`

Αδέσμευτη

Όλο της το κορμί μια Κασταλία διφορούμενη
σαν ποταμόπλοιο ακυβέρνητο κόντρα στο ρέμα,
σα λαβωμένος άγγελος γερμένος σε φορείο,
ακατανόητο για όσους έστω και μια φορά
άγγιξαν ένα στάχυ που παρέπλεε
ψιλόλιγνο μες τις ριπές του ανέμου.

Έσταζε πάνω της αραιό, μόνιμο το φθινόπωρο
βαθειά εναγκαλιζόμενος ο χρόνος τη φθορά
δρεπανιφόρος φώναζε: «Υπερέχω».
Τα βήματά της νότισαν κι έπειτα
τίναξε για πάντα τα μαλλιά της,
νυχτιάτικη καταιγίδα, το δίλημμα επιλέγοντας.

Έκρυβε πάντα τη ζωή της σαν άστρο φυλαχτό, θυμάμαι.
Με ακοή συλλαβιστή
έπαψε πια να την ορίζει ο χρόνος, κι έμαθε πως
μʼ ένα φιλί στο μέτωπο χωρίζει εύκολα
η αγάπη απʼ το όνειρο.

`

*

Preludio

«Μάθε το πια, δεν είνʼ οι ικανότητες,
είνʼ οι φωνές εντός που τις ζωές ορίζουν».
Αίφνης το φώναξαν, τραχιές,
αδίστακτα εκκωφαντικές,
οι σιωπές που τύλιξαν
τις αποφάσεις του
μʼ ατάραχους μετανιωμούς.
Τινάχτηκαν πάνω του άλαλες κι έμεινε
δείκτης μετέωρος
σʼ ένα πλατύσκαλο ψηλά
πάνω στο αδηφάγο
ρολόι του χρόνου του.

Κρατήθηκε
από μια κούκλα από κερί,
μια κιτρινίλα λαίμαργη,
μα απʼ τʼ ανοιχτό παράθυρο
περνούσαν κάτι Φεύγω,
χρόνια κρυμμένα
κάτω απʼ της πόλης τα τσιμέντα.
Βγήκε η φωνή του,
βήμα συνήχησης,
να τα προλάβει.
Μπήκαν οι λέξεις στη σειρά,
αντάρτες ένοπλοι, άξιο
πόλεμο που βρήκαν επιτέλους.

Κι αφού η οργή του λευτερώθηκε,
στράφηκε ήσυχα στο νερό
με τρυφερότητα και είπε:

“Κι αν αντιγράφω τα βουνά
είνʼ απʼ ανάγκη,
στʼ αληθινά
δε σκέφτομαι άλλο απʼ τον άνεμο”.

`

*

Απόπλους

Κύρτωνε ο χρόνος γύρω και όλα ασάλευτα και ο καπνός
του πλοίου και η καρδιά στο κενό του σώματος.
Είχε τυλίξει πάνω της μια νοσταλγία η ανάμνηση
κι η σιωπή αναρριχόταν αργά,
μαύρο ξερό αγιόκλημα.
Στάλα τη στάλα ολόγυμνη άπλωνε η βροχή
πάνω σε μια πλατεία ψυχρή απόγνωση.

Τη ζωή, είπαμε τότε, πως τη στολίζει η κίνηση
τυφλά σαν την αγγίζουν οι αθάνατοι
με το ένα χέρι στην καρδιά και τη γροθιά στο μέτωπο
τους κυκλικούς τους κάμπους αγναντεύοντας
τέσσερις κίονες να ξεπροβάλλουν απʼ τα πλατειά νερά
κι ένα μικρό ξωκλήσι ασύλητο αντίγραφο της μνήμης∙
βυθίζοντας τα χέρια στον αέρα επώδυνη γίνεται η κατανόηση,
πόση χρειάζεται ελευθερία τούτη η ψυχή βαθειά για να ημερέψει.

`

*

Ταξίδι

Για να ξεκινήσει ένα τραίνο
πρέπει πρώτα να επιβιβαστούν οι σίγουρες προσμονές
στα μπροστινά βαγόνια με τις κουκέτες.
Οι αποχαιρετισμοί με αγκαλιές
κλείνουν συχνά δεύτερη θέση.
Όρθιες στο διάδρομο θα δεις
μόνο τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.
Εκεί τη βγάζουν πάντα.

Κι όταν η σφυρίχτρα σιγουρέψει
πως όλα έγιναν καλώς και όπως είθισται,
πως υγράνθηκαν τα μάτια ευδιακρίτως,
πως το γιακά της κόρης ίσιωσε η μαμά,
πως κόλλησε το χέρι, ένδειξη νοσταλγίας,
στου βαγονιού το τζάμι,
πως κύκλοι πηγαδάκια ανθρώπινα αρκετούς
αλλάξανε αποχωρισμού σχηματισμούς,
θα πιάσει το σταθμάρχη απʼ τα χείλη
και θα σφυρίξει
πως όλα αυτά εγκαίρως γίνανε.

Τότε ο σταθμός θα κάνει πίσω
αργά με διάθεση επιτάχυνσης
θα μαζέψει κολόνες και προβλήτες
για να γίνει το τζάμι πανί θεάτρου σκιών
κτιρίων, δέντρων και λοιπών απροσδιορίστων
που φευγαλέα κοιτούν αμήχανες ματιές μες στα βαγόνια.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλό
ναʼ χεις μαζί σου ένα φίλο,
μια κιθάρα και μια βραχνή φωνή,
γιατί τα τρένα είναι φτιαγμένα να κυλούν
σε κλίμακες του Blues εδώ και χρόνια.

`

*

Μετανάστες

Δεν έχει μωβ κοράλλια ο Ρήνος
μόνο ιτιές καρφωμένες σε ισχνές καρδιές
και σιντριβάνια θαλερά στην ορμή καταιγίδων
άδειους πεζόδρομους που αντηχούν
από δρομάκια σκοτεινά σιωπές ανυπεράσπιστες.
Το τρίξιμο των φύλλων ξέρει να παρασέρνει βήματα
κάθε φορά που ο χρόνος φθινόπωρο μοιάζει
ασπάραχτος σαν καίγεται στη βροχή από κάτω
στο χιόνι αναζητώντας τη λύση της άνοιξης.

Τα δάκρυα στο κρύο γρήγορα κρυσταλλώνουν,
αργά διαιρούνται τα γκριζόχρωμα μάτια.
Πίσω μένουν μόνο οι χώροι, αμάραντες μνήμες,
αόριστοι και ατελείς, κενοί και αβαρείς,
άσυλα της καρδιάς μας, σαν πέτρες
διαγώνια άρρηκτα ακουμπισμένες
στης σκέψης τα λιτά οικοδομήματα.

Μα πότε πότε αθόρυβα, σαν καψαλίδες
γλυκά ανυψώνονται, σχεδόν χορεύοντας,
κι ύστερα πάλι σβήνουν, σταχτόσκονες
στης ζωής τους παγερούς τους στρόβιλους.

`