`
ʽthe aim of all commentary on art now should be to make works of art…
in place of a hermeneutics we need an erotics of artʼ
Susan Sontag.
`
Διαβάζοντας τελευταία το γνωστό βιβλίο της Susan Sontag «Against interpretation» στο οποίο ισχυρίζεται ότι αυτό που χρειάζεται ένας καλός κριτικός τέχνης και ειδικότερα λογοτεχνίας είναι η αισθητική εμπειρία, (όποια κιʼ αν είναι αυτή) και η ερωτική, δηλ. δημιουργική σχέση του κριτικού με το αντικείμενο της ενασχόλησης του, το λογοτεχνικό κείμενο ή το έργο τέχνης, θυμήθηκα το γνωστό και πρώιμο εκείνον κείμενο του Γρηγόριου Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια τον Νοέμβριο του 1903. Ανάμεσα στην ογκώδη φιλολογία και τις κριτικές προσεγγίσεις που διατυπώθηκαν με αντικείμενο τον Μεγάλον Αλεξανδρινό το κείμενο του Ξενόπουλου ξεχωρίζει γιατί ακριβώς διαθέτει αυτόν τον ερμηνευτικό ερωτισμό που η Susan Sontag θεωρεί πως πρέπει να είναι εγγενές στοιχείο μιας οποιασδήποτε μορφής ερμηνευτικής προσέγγισης της τέχνης.
Ο Καβάφης ήταν τότε ένας νέος ποιητής, ο οποίος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει το 40ο έτος του βίου του και φυσικά δεν είχε μέχρι τότε δημοσιεύσει οποιανδήποτε ποιητική συλλογή. Όπως παρατηρεί ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν είχε δημοσιεύσει παρά μόνον γύρω στα 12-15 ποιήματα και αυτά σποραδικά σε διάφορα περιοδικά της Αλεξάνδρειας. Το κείμενο αυτό του 1903 του Γρηγόριου Ξενόπουλου, παρόλο που ανήκει σʼ αυτήν την κατηγορία κειμένων που θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε στην λογοτεχνική κριτική, έχει μια ιδιαίτερη λογοτεχνική χροιά (θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη και ποιητική) η οποία υπερβαίνει την αυστηρή και εν πολλοίς ρηχή φιλολογική προσέγγιση.
Το κείμενο του Ξενόπουλου αρχίζει προβάλλοντας την προσωπική σχέση του συγγραφέα-κριτικού με τον συγκεκριμένο ποιητή και την ποίηση του, χωρίς να προσπαθεί να διεκδικήσει οποιανδήποτε επιστημονική εγκυρότητα. Ο Ξενόπουλος στο κείμενο του 1903, στα Παναθήναια, αφηγείται το χρονικό μιας σχέσης, ανάμεσα σʼ ένα αναγνώστη-κριτικό και σʼ ένα ποιητή, τον Καβάφη:
`
«…είνε πολύς καιρός, δέκα ίσως δώδεκα χρόνια, αφότου εδιάβασα εις κάποιον Ημερολόγιον το πρώτον του ποίημα, …το όνομα που είδα από κάτω, το νέον και όλως διόλου άγνωστον – Κωνστ. Π. Καβάφης – μου εκαρφώθη από τότε. Και από τότε αγαπούσα να διαβάζω ό,τι απαντούσα με αυτό το όνομα, ποιήματα πάντοτε, πολύ αραιά, πολύ σύντομα, μια φορά τον χρόνον από δέκα-είκοσι στίχους… τα χρόνια περνούσαν, και καθένα κάτι επρόσθετεν εις την μικράν αυτήν και σκόρπιαν συλλογήν• αλλά συγχρόνως κάτι επρόσθετε και μέσα μου. Σιγά-σιγά η προσοχή μου μεταβλήθη εις εκτίμησιν• κιʼ άξαφνα, μίαν ημέραν, παρατήρησα μʼ έκπληξιν, με φόβον, ότι η εκτίμησις είχε φθάση τα επικίνδυνα όρια του θαυμασμού…».
`
Ο Ξενόπουλος αφού πρώτα σκιαγραφήσει τον ποιητή μʼ έναν αισθαντικό και αισθητικά άρτια λόγο δεν θα διστάσει να χαρακτηρίσει την σχέση του με την ποίηση αυτού του άγνωστου νέου ποιητή ως ερωτική, «…έκαμα την ερωτικήν εξομολόγησιν μου προς τον ποιητήν μου αμέσως, με την πρώτην γνωριμίαν μας… Ο Καβάφης δεν εδυσκολεύθη καθόλου να πιστεύση την ειλικρίνειαν του αισθήματος μου…». Βέβαια, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ήταν ένας λόγιος συγγραφέας και το σχόλιο του για τον Καβάφη δεν περιορίζεται σε μια έκφραση απλά της προσωπικής του σχέση με τον ποιητή, αλλά υπογραμμίζει πολύ σημαντικά ποιητολογικά στοιχεία της ποιητικής του Αλεξανδρινού όπως λ.χ. ότι τα ποιήματα του Καβάφη: «… είναι προιόν, μελέτης, μακράς και γνώσεως τελείας… (έναν ποίημα) προδίδει ολόκληρον σύστημα κοινωνικής φιλοσοφίας, καταστρωθέν ολίγον κατʼ ολίγον». Ενώ παράλληλα εντοπίζει σʼ αυτά τα μόλις 12-15 ποιήματα ότι πρωτίστως το ποιητικό υλικό της ποίησης του Καβάφη είναι οι «ιδέες» και ακολούθως η Ιστορία και η Μυθολογία. Όμως το κυρίαρχο στοιχείο που κάνει αυτό το πρώιμο κείμενο του Ξενόπουλου για τον Καβάφη να ξεχωρίζει είναι αυτό που θα γράψει η Susan Sontag ένα σχεδόν αιώνα αργότερα• η ερωτική σχέση του κριτικού με το αντικείμενο του. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε το 1903 ένα μοντέλο ερωτικής ερμηνευτικής της ποίησης.










