`

Ωραιότητα

«Νύκτωρ ἐφʼ ὑμᾶς δόλιος ὁρμᾶται μόνος»
«Τη νύχτα μοναχός του έρχεται κατά πάνω σας με δόλο»

Τα δίχτυα του ωραίου
τόσο αδίστακτα αρπάζουν
την ανάσα σου
σε τραβούν απʼ τα μαλλιά
Σειρήνες της οράσεως
σε γεμίζουν μέλια
τόσο γλυκά τα κεντριά
των μελισσών τους

ο Αχιλλέας ορμάει με τʼ άρμα του
κι εσύ εν λευκώ τιμαλφές
δούλος του σκαιού ματιού
θήραμα
ξοπίσω του σερνάμενο στα χώματα
– σκόνη οδυρμός σκόνη –
ούτε που κατάφερες να οσμιστείς
του είδωλου τη βρόμα.

«Ὁρῶ γὰρ ἡμᾶς οὐδὲν ὄντας ἄλλο πλὴν
εἴδωλʼ, ὅσοι περ ζῶμεν, ἢ κούφην σκιάν»
«Βλέπω πως εμείς οι άνθρωποι τίποτε άλλο δεν είμαστε
παρά φαντάσματα και ίσκιος πετούμενος»

(* Αρχαία ελληνικά αποσπάσματα: Σοφοκλέους, Αίας, στιχ. 47, 125-126)

`

*

Κώνειο

Αφού δε θέλεις να πάρεις
το ποτήρι και να με συνοδεύσεις
στη μυσταγωγία του κωνείου,
αφού δε θες τους χυμούς
του έρωτα απόψε να γευθείς,
πέτα το μακριά και δες το να γίνεται
χιλιάδες μικρά, πικρά κομμάτια.
Ποιος είμαι εγώ να σε πιέσω
την αιωνιότητα στα χείλη να ορεχθείς
και τη διώκουσα αλήθεια κατάματα να δεις;
Ένας ήταν ο Σωκράτης.

`

*

Ζωή και ποίηση

Και τι κάνουμε
σε τούτη τη ζωή;

Πετρούλες ρίχνουμε
μέσα σε μια λιμνούλα βρόμικη
απʼ τις ψυχές μας και θαυμάζουμε
τους παφλασμούς
κρεμάμενοι από τα χείλη των άλλων
πώς θα κρίνουν τους κυματισμούς μας.

Προσωρινά ταράζουμε
τα πάλαι ποτέ νερά.
Για μια θέση στον πυθμένα
των χαμένων ονείρων
και της σκληρής πραγματικότητας.
Για το βοτσαλάκι μας ˙
ούτε καν για εμάς.

Και κάπου εκεί σε μια όχθη
θροΐζουν οι ποιητές.
Έξω κόσμος.
Τραυλίζουν λέξεις.
Λέξεις που δεν τους αφήνουμε
να ρίξουν στη λιμνούλα μας.
Ασυναρτησίες
που δεν ταιριάζουν σε νερά λιμνάζοντα.

`

*

Πράσινοι ωκεανοί

πράσινοι ωκεανοί
σε μαύρη καταιγίδα
θάλασσα κόρη
μονάκριβη του ασφαλούς θανάτου
δυο κρίνα μελανά
το τείχος της ομίχλης
δυο πράσινοι ανθοί
πολιορκούν σαν δόρατα
οι αφροί το χάδι της γαλήνης
αναστεναγμός
ματαιότητας
ελπίδα που πεθαίνει
πρώτη ή στερνή
ξορκίζει τη ζωή
πράσινα νερά
σμαράγδια
πολύκαρπου νησιού
κοράκια ασθενή
ρουφούν νερό
άπληστα
το φτύνουν
του έρωτος ωδές
ενός τυφλού Ομήρου
ψευδέρωτος σπουδές
μιας πόρνης αγνοστόλιστης
ερωτηματικά
παράφορα
ένα γιατί
κι ένα επειδή
δίχως φτερά αετοί
πράσινοι ωκεανοί
που γίναν
βούρκοι πράσινοι

`

*

Υάκινθος

Απλώνω τις χούφτες μου
σαν τον Υάκινθο στη λύρα
Μέσα τους φυσάς χάδια
και δροσοσταλίδες
Η ηχώ σου
στη ραχοκοκαλιά μου

Κλείνω τις χούφτες μου
σφιχτά σφιχτά
σφραγίδα το χαμόγελό σου
να ζηλέψουνε οι άγγελοι
να χορέψουν οι θεοί

Στις χούφτες μου κυλά ροδόνερο
Η ώρα της τελείωσης
ετόξευσε το δίσκο

Έφταιγε ο Απόλλων
ή ο Ζέφυρος;

Ανοίγεις τις χούφτες μου
Νηρηίδες ξεπηδούν άδοντας ροδόνερο
ερωδιοί με μοιρολόγια και αηδόνια
ποτάμι δάκρυα
φυτεύουν δέντρα

Τελευταίοι οι ψίθυροί σου
και τα χάδια
Βουβά τα βουτάς
με βέβηλη βία
τα βάζεις βλαστούς στα μάτια σου
Στο μνήμα μου σκορπάς πρασινάδα

Έφταιγε ο Απόλλων
ή ο Ζέφυρος;

Οι ψίθυροι
τα χάδια σου
Με ραίνουν υακίνθους

`

*

Φεγγαροντυμένη

Την είδα ξημερώματα.
Χωρίς ανάσα και καρδιά μετά του έρωτα τα βέλη
ήρθε κι έσκυψε δίπλα μου.
Το γλυκό της νανούρισμα με πήρε αγκαλιά
και σαν από όνειρο ξύπνησα.
Τη συνάντησα πάλι μετά από πολλούς αναστεναγμούς
ένα δειλινό του φθινοπώρου.
Κάτω από ένα δέντρο, δίπλα στο ποτάμι
την έλουζαν τα φύλλα.
Μου χαμογέλασε με πίκρα και με νόημα σαν πάθος
συναίσθημα πρωτόγνωρο.
Χάθηκε στης Αφροδίτης το χορό πίσω απʼ το δέντρο
μα το βλέμμα της στοιχειό.
Ερχόταν πάντα όταν μου τέλειωναν τα γήινα τα πλαίσια
σαν τελεσίδικη συνέχεια.
Και σαν παρθένα πλάγιαζε στης θλίψης μου τον ρου
κι έρωτα έκανε με την ψυχή μου.
Δεν ήξερα ποια ήτανε μα με το νου μου έψαχνα
απεγνωσμένα να τη βρω.
Αδελφή μου ή ερωμένη, αντίδοτο ή ναρκωτικό
ή το υπαρξιακό μου εγώ;
Στο απόλυτο μεταίχμιο την βρήκα ένα βράδυ υπό το σεληνόφως
με μάτια απροσδιόριστα.
«Ποια Φεγγαροντυμένη είσαι εσύ;» ψέλλισε το μυαλό μου
κι άξαφνα φύγαν οι αισθήσεις.
«Εγώ είμαι η Ποίηση, μικρέ μου αδελφέ κι ανείπωτε εραστή μου».
Κι ήτανε μοίρα αμετάκλητη.

`

*

Ωδή στην Αλεξάνδρεια (Το Αντίο)

Στον Κ. Π. Καβάφη

Ένα αντίο μοναχό στα χείλη
για την Αλεξάνδρεια που έχασα.
Σφιχταγκαλιάζει της σιωπής τις νότες
κι ωρύεται στα βάθη του ωκεανού.
Βρέθηκε μια αχτίδα φωτός σαν ομίχλη
μα χάθηκε στης αβύσσου τα νερά.
Στο βάθος του ορίζοντα η Αλεξάνδρεια,
προσκήνιο μία άγνωστη φωνή
και κάπου στο ενδιάμεσο ένα πρόσωπο.
Πολλά υποσχόμενο, μα μέγας παραβάτης.
Χάνω τη μια Αλεξάνδρεια μετά την άλλη.
Και το αντίο ένας ήχος μακρινός.
Ονειρικός και αέναα ανήκουστος.
Κουβάρι μπερδεμένο.
Μα κάποιος ξέχασε το μίτο να ξεχάσει.
Στο κατώφλι της Αλεξάνδρειας, μορφή στιλπνή,
μα εν μια νυκτί σκόρπισε κι αυτή
σα στάχτη μιας νεκρής ανάμνησης στον άνεμο.
Πώς να την αποχαιρετίσω
όταν αυτή ήταν που μου χάρισε πνοή
και από την πίσω όψη του καθρέφτη
κατάρα ματωμένη σα σπαθιού κορφή;
Της Αλεξάνδρειας το αντίο
μόνο μια άηχη δειλή ιαχή.