`

ψαράκι κόκκινο/κόκκινο ψαράκι,
με τρίκοπο σε καρφώνω μαχαιράκι/
με τα χέρια μου στα δυο σε σχίζω/
τους σιωπηλούς σου κύκλους τερματίζω/
ψαράκι κόκκινο/κόκκινο ψαράκι/
κόκκινο κρατάω μαχαιράκι/
κόκκινα έχω δαχτυλάκια/ στη γαβάθα
βυθισμένο είναι ένα νεκρό ψαράκι/

έγειρα και ονειρεύτηκα/
πολλά ανοίγματα έχει το πεπρωμένο/
στέκομαι και περιμένω πλάι σʼ ένα
περουβιανό λίθινο δέντρο/
με πολυδάχτυλα φυλλοβόλα κλαδιά που
απλώνονται σα φοβισμένα χέρια κι έχουν
για δάχτυλα λεπτές κίτρινες φιγούρες/ ακουμπώντας
σε ανθισμένους θάμνους με αστέρια όπως ακριβώς οι τυφλοί/
δίχως να μπορεί να ταράξει τα βουβά ζώα/
κάποια φωτεινή γραμμή από αστρολούλουδα
που πέφτουν και διαλύονται στη σκοτεινή ατμόσφαιρα/
ματωμένες μαινάδες/ βγαίνουν τέσσερις-πέντε στη σειρά
μέσα από πράσινα δάση που ανασαίνουν γύρω από λίμνες/
όπου βρέχει ακόμα/ και σέρνονται μακριά/
κύματα χτυπιούνται πάνω απʼ τα δάση και ορμούν
μέσα από αμέτρητα κλαδιά δίχως ρίζες/
με κόκκινους ανθούς/ μοιάζουν με μαλλιά
που επιπλέουν στη θάλασσα/ από εκεί
τα πράσινα κύματα ανακατεύονται/
και η φριχτή θάλασσα των ανθρωποφάγων
αφρόψαρων/ αγκαλιάζει τη γεμάτη γαλέρα/
στα κατάρτια ψηλά αιωρούνται κλουβιά
με μικρά γαλάζια πουλιά/ τραβά τα σιδερένια
δεσμά και χορεύει μαζί τους μες στους τυφώνες,
ενώ υψώνονται απʼ τα μανιασμένα νερά
σα φαντάσματα φιδιών υδάτινες κολόνες/
πλάι σου είμαι και βλέπω το χέρι σου να λυγίζει
ακούγοντας μια ιστορία/ που τελειώνει
καθώς πας να την αγγίξεις/ πίσω απʼ τις λέξεις/
και βλέπω ζωγραφιές/ και χαίρομαι/ που μου μοιάζεις/
για τον τρόπο που μου μοιάζεις/ μην έρχεσαι πιο κοντά/
απλά μείνε σπίτι μου και εγώ θα περιμένω να δω
το παιδικό τρέμουλο στους ώμους σου/ όπως μιλάς
δίχως λέξεις για μένα/

στο λευκό μου δωμάτιο ήμουν μόνος/
ίσως όμως σε κουβάλησα τώρα μέσα/
και κάτι έμεινε και μου μιλά σα να ʽναι
βαριά μυρωδιά από λουλούδια/
το δωμάτιό μου έγινε μια άλλη χώρα/
όπου περπατώ μέσα σε δάση λευκά/
ακούω τις οπλές ενός ταράνδου να ηχούν
και να ρίχνουν στα λευκά δάση λαμπερά χιοναστέρια/
σα να βρίσκεσαι μέσα σε δαντελένιους κήπους/
ταρανδοκαβαλάρισσα/ και ο τάρανδος ένα βουνό/
το φόρεμά σου μια χιονισμένη έκταση/ όπου ανθοί
γεννιούνται απʼ το άγγιγμα των λεπτών σου δαχτύλων/
και τα χιονισμένα δάση ορθώνονται γύρω σου
σαν έκπληκτα αγόρια/ το χιόνι κυλά σε μια λίμνη
και εσύ καθόσουν πάνω σʼ ένα κόκκινο ψαράκι/
από σένα έβλεπα μόνο το γυμνό σου λαιμό
ανάμεσα στα μαλλιά/
βαθιά μες στο νερό φυτρώνει ένα ραβδάκι/
εκεί που ʽναι το τέλος όλων των όντων/
απʼ το στρόγγυλο στήθος σου
ταξιδεύει η ανάσα σου πάνω απʼ τη
γαλάζια λίμνη/ πόσο σιγανή είναι
δράση όλων των όντων/

ζώα κουβαλάνε μακριά την αγάπη μου
και στα συγχυσμένα μου βάθη
δε μʼ αγγίζουν δάχτυλα ξένα/
που να μην προξενούν αναμνήσεις/
περιμένω ξανά στην καλύβα μου/
στην όχθη τρέχανε δυο ενυδρίδες
πάνω στη λάσπη της άδεντρης πεδιάδας/
με επισκέπτεται ένα κορίτσι/
τα άβαφα καχεκτικά σου δάχτυλα κρέμονται
στα γόνατά μου λες κι είναι ποτισμένα λουλούδια/
σʼ αγαπά το πράσινο δέντρο και τα κόκκινα/
κεντητά χέρια στο στρώμα της καλύβας μου/
φωνάζω δυνατά/ σʼ αγαπά η χλόη της λίμνης
όπου είσαι ξαπλωμένη/ και λέω ακόμα/
σʼ αγαπά ένας άντρας/ που δίπλα σου ξαπλώνει
στο χορτάρι πλάι στη καλύβα κάτω απʼ το πράσινο δέντρο/
δεν ακούς/ πως η άφωνη σιγή διαρκεί/
είμαι ο μοναδικός που σε βλέπει/ ίσως να διάλεγα
κοχύλια για σένα/
είμαι ο μόνος/ που ξέρει για σένα/
τι θα ʽρθει την άνοιξη/ αλλά ούτε λόγος
για το άμορφο/ όταν δε γνωρίζει το δέρμα/
πρέπει να το ψάξουμε/ σα να πρόκειται
για παιδί που χάθηκε/
σαν κάτι που έμεινε στο αέρα ανείπωτο ακόμα/

έγειρα και ονειρεύτηκα την αυγή/
στο σπίτι μου πρέπει να μείνεις/
να κοιμηθώ δε θέλω/
στο κενό απλώνω τα χέρια μου
και σου φωνάζω στους διαδρόμους/
τι κι αν ντρέπομαι/
κανείς δε σʼ είδε όπως εγώ/
μαζί με το σώμα μου ορθώνομαι/
και γέρνω με τʼ όνειρο της αγάπης/

αρχικά ήμουν χορευτής σε βασιλιάδες/
και στον κήπο με τα χίλια σκαλοπάτια
χόρευα τους πόθους των δυο φύλων/
χόρευα σαν τα λεπτά υδρόβια πτηνά
της άνοιξης/ μάλλον εσύ κορίτσι Λι/ το όνομά σου
ηχεί σαν ασημένιο έλασμα/
μέσα από κόκκινα λουλούδια
και κίτρινα αστέρια περπάτησες/
σε γνώριζα ήδη απʼ τον κήπο με τα μπαχάρια
και σε πρόσμενα τις γαλάζιες νύχτες
στο ασημένιο στρώμα μου/ απʼ τα χαοτικά
δάση πουλιών του βορρά και τις θάλασσες
των κόκκινων ψαριών στο νότο/
σε ένιωσα/ είδα την κίνηση της γωνιακής
περιστροφής του νεανικού σου κορμιού
και κατάλαβα τις μαύρες λέξεις της επιδερμίδας σου
και των στολισμένων με γυάλινα βραχιόλια
παιδικών σου κλειδώσεων/
και εξαιτίας σου δραπέτευσα στους κήπους/
ανεβαίνοντας με δέος ένα-ένα χίλια σκαλιά/
μουσική/ μουσική/ σαλτιμπάγκος έγινα/
να βροντώ κρίκους/ να χτυπώ κύμβαλα/
μακριά σκιάχτρο εσύ της αμαρτωλής μου
επιφύλαξης/ αυγινές φωτιές ανάβουν
στα νανοδάση/ ψηλά πηδώ στη γη
μʼ ενδύματα πόνου και πίσω στους κήπους
κρύβεται όπως ένας μοναδικός υψηλός τόνος
η λαχτάρα/

και ονειρεύτηκα/ σα δέντρο με γλώσσες υγρές
μοιάζει το κορμί μου/ σε χαμένα πηγάδια
κυλά η ζωή πάνω-κάτω και χύνεται με ορμή/
τις νύχτες ακούγονται οι κραυγές παράξενων ανώνυμων
ναυτικών/ που ταξιδεύουν σε χώρες
με ομιλούντα πουλιά/ τα πανιά πηγαίνανε
μια δεξιά μια αριστερά/ παγωμένο αγέρι
τα φούσκωνε και τα γυρνούσε/ το πλοίο
πλευρίζει στη στεριά/ σιγανά και ρυθμικά
βαδίζουν οι ναυτικοί/ σταματούν όταν πρέπει/
κατόπιν συνεχίζεται η λιτανεία όσων κατεβαίνουν
απʼ το πλοίο/ και κρυφά ορμούν με καστανές συννεφοστολές/
και αδύνατα γυμνά κορίτσια προσφέρουν
πουλιά/ φουντούκια και κολιέ από κοράλια
σαν ανάμνηση των επόμενων σκοτεινών
και τρυφερών στιγμών/
τότε έγειρα και ονειρεύτηκα την άρρωστη νύχτα/

τι σας τρέλανε/ άντρες γαλαζοντυμένοι/
κάτω απʼ τα κλαδιά των σκοτεινών φουντουκιών
στο φεγγαρόφωτο;
εσείς πράες γυναίκες/ τι φουσκώνει
κάτω απʼ τους κόκκινους μανδύες σας/
μήπως η προσδοκία ύπουλων μελών
μες στις κοιλιές σας από χθες και πάντα;
νιώθετε την ενθουσιώδη θέρμη του απαλού
τρεμάμενου αέρα – είμαι ο αλήτης λυκάνθρωπος –
όταν χτυπά το ρολόι της νύχτας/
σέρνομαι κρυφά στους κήπους σας/
στα λιβάδια σας/ εισβάλλω στο ειρηνικό σας χωριό/
το αχαλίνωτο σώμα μου/ το σώμα μου
που ορθώνεται με χρώμα και αίμα/
έρπει μες στις καλύβες σας/ διασκορπίζεται
στα κορμιά σας/
απʼ την πιο μοναχική σιωπή/
αντηχεί μες στον ύπνο σας
το ουρλιαχτό μου/
ρίχνομαι στη λίμνη και βυθίζομαι
στα μαλλιά σου/
είμαι χαμένος μες στην αγάπη
για όλα τα όντα/
και πάλι έγειρα και ονειρεύτηκα/
υπερβολικά ζεστό ήταν το βράδυ/
πέρα στα δάση το ζευγαρωμένο φίδι
ακουμπά το δέρμα του κάτω απʼ την καυτή
πέτρα και το υδροελάφι ξύνει τα κέρατά του
στα φυτά του δωματίου μου/ μόλις μύρισα
τη μοσχοβολιά του ζώου σʼ όλους
τους χαμηλούς θάμνους/

μου είναι περίεργο/ κάποιος
θα ʽπρεπε νʼ απαντήσει/
όλα κυλούν στο δικό τους ρυθμό/
και τα κουνούπια που τραγουδούν
ξεπερνούν τις κραυγές/
κάποιος συλλογιέται θεϊκά πρόσωπα
που ψευτογελούν και ρωτά για
το μουρμουρητό των μάγων
και των γερόντων/ καθώς συνοδεύουν
τους ναυτικούς/ που κουβαλάνε γυναίκες/
και ήμουν ένα πλάσμα που σερνόταν/
όταν έψαχνα για ζώα και θεωρούσα
τον εαυτό μου ίδιο με ζώο/
μικρέ/ τι γύρευες πίσω απʼ τους γέρους/
καθώς έψαχνες τους μάγους των θεών/
και τρίκλιζα/ όταν αναγνώρισα τη σάρκα μου/
και ήμουν ένας που αγαπούσε τα πάντα/
κάθε φορά που μιλούσα σʼ ένα κορίτσι/

`

************************************************************

* Το πρώτο του ποιητικό έργο που ο αυστριακός ζωγράφος Oskar Kokoschka τύπωσε στα είκοσι δύο του, πλαισιώνει τις οκτώ χρωμολιθογραφίες της έκδοσης του 1908. Επανεκδόθηκε το 1917, και κυκλοφόρησε μαζί με τα απούλητα αντίτυπα από την πρώτη έκδοση, από τον εκδοτικό οίκο Kurt Wolff στη Λειψία.