Λένε πως κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, γεννήθηκε ένα παιδί αλλιώτικο από τα άλλα.
Δεν ξεχώριζε ούτε για τη δύναμή του ούτε για τη σοφία του, μα για κάτι πιο απλό και πιο σπάνιο: γελούσε.
Γελούσε εύκολα, αυθόρμητα, με την καρδιά του.
Με το παραμικρό, ένα φύλλο που έπεφτε, ένα πουλί που φτερούγιζε, ένα στραβοπάτημα δικό του-και ξέσπαγε σε γέλιο καθαρό, δυνατό.
Στο σχολείο όμως, το γέλιο του δεν ήταν ευπρόσδεκτο.
Ο δάσκαλος ήταν αυστηρός άνθρωπος, λάτρης της πειθαρχίας και της σιωπής. Κάθε φορά που ο μικρός γελούσε, η βέργα κατέβαινε στο χέρι του.
«Σοβαρέψου!» του φώναζε.
Το παιδί έβγαζε ένα μικρό «αχ»… και ύστερα γελούσε ξανά.
Όχι από πείσμα. Σαν να συγχωρούσε.
Σαν να μην ήξερε πώς να κάνει αλλιώς.
Τα παιδιά τον κορόιδευαν στην αρχή.
Μετά όμως συνήθισαν.
Και σιγά σιγά τον πλησίασαν.
Γιατί ο γελαστός βοηθούσε όλους.
Σήκωνε βάρη, κουβαλούσε νερό, έτρεχε για θελήματα, πάντα με χαρά.
Ακόμη και στις λύπες του χωριού ήταν παρών.
Στις κηδείες στεκόταν σιωπηλός.
Δεν γελούσε. Μα τα μεγάλα του μάτια έλαμπαν με μια παράξενη γαλήνη.
«Όλα αλλάζουν», έλεγε σιγά.
«Προς τη χαρά».
Οι άνθρωποι τον αγαπούσαν χωρίς να ξέρουν ακριβώς γιατί.
Ύστερα ήρθε ο πόλεμος.
Ο γελαστός έφυγε όπως όλοι οι νέοι.
Και για καιρό, κανείς δεν άκουσε νέα του. Μέχρι που μια μέρα, γύρισε.
Επέστρεψε με παράσημο ανδρείας.
Και με ένα πόδι λιγότερο.
Το χωριό πάγωσε στη θέα του.
Περίμεναν να δουν έναν άνθρωπο σπασμένο. Έναν άνθρωπο που έχασε το γέλιο του μαζί με το πόδι του.
Μα εκείνος στάθηκε στο καφενείο του Σαρανταυγα ακουμπισμένος σε ένα ξύλινο μπαστούνι, κοίταξε τους συγχωριανούς του και… γέλασε.
Όχι όπως παλιά. Πιο βαθιά. Πιο ήσυχα.
Σαν να είχε ρίζες μέσα στη γη.
«Ζω, γύρισα, βλέπω τον Κορινθιακό από δω ψηλά», είπε.
«Και αυτό φτάνει».
Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω του.
Κάποια κοίταζαν φοβισμένα το κομμένο πόδι.
Εκείνος το χτύπησε ελαφρά με το μπαστούνι και χαμογέλασε:
«Έφυγε νωρίς για να μου κρατήσει θέση στον ήλιο, Παρέα με τα πουλιά».
Τα παιδιά γέλασαν. Και ο φόβος τους έλιωσε.
Από εκείνη τη μέρα, δεν τον έλεγαν πια μόνο «ο γελαστός».
Τον έλεγαν «ο γελαστός που νίκησε».
Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε νικήσει.
Τον πόλεμο; Τον πόνο; Την απώλεια;
Ίσως όλα μαζί.
Τα χρόνια πέρασαν.
Ο δάσκαλος γέρασε.
Μια μέρα τον συνάντησε στον δρόμο. Στάθηκε απέναντί του και είπε:
«Σε μάλωνα γιατί νόμιζα πως το γέλιο σου ήταν απειθαρχία».
Ο γελαστός χαμογέλασε ήρεμα.
«Ήταν ο τρόπος μου να αντέχω», απάντησε.
Ο γέρος δάσκαλος κατέβασε το κεφάλι.
Για πρώτη φορά, δεν είχε λόγια.
Όταν ο γελαστός έφυγε από τη ζωή, όλο το χωριό μαζεύτηκε για να τον αποχαιρετήσει. Δεν ακούστηκε γέλιο. Μόνο μια γλυκιά, παράξενη ησυχία.
Σαν να μην ήταν τέλος.
Σαν να ήταν συνέχεια.
Κάποιος ψιθύρισε:
«Σαν να μας χαμογελά ακόμα».
Και τότε, ένα μικρό παιδί, χωρίς να ξέρει γιατί, άρχισε να γελάει σιγά.
Κανείς δεν το μάλωσε.
Γιατί όλοι κατάλαβαν:
Ο γελαστός δεν είχε φύγει.
Είχε απλώς αφήσει το γέλιο του πίσω.
Κι όλα αυτά-έτσι λένε-έγιναν στο Θροφαρι Κορινθίας.
Έναν τόπο ήσυχο, χωμένο ανάμεσα σε γη που κρατά μνήμη και ουρανό που ανοίγει δρόμους πάνω από τον Κορινθιακό.
Ίσως γι’ αυτό, λένε μερικοί σήμερα, διάλεξε κι ο Αργύρης Χιόνης αυτό το μέρος.
Για να καλλιεργήσει τη γη… και τον λόγο.
Γιατί σε τέτοια μέρη, το χώμα δεν κρατά μόνο ρίζες.
Κρατά φιλίες και ιστορίες.
Και κάπου ανάμεσά τους-αν σταθείς σιωπηλός-
ίσως ακούσεις ακόμη ένα γέλιο-ποίημα.
.
Αφήστε ένα σχόλιο









