμένης, καθώς ο ποιητής -με το περίστροφο απασφαλισμένο, ανορθωμένο τον κόκορα, τη σφαίρα στη θαλάμη και το δάχτυλο σταθερά ακινητοποιημένο στη σκανδάλη- υπομένει καρτερικά την ώρα της ακαριαίας συντριβής τους … εκεί, τέλους κι επέκεινα, Λεωφόρου Τεθλασμένης κι Ευθείας Γραμμής.