`
Ι. Η εξορία ως δυστοπία
Εξορία, «η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως σε έναν άνθρωπο και έναν γενέθλιο τόπο, ανάμεσα στον εαυτό και την πραγματική του πατρίδα» (1). Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να ορίσει κάποιος, τοπικά τουλάχιστον, την εξορία, καθώς αυτή περικλείει τα πάντα έξωθεν των ορίων• ο χώρος, οι άνθρωποι, τα ίδια τα αντικείμενα της ανήκουν και μέσα από τα φίλτρα της αλλοιώνονται, τροποποιούνται, μεταλλάσσονται, γίνονται ανοικειωτικά. Το εν εξορία υποκείμενο απομακρύνεται από το γνώριμο, ρήγνυνται –άλλοτε άνευ επιστροφής- οι δεσμοί με ό,τι οικείο. «Η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας»(2). και δεν είναι μόνο οριστική, αλλά και διαρκής. Ο εξόριστος βιώνει μια συνεχή απώλεια, που προσμετράται σε έμψυχο, άψυχο και νοητικό υλικό• φίλοι και συγγενείς, αγαπημένα αντικείμενα, αλλά και η μνήμη, αρχίζουν να μοιάζουν μακρινά. Έτσι, το εξορισθέν υποκείμενο γίνεται ένας «Άλλος», ο οποίος καλείται να προβεί σε μια αυτοπαρουσίαση εκ νέου, απότοκο της οποίας είναι η ετεροπαρουσίαση. Η ανασύσταση ή ανασυγκρότηση της ταυτότητας γίνεται επιτακτική ανάγκη. Αξίες και σχέσεις επαναξιολογούνται, φιλτράρονται, για να αξιολογηθεί η αντοχή τους.
Ανάγκες όπως αυτές εύκολα γίνεται αντιληπτό, μοιάζουν μάλλον επιτακτικές στην περίπτωση που το υποκείμενο έχει μέσα του συσσωρευμένα διαβάσματα• η ιδέα του «σπιτιού» επανέρχεται συνεχώς, αναζητείται, έστω μια προσωρινή, γη της Επαγγελίας, κιβώριο μνημονικών καταθέσεων και επαναστοχασμών. Οι λογοτέχνες που βρέθηκαν εξόριστοι αφθονούν. Εδώ, όμως, πρέπει να γίνει η εξής παρένθεση: ο τόπος της εξορίας αναδεικνύεται πάντοτε πρωταγωνιστής και διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο, το ίδιο και οι έννοιες της αυτοεξορίας που συνεπάγεται πλείστες όσες ευχέρειες και της αναγκαστικής εξορίας σε ήδη προκαθορισμένο χώρο. Μεταφέροντας την προβληματική αυτή στα καθʼ ημάς, παρατηρούμε πως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες βρέθηκαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εξόριστοι, και μάλιστα δημιούργησαν στη δυστοπία της εξορίας, ανάγοντας τις περισσότερες φορές την τελευταία ως κύρια θεματική τους. Ο λογοτέχνης, τότε, καλείται να σταθεί με όση αξιοπρέπεια μπορεί να συγκεντρώσει απέναντι σε ένα θεσμό που για τον Said [2006] θεσπίστηκε για να αποστερεί κάθε έννοιά της. Η γραφή αναδεικνύεται το μόνο «σπίτι», στους τοίχους του οποίου αντηχεί η γνωστή φράση, «καμία πατρίδα για τους εξόριστους».
Βέβαια, για να φθάσει κανείς στο τελευταίο αυτό στάδιο, καλείται να υπερβεί διάφορα προβλήματα που συνεχώς επανέρχονται και στην απόλυτη ησυχία ακούγονται εκκωφαντικά. Δεν είναι τυχαίο που τα στάδια αυτά έχουν παραλληλιστεί με εκείνα του πένθους. Η άρνηση, η θλίψη, η οργή και τέλος, η αποδοχή, είναι γνωρίσματα της οποιασδήποτε απώλειας προσώπου ή τόπου. Η εξορία που εμείς θα εξετάσουμε «καθορίζεται από την ύπαρξη του γενέθλιου τόπου, την αγάπη για αυτόν, τη σύνδεση μαζί του• αν κάτι ισχύει για κάθε είδος εξορία, δεν είναι ότι χάνεται η πατρίδα, αλλά ότι η απώλεια είναι εγγενές στοιχείο της ύπαρξης και των δύο» (3).
`
ΙΙ. Τα επιλεγόμενα
Σε μία περίοδο διωγμών του ΚΚΕ και πρώην μετόχων του στην πρώτη φάση του Εμφυλίου, με τον Άρη Βελουχιώτη να αυτοκτονεί, πιασμένος σε ενέδρα τον Ιούνιο του 1945, ο Γιάννης Ρίτσος κρύβεται σε φίλους του στη Βουλιαγμένη και στο σπίτι της Έλλης Αλεξίου στην Καλλιθέα. Η τελευταία θυμάται: «Ήτανε χαρά κι αγαλλίαση να συνυπάρχεις με τον Ρίτσο. Ο ποιητής με το μπλοκάκι και το μολύβι κολλημένα στα χέρια του κυκλοφορούσε ολοκληρωτικά δοσμένος στο έργο του. […] Σα να ζούσε κάτω από στοργικό καθεστώς, που του είχε εξασφαλίσει ανέγνοια ζωή» (4). Για δύο χρόνια μόνο, ωστόσο.
Την ανάπαυλα αυτών των δύο χρόνων, στην οποία ο Ρίτσος θα γνωριστεί με πολλούς αριστερούς λογοτέχνες, μέλη της ΕΠΟΝ (Καρούζος, Λειβαδίτης, Αλεξάνδρου), αλλά και με τη γυναίκα του Φαλίτσα Γεωργιάδου και θα συνθέσει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του (Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης, Η κυρά των αμπελιών, Ρωμιοσύνη), θα ακολουθήσει η σύλληψή του, τον Ιούλιο του 1948 και η μεταφορά στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Ο ίδιος θα μιλήσει για το «ξύλινο πόδι του ανάπηρου στημένο στη γωνία, Ιούλιος μήνας/ εκεί στο ΚΣΤʼ Αστυνομικό Κρατητήριο της συνοικίας Θυμαράκια» (5), όπου και κρατήθηκε.
Στη Λήμνο θα μείνει υπό υποφερτές συνθήκες έως το 1949, όταν θα μεταφερθεί στη Μακρόνησο, στο στρατόπεδο των πολιτικών κρατουμένων, στο Δʼ Τάγμα. «Ήταν σε έναν από τους δώδεκα κλωβούς, στον Αη-Γιώργη, σε ένα από τα μεγάλα αντίσκηνα με ορθοστάτες, σε καθένα από τα οποία έμεναν 20-22 άτομα» (6). Στη Λήμνο, ο Γιάννης Ρίτσος θα γράψει τα δύο Ημερολόγια Εξορίας (στη συλλογή Επικαιρικά) που θα συνείει και στη Μακρόνησο, μαζί με Τις γειτονιές του κόσμου και τον Πέτρινο χρόνο του ίδιου τόμου.
Παράλληλα, όπως όλοι οι πολιτικοί εξόριστοι, θα έχει τη δυνατότητα να στέλνει δελτάρια σε δικούς του ανθρώπους, συγκεκριμένα στην αδελφή του Λούλα (6) και στην Καίτη Δρόσου (7), τα οποία και θα μας απασχολήσουν στην παρούσα εργασία. Τα δελτάρια θα εξεταστούν παράλληλα με τα ποιήματα και θα αναζητηθούν οι συνδετικοί κρίκοι, τα νοούμενα της ποίησης και τα υπονοούμενα των δελταρίων. Τα δελτάρια της εξορίας, τα οποία παρέδωσε η Καίτη Δρόσου, μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες (8): 15 από τον πρώτο σταθμό εξορίας (Οκτ. 1948 – Ιούλ. 1949), 17 «μακρονησιώτικα» (Σεπτ. 1949 – Μάιος 1950) και άλλα 17 από τον Αη-Στράτη (Ιούλ. 1950 – Μάιος 1952). Από το σύνολο των πενήντα σχεδόν δελταρίων έγινε μια επιλογή εννέα ενδεικτικότερων στα οποία γίνεται λόγος στην εμπειρία της εξορίας και στα εκεί βιώματα, πάντα συγκεκαλυμμένα. Πριν, ωστόσο, περάσουμε στην ανάγνωσή τους, θα κάνουμε μια τελείως χρονολογική αναφορά στη διαδοχική πορεία της εξορίας του Ρίτσου. Είδαμε, πως τον Ιούλιο του 1948 συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο, από όπου και απολύεται βαριά άρρωστος τον Ιούλιο του 1950, για να επανασυλληφθεί τον Αύγουστο. Δύο χρόνια αργότερα, ακριβώς, απολύεται οριστικά.
Όπως προείπαμε, τον καιρό της εξορίας του, ο Ρίτσος παραμένει πνευματικά διαυγέστατος• γράφει, ζωγραφίζει και μάλιστα, καταφέρνει να φυγαδεύει με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο τα έργα του. Άλλοτε σε φόδρες ρούχων, άλλοτε σε διπλούς πάτους βαλιτσών, ποιήματα και πίνακες απεγκλωβίζονται και ταξιδεύουν. Μαζί τους ταξιδεύει και ένα μέρος του ίδιου του ποιητή. Ποιο είναι, όμως, το περιεχόμενό τους; Ποια η πρόσληψη της δυστοπικής εξορίας του ποιητή; Η απάντηση είναι σύνθετη και προϋποθέτει την παράλληλη ανάγνωση που προκηρύξαμε παραπάνω.
Το πρώτο δελτάριο στην Καίτη Δρόσου στέλνεται στις 9 Οκτωβρίου του 1948 και είναι απάντηση σε τρία δικά της, τα οποία ο Ρίτσος έλαβε μαζί. Γράφει:
«[…] Είναι τα πρώτα που παίρνω. Πόση χαρά, θέ μου, λίγες γραμμές. Φυσάει ένας αγέρας έξω, κʼ εγώ νιώθω τη ζεστασιά της αγάπης – ένα τραγούδι ασώπαστο. Πόσο πολύ σας αγαπώ- Τώρα το ξέρω πιότερο από άλλοτε. […] Περνάω καλά. Μην ανησυχείς, καλή μου, για μένα. […] Μην ξεχνάς πως μου υποσχέθηκες να γράφεις. Θα σου ζητήσω απολογισμό μια μέρα – και τότε – […]»
Τα συμπεράσματά μας, σίγουρα, δεν είναι ακόμα ασφαλή, αλλά είναι εμπεριστατωμένα. Η ανάγκη για επικοινωνία, για επαφή με ό,τι έμεινε πίσω, η αντιδιαστολή της ζεστασιάς, προϊόν του λόγου, στον αέρα, προϊόν της εξορίας. Και ο λόγος, που θα ζητηθεί όταν όλα επανέλθουν. Τέσσερα γράμματα το μήνα δικαιούνται οι πολιτικοί εξόριστοι. Επάνω τους «φιγουράρει» η λογοκριτική αρχή: «Απαντήσατε ευκρινώς μόνον με δέκα γραμμές». Ο συναισθηματικός λόγος γίνεται αναγκαίος• μιλάμε πλέον για φυσική (9) λειτουργία της γλώσσας. Παραθέτουμε κάποια παραδείγματα: «Είμαι καλά», «Το να προφτάσεις να πεις σε δέκα αράδες; Ένα σύντομο γεια σου, βιαστικό χαιρετισμό», «Σου γράφω […] μʼ όλο που δεν έχω τίποτα να πω – γιατί ʽναι τόσα πολλά μέσα μου όσα κʼ η σιωπή» κ.ά. Η ελάχιστη επαφή αποτελεί τη μοναδική σανίδα σωτηρίας για τον εξόριστο.
«Σου απαντώ αμέσως. Βλέπεις τι τακτικός που έγινα – εγώ που βαριόμουν σαν και τι την αλληλογραφία. Νιώθω την ανάγκη να κουβεντιάσω μαζί σας. Πούναι [sic] οι καλές μας μέρες• η συντροφιά μας – η ζέστα της αγάπης μας. Κι από μακριά ζεσταίνει – ε; Καιτούλα μου τι κρύο εδώ πέρα! […] Μίλησέ μου κι άλλο. Μη σταματάς […] – μη με ξεχνάς» (1 Δεκεμβρίου 1948)
Ο Ρίτσος βρίσκεται ήδη πέντε μήνες στη Λήμνο όταν γράφει αυτά. Λέξεις όπως «κρύο», «σκοτάδι», «αέρας», σε αυτό το διάστημα κερδίζουν σταθερά έδαφος. Τα νοήματα χρειάζονται την κωδικοποίηση για να μπορέσει να κρατηθεί η επικοινωνία ζωντανή, έστω και σε αυτή την τελείως συντομευμένη μορφή. «Στη στίξη κυριαρχεί η ασθματική παύλα, πασχίζοντας να κρατήσει τον τόνο της προφορικής ομιλίας• σπάνιες οι τελείες ή τα αποσιωπητικά. […] Και η ελεγχόμενη ειρωνεία προς την πανταχού παρούσα λογοκρισία, απροκάλυπτη («Εγώ δυστυχώς δεν μπορώ να σου στείλω. Ποιος θα τα λογοκρίνει τόσα πολλά;»)» (10). Από τον προσωπικό χώρο –έννοια που δεν υπάρχει, αφού τα καταλύματα τα μοιράζονται περισσότερα από είκοσι άτομα – έως την έκφρασή του, το γράμμα, τα πάντα είναι περιορισμένα. Το υποκείμενο νιώθει την ανάγκη να εξαντλήσει αυτά τα όρια, τα όρια του τεχνητού του κόσμου. Το βλέμμα του εξόριστου γίνεται φωτογραφικό• και μοιάζει λογικό, εάν αναλογιστούμε τη διαρκή επανάληψη που υφίσταται. Το καινοφανές δεν υπάρχει, έτσι π εξόριστος γίνεται «ένας μεγενθυτικός φακός που αποτυπώνει πιστά μικρολεπτομέρειες και στιγμιότυπα, ένας ευαίσθητος σεισμογράφος που προσπαθεί να αναμεταδώσει στους «απέξω» τις υπόγειες δονήσεις και αντιδράσεις» (11). Το εκκωφαντικό της εξορίας για το οποίο έγινε λόγος, το δηλώνει και ο ίδιος ο Ρίτσος:
«[…] κάθε μικρή αλλαγή ολόγυρα – αντιχτυπάει πολλαπλά- σκασμένη στην ερημιά – ένα σύγνεφο σαν ελάφι στο λιόγερμα – μια φωνή – ένα φύλλο που χαιρέτησε της σιωπή μας χτες – προχτές – και σε σκέφτομαι, σε σκέφτομαι και σʼ αγαπώ…» (25 Μαρτίου 1949)
Οι συνθήκες κράτησης και η δυνατότητα επικοινωνίας με οικεία πρόσωπα δε θα παραμείνουν ίδιες, θα αλλάξουν άρδην προς το χειρότερο• ο Ρίτσος μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Οι περιορισμοί στο νέο τόπο εξορίας είναι αυστηρότεροι: στους κρατούμενους επιτρέπεται η αλληλογραφία μόνο με τέσσερα γράμματα μηνιαίως, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο ποιητής σε δελτάριά του στις 31 Σεπτεμβρίου 1949. «Έτσι, η αλληλογραφία καθίσταται και ένα είδος ημερολογίου, όπου σε καθημερινές εγγραφές ο κρατούμενος επιχειρεί να προδώσει αλληλουχία, χρώμα στον στατικό χρόνο του, καταγράφοντας τις ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις της μιας ημέρας από την προηγούμενη και την επόμενη, αλλά και να δώσει συνάμα την αίσθηση στον παραλήπτη ότι είναι συνεχώς παρών, συνεχίζει ένα διάλογο ανοικτό ανεξάρτητο από εμπόδια και συνθήκες» (12). Στα δελτάρια της Μακρονήσου, όπως και στα ποιήματα, τα οποία θα δούμε στη συνέχεια, το ύφος προσπαθεί να μιμηθεί τη στενότητα του χώρου, την αδυναμία της έκφρασης.
«[…] μαζεύω τη θύμησή σας, τη θύμησή σου – την αγάπη σας και την ποίηση κι ανοίγω ένα παράθυρο στο φως – όλο φως…» (2 Ιανουαρίου 1950)
`
ΙΙ. Το αλγεινό φως ή ο επικαιρικός λόγος
Αν ο Ρίτσος μιλάει για την ποίηση ως φως, δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε τη στρεβλωτική του δράση• η υπερβολική φωτοχυσία αλλοιώνει το αντικείμενο, το στρεβλώνει και το επαναμορφοποιεί. Έτσι, πρέπει να διαβάσουμε τα ποιήματα αυτής της περιόδου, συγκεντρωμένα κάτω από τον τίτλο Τα επικαιρικά, ως μια προσπάθεια μεταγραφής του οδυνηρού παρόντος. Αντικείμενο της μελέτης μας, οι συλλογές Ημερολόγια Εξορίας και Πέτρινος Χρόνος, γραμμένα από το 1948 ως το 1951 στους διαδοχικούς τόπους εξορίας του Ρίτσου. Μέσω αυτών, μας δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε για την εμπειρία του άλγους τους εξόριστου σε σχέση τόσο με τον «εδώ», όσο και με τον «εκεί» τόπο.
Η πρώτη εγγραφή στο Ημερολόγιο Εξορίας Ι είναι στις 27 Οκτωβρίου 1948, στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Στη συλλογή αυτή, ο ποιητής ακολουθεί την ημερολογιακή εγγραφή, μάλιστα δε, το νόημα κάποιων στίχων, πολλές φορές ολοκληρώνεται την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα. Διαβάζουμε:
«Εδώ τʼ αγκάθια είναι πολλά –
αγκάθια καστανά, κίτρινα αγκάθια,
σʼ όλο το μάκρος της μέρας, ως μέσα στον ύπνο» (203)
Το τρίστιχο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια του Ρίτσου να εξαντλήσει τον παραχωρημένο χώρο, να τερματίσει τα όρια του περιορισμού του, νʼ αγγίξει το ακρότατό του σημείο. Η γραφή του στην πρώτη συλλογή είναι φωτογραφική, από το φακό του δε ξεφεύγει το τοπίο με όλες του τις ατέλειες ή τελειότητες, ένα τοπίο άλλοτε φυσικό, κι άλλοτε ο χώρος του εγκλεισμού του:
«Οι άνθρωποι περπατάνε με τα χέρια στις τσέπες
ή κάποτε χειρονομούν για να διώξουν μια μύγα
που ξανακάθεται στο ίδιο μέρος πάλι και πάλι
στα χείλη του άδειου ποτηριού ή πιο μέσα
σʼ ένα σημείο απροσδιόριστο κι επίμονο» (203)
Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει για τη Λήμνο, για τους εξόριστους, για τις συνήθειές τους, τα κοινά τους βιώματα, τους κοινούς τους φόβους.
«Κοιμόμαστε λίγο• – δε μας φτάνει.
Όλη νύχτα ροχαλίζουν οι εξόριστοι –
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.
[…]
Μόλις πάμε νʼ ανοίξουμε μια πόρτα
ο αγέρας την κλείνει.
Έτσι κλειδωμένοι απʼ έξω
σφίγγουμε καθένας τα κλειδιά του
μʼ όλο πούχουμε [sic] μονάχα μια στάμνα
μʼ όλο που κανένας μας δεν ΄χει σπίτι»
Οι τελευταίοι στίχοι είναι από τους πιο ενδεικτικούς για τη μελέτη μας. Μιλήσαμε ήδη για το ανθρώπινο χρέος να σταθούν οι εξόριστοι με αξιοπρέπεια απέναντι σε αναξιοπρεπείς θεσμούς. Οι τελευταίοι προσπαθούν να διασώσουν ό,τι μένει από την προηγούμενη ζωή τους, επιλέγουν, ως ένα σημείο, να ζήσουν με ψευδαισθήσεις. Το αίτημα της ιδιοκτησίας μοιάζει μάλλον φλέγον και είναι ένα από τα κατεξοχήν ζητήματα που εκπροσωπούν την εξορία.
Η ψυχολογία έχει μιλήσει για μια ατονία που επέρχεται στους εξόριστους με το χρόνο• όταν πια καμφθούν οι αντιστάσεις τους και παραιτηθούν από την όποια αντίσταση, ατονούν, παραιτείται ένα μέρος τους. Τα πάντα γύρω τους ηχούν μακρινά, ξένα, και μόνο ένας απόηχός τους αγγίζει τα αυτιά των εξορίστων. Ο Ρίτσος μας μεταφέρει την προβληματική αυτή μέσω του Πανούση, του σνεξόριστού τους Πανούση, ο οποίος πληροφορείται το θάνατο του γιου του:
«…Ήρθε ένα γράμμα στο προαύλιο:
Σκοτώθηκε ο γιος του Πανούση.
Κούρνιασαν οι κουβέντες τοίχο – τοίχο.
Το λιόγερμα τίποτα.» (208)
λίγο παρακάτω:
«Το χέρι του Πανούση πάνω στη βελέντζα
είταν ένα κομμένο πλατάνι•
Έτσι λοιπόν – θα πρέπει να μαστε τόσο λυπημένοι
για νʼ αγαπιόμαστε;» (209)
Μοιάζει να έχει επέλθει μια συνήθεια, που αίρει, η τουλάχιστον προσπαθεί να άρει τους συνδετικούς κρίκους με αυτό που έμεινε πίσω.
«Κοντεύουμε να συνηθίσουμε το συρματόπλεγμα τα πρόσωπα τʼ αγκάθια.
Δε χρειάζεται να ξυριζόμαστε τόσο συχνά.
Αργούν οι μέρες και τα χέρια. Συνηθίσαμε.» (209)
Αναφερθήκαμε παραπάνω στη μετατόπιση ύφους μεταξύ των τριών συλλογών που θα εξετάσουμε• το ύφος, που ξεκινά περιγραφικό, αγκαλιάζει το τοπίο, σε μια προσπάθεια να κερδηθεί το ελάχιστο, κλείνει, στενεύει, προσπαθεί να προσλάβει τις πιο λεπτές αποχρώσεις της καθημερινότητας. Στο Ημερολόγιο Εξορίας ΙΙ κυριαρχούν οι μεταφορές, ο λόγος γίνεται πιο σκοτεινός, είναι οι σελίδες της πέτρας:
«…Ένα σαλιγκάρι, κουβαλάει το σπίτι του
βγαίνει στην πόρτα σου
μπορεί να σταθεί, μπορεί να φύγει.
Όλα είναι όπως είναι.
Δεν είναι τίποτα.
Το τίποτα δεν είναι μαλακό.
Είναι πέτρινο.» (224)
Ποιο είναι το μη ρητό; Το tertium comparatione της σύγκρισης με τα σαλιγκάρια; Είναι, πρέπει να υποθέσουμε, οι ίδιοι οι εξόριστοι, άνθρωποι που μεταφέρουν, αταβική κληρονομιά, μόνο μνήμες, εμπειρίες και φαντάσματα μια ζωής περασμένης. «Οι δικοί μας είναι μακριά./ Τα γράμματα είναι λίγα και το πηλίκιο μένει μετέωρο». Στερούνται την πλέον ελευθερία, του κινείσθαι ελεύθερα, μένουν στάσιμοι. Περιορίζουν το βλέμμα τους αναγκαστικά στα λιγοστά που διαθέτουν:
«Δελτάρια λογοκριμένα. Χιόνι.
Θυμάμαι ένα ζευγάρι αρβύλες
Γεμάτες χιόνι.
Θέλω να δώσω στα πράγματα ένα νόημα
που δεν έχουν» (225)
Η ίδια ανάγκη επανέρχεται και παρακάτω:
«Πρόσθεση – αφαίρεση, πρόσθεση – αφαίρεση.
Ωστόσο, λογαριάζοντας, λογαριάζοντας
τα καταφέρνεις στο τέλος να μην κλάψεις»
Τα νοήματα είναι συγκεχυμένα, οι φορείς τους έχουν αφεθεί πίσω στον τόπο τους, αντιμάχονται την προϊούσα λήθη, η οποία εν τέλει αναδεικνύεται νικητής:
«Το σπίτι μας, έλεγες. Ποιο σπίτι;
Το σπίτι μας είναι κει πέρα
με το φανό κρεβάτι
με τη σκούπα
με τʼ ανύποπτα ποιήματα
όχι ακόμη σκισμένα» (239)
ενώ επανέρχεται και μια αναταραχή των όντων. Οι εικόνες στρεβλώνονται, αλλάζουν, ο φακός της εξορίας αρνείται τα παραδεδεγμένα: «Τους συνηθίσαμε τους γλάρους/ δε φέρνουν μήνυμα». Η ανάγκη για επικοινωνία είναι αυτή που διαρκώς επανέρχεται στη συνείδησή τους, την επιζητούν, είναι ο ήλιος που φθάνει να διαλύσει το σκότος και τους αέρηδες του χειμώνα, λέξη που επιστρέφει στις αναφορές στον τόπο της εξορίας. «Κατά τη διατύπωση του Wallace Stevens, η εξορία είναι «ένα πνεύμα χειμερινό», όπου η συγκίνηση του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, όπως και το ενδεχόμενο της άνοιξης, βρίσκονται μεν κοντά, μα παραμένουν απρόσιτα» (13).
Αν λέξεις όπως «κρύο», «αέρας», «χειμώνας», και αργότερα «πέτρα» αναφέρονται στα Ημερολόγια Εξορίας, στον Πέτρινο Χρόνο κυριαρχούν. Στην τελευταία αυτή συλλογή, αλλάζει και το ύφος του ποιητή και από τα ημερολογιακής καταγραφής ποιήματα, περνάμε στις αυτοτελείς, αυτοδύναμες συνθέσεις. Είμαστε πλέον στην τελευταία φάση της εξορίας του Ρίτσου• τα ποιήματα είναι γραμμένα από τον Αύγουστο ως το Σεπτέμβριο του 1951. η αίσθηση, ωστόσο, και η πικρή επίγευση που αφήνουν παραμένουν• είναι ο πόνος που προχωρά αμείωτος. Ο λόγος γίνεται πιο προσωπικός, τα συναισθήματα είναι αυτά που κινούν την ποιητική πένα:
«Απʼ το πολύ που κοιτάξαμε τη θάλασσα, τους ανθρώπους και την
καρδιά μας,
το στόμα μας γέμισε σιωπή και τα μάτια μας αύριο.
Κι ας μην είτανε τίποτα σίγουρο για μας,
είταν σίγουρο πως αύριο τα παιδιά θάχουν στις τσέπες τους
τα περιβόλια και τα παιχνίδια που δεν παίξαμε εμείς
[…]
Γιʼ αυτό μπορούσαμε ακόμη και κοιμόμαστε
μʼ όλο που ο φόβος κουλουριάζονταν μες στις αρβύλες μας»
(Σήμερα, 269)
Οι εξόριστοι διαπραγματεύονται με τη φρίκη και το φόβο της τωρινής τους κατάστασης. Μόνη ελπίδα, οι εκτός των ορίων τους, αυτοί που έμειναν πίσω και έγιναν οι συνοδοί της μνήμης τους, οι εικόνες τους είναι εκείνες που κρατάνε ζωντανούς τους εξόριστους και τους εμποδίζουν από το να κλάψουν. Για τους τελευταίους δεν ήταν τίποτε σίγουρο• ένα μέρος τους θα εκτελούνταν, ένα άλλο θα οδηγούνταν στο θάνατο μέσω των εξοντωτικών βασανιστηρίων και αγγαρειών τις οποίες οι φύλακες τους επέβαλαν και μόνο λίγοι α μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω δυνατοί. Οι περισσότεροι εξόριστοι α επιστρέψουν με φοβίες, με τον τρόμο ζωντανό, ζωγραφισμένο στα μάτια τους. Κάποιοι θα μετατρέψουν αυτά τα συναισθήματα σε δημιουργίες και ο Ρίτσος είναι ανάμεσά τους και μάλιστα, αυτός που τους διδάσκει πώς να το πετύχουν, πώς να κρατηθούν ζωντανοί. Η «θάλασσα» παραπληρωματική των λέξεων «κρύο» κλπ, εμφανίζεται, όχι ως η ειδυλλιακή εκείνη αιγαιοπελαγίτικη εικόνα της γενιά του ʼ30. Είναι η θάλασσα που μεσολαβεί μεταξύ αυτών και ων δικών τους, μεταξύ του ζοφερού, κρύου παρόντος και του παρελθόντος τους. «[…] Η εικόνα του κλασικού νησιωτικού τοπίου αποτυπώνεται ελάχιστα σε αυτά τα ποιήματα. Αντί για τα γαλανά νερά της θάλασσας θα συναντήσουμε το χώμα, την πέτρα και τη λάσπη. Αντί για τον ήλιο και τις ακτίνες του θα βρούμε το κρύο, τη βροχή, τον άνεμο και το σκοτάδι» (14), στοιχεία που αντανακλούν και την επικρατούσα κατάσταση στο μυαλό τους, με ένα άνεμο σαρωτικό, να προσπαθεί να σβήσει τα πάντα.
«Δω πέρα ξεχάσαμε ένα σωρό πράματα.
Δεν είναι ένα παράθυρο να κοιτάξουμε τη θάλασσα.
Αλλιώς κοιτιέται η θάλασσα απόνα παράθυρο,
αλλιώς πίσω απʼ το συρματόπλεγμα.
Η φωνή ενός παιδιού το απόγευμα – πού είναι;-
μια γυναίκα στο κατώφλι του σπιτιού, το σπίτι – πού είναι; –
[…]
Εδώ είναι πολύ το κρύο τις νύχτες,
είναι πολλή μοναξιά κάτου απʼ το φόβο
κι είναι πολλή συντροφιά κάτου απʼ το φόβο
την ώρα που ο θάνατος απάνου στα φυλάκια
παίζει τα ζάρια με τους φρουρούς καθισμένους σταυροπόδι στο χώμα»
(Αλλαγή, 277)
Οι νύχτες των φυλακισμένων μοιάζουν πιο εξοντωτικές από τις μέρες. Η κούραση του σώματος δε συγκρίνεται με τίποτα με τις σκέψεις που βασανίζουν τους εξόριστους το βράδυ. Οικογένεια, σπίτι, όλη η προηγούμενη ζωή τους, έρχονται σαν εφιάλτες να στοιχειώσουν τα όνειρά τους. Κι ανάμεσά τους μια επίπονη ενδοσκόπηση, ένα «γιατί;» μετέωρο, μια φωνή σπαραχτική που αντηχεί στους τέσσερις τοίχους του δωματίου. Η μνήμη ξεθωριάζει και ο χρόνος, πανδαμάτωρ, αλύγιστος, πέτρινος, αλλοιώνει κάθε υπόσταση:
«Πέρασε πολύς καιρός. Ό,τι πήραμε μαζί μας απʼ τα σπίτια μας
όλα τρυπήσανε, λιώσανε, αφανίστηκαν.
Ο ήχος απ΄ το χτύπημα της πόρτας στο λιοπύρι,
η φωνή που έλεγε στο διάδρομο «πώς άργησες»
[…]
όσα πήραμε μαζί μας μέσα στους μπόγους μας
[…]
ξέφτισαν όλα, κομματιάστηκαν, λιώσανε,
[…]
– είναι σαν ένα σκουριασμένο κλειδί – δε χρειάζεται- οι κλειδαριές
σπάσανε.
Όσα φέραμε μαζί μας στους μπόγους μας και στις βαλίτσες μας
όλα τρυπήσανε, λιώσανε. Δε μένει τίποτα»
(Ωστόσο, 295)
Τίποτα, εκτός της αναλγητικής μνήμης, που κάποτε μπορεί να προσφέρει, όμως, και άλγος δυνατό, που είναι το τελευταίο νήμα που συρράπτει τους εξόριστους με τον κόσμο που άφησαν πίσω. Ο χρόνος δαμάζει τα πάντα, ό,τι υλικό ξεφτίζει, χάνεται και ό,τι άυλο πρέπει να αποδείξει τις αντοχές του. Είναι ο εξόριστος απέναντι στον τόπο και απέναντι στον εαυτό του.
`
ΙΙΙ. Επιλογικά
Πώς λειτουργεί, λοιπόν, η μνήμη σε σχέση με το νόστο; Πώς επιστρέφει κανείς στο χώρο από τον οποίο εκδιώχθηκε; Πώς προετοιμάζεται; Τι επιλέγει να κρατήσει μαζί του όσο λείπει, τι αναπολεί και ποια φίλτρα καθορίζουν τη θέαση; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που τέθηκαν στα υπό εξέτασιν ποιήματα και έγινε προσπάθεια να απαντηθούν. Κατά το λεξικό του Δημητράκου, μία από τις έννοιες της εξορίας είναι ο εντός της χώρας αποκλεισμός, ένας χώρος μάλλον «δυσκολότερος» να τον αντέξει κάποιος, γιατί γνωρίζει και τη γλώσσα, που άλλους εκτοπισμένους τους απασχολεί, αλλά και πολλές φορές το έδαφος που στέλνεται. Ο Ρίτσος ήταν ένας, μεταξύ πολλών , ποιητής που βίωσε πολλαπλές εξορίες στη ζωή του. Εμείς, ασχολούμαστε με εκείνη μετά τον Εμφύλιο στη Λήμνο και τη Μακρόνησο και βάζουμε πυρήνα της αναζήτησής μας τις συλλογές του Ημερολόγια Εξορίας Ι και ΙΙ και τον Πέτρινο Χρόνο, ποιήματα της εξορίας, γραμμένα στους τόπους εκείνους. «Τα ποιήματα της εξορίας συλλαμβάνονται κάτω από την πίεση μιας αποτρόπαιης πραγματικότητας ή ανακαλούνται μέσα από μια νωπή και τραυματική μνήμη. Ποιήματα ντοκουμέντα, ποιήματα μαρτυρίες, ποιήματα θάρρους και συντροφικότητας, ποιήματα μοναξιάς και απόγνωσης, αυτά τα ποιήματα λειτουργούν προπάντων με τις σιωπές τους» (15).
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Γιώργος Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός
`
*********************************************************
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Edward W. Said, Αναστοχασμοί για την εξορία, Scripta, Αθήνα, 2006, σελ. 286
2. Ό.π. σελ. 286
3. Ό.π. σελ. 303
4. Έλλη Αλεξίου, Πάντα σε γη αγαθή, Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, σελ. 14
5. Αγγελική Κώττη, Γιάννης Ρίτσος – ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σελ. 121
6. Ό.π. σελ. 123
7. Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε διασταύρωση, επιμ. Λίζυ Τσιριμώκου, Άγρα, Αθήνα, 2008, σελ. 46
8. Ό.π. σελ. 51
9. Ό.π. σελ. 49
10. Ό.π. σελ. 65
11. Ό.π. σελ. 64
12. Ό.π. σελ. 64
13. Said, ό.π. σελ. 304
14. Χριστίνα Ντουνιά, Το νησί ως εξορία στη νεοελληνική ποίηση παραδείγματα συμβολικών και ρεαλιστικών τοπίων, από: https://www.academia.edu/3086814/_, σελ. 612
15. Ό.π. σελ. 614











Καταπιαστήκατε με ένα τεράστιο θέμα, κύριε Μώρο, και τηρουμένων των αναλογιών (χώρου και θέματος), κάνατε μια πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή σε μία από τις πολλές ιδιαιτερότητες της “ανοικονόμητης” -αλλά μεγάλης σε ύψος- ποίησης, του Γιάννη Ρίτσου! Θα είναι χρήσιμη για εκείνους που αγνοούν, ενδεχομένως, τον Γιάννη Ρίτσο και την μεγάλης πνοής ποίηση του, αλλά και σ΄εκείνους που με μεγάλη ευκολία μιλούν, απαξιωτικά σχεδόν, για την μοναδικότητα του Γιάννη Ρίτσου, στα ελληνικά γράμματα.
Αγαπητοί κύριοι, σίγουρα δεν μπορεί κανείς σε τόσες λιγες σελίδες να περιγράψει με ενάργεια το ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου. Ωστόσο, ψήγματα και μόνο ψήγματα σε μια προσπάθεια εντόπισης βασικών μοτίβων ποιητικής. Η παρούσα δημοσίευση αποτελεί υπόθεση εργασίας για μία αναλυτικότερη θεωρητική αναζήτηση της εμπειρίας της εξορίας στη νεοελληνικής λογοτεχνία. Ευχαριστώ για τα σχόλια σας, πάντοτε χρήσιμες οι παρεχόμενες πληροφορίες. Χαίρειν!
Είναι πολυπαραγοντική η εξορία στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Η ενδοσκόπηση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά σε αρκετά ποιήματά του. Έχετε δώσει μια καλή προσέγγιση, κ. Μ.Κ.Μ. και την χάρηκα. Δεν εξαντλεί το θέμα. Αξίζει να επανέλθετε/επανέλθουμε.