–

Ι

Τη μέρα που σε γέννησα, τʼ αδέρφια σου πεινάγαν
δεν είχα σούπα να τους δώσω, κι έκλαιγαν συνέχεια.
Τη μέρα που σε γέννησα, μας έκοψαν το γκάζι·
Με φως σβηστό σʼ εδέχτη ο κόσμος μέσα στην ανέχεια.

Εννιά μες στην κοιλιά μου εγώ σε κουβαλούσα μήνες.
Με τον πατέρα σου μιλούσα – λέγαμε πώς νά ʼσαι;
Για τους γιατρούς δεν είχαμε ούτε τσακιστή δεκάρα.
Ψωμί σού φέρνω (μού ʼλεγε), ξανά πατάτες βράσε.

Τις μέρες που γκαστρώθηκα, είχαμε (θυμάμαι) θάψει
τη ζωή μας, κι είταν οι ελπίδες για δουλειά φευγάτες.
Ο Μαρξ κι ο Λένιν μοναχά μας έλεγαν με γνώση
πως είνʼ για μας το μέλλον κρατημένο: τους εργάτες.

*

ΙΙ

Μες στην κοιλιά μου, τότε που σε κουβαλούσα,
καλό δεν είταν τίποτα παντού τριγύρω·
και το μωρό μου το κακόμοιρο που θά ʼρθει
σε κόσμον άσκημο να βγει τράβηξε κλήρο.

Απόφαση πως μόνη θα νοιαστώ επήρα,
προτού το φως να ιδεί, αυτός νά ʼναι σαΐνι.
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
Καλύτερος ο κόσμος πια για μας να γίνει.

Τα κάρβουνα βουνά έβλεπα μεγάλα νά ʼναι
στις μάντρες κι έλεγα: «Τα δάκρυα μη σε πιάνουν!»
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
και κάρβουνα να βγει να βρει να τον ζεστάνουν.

Τα μάτια μου καρβέλια τρώγαν στη βιτρίνα,
Μα ψίχουλο δεν έβρισκαν οι πεινασμένοι.
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
και αυτός νά ʼχει ψωμί και γιʼ αλλουνούς να μένει.

Και τον πατέρα του στον πόλεμο τού πήραν·
και πήγε εκεί, μα δίχως να γυρίσει πίσω.
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
μην του συμβεί κι αυτόνε να νεκροφιλήσω.

Μες στην κοιλιά μου τότε που σε κουβαλούσα,
σιγόλεγα από μέσα μου και πώς να μοιάζεις;
Εσύ, που εντός μου σε κουβάλησα, δεν πρέπει…
εσύ… ποτέ δεν πρέπει φρένο εσύ να βάζεις!

*

III

Σε κουβαλούσα στην κοιλιά και γύρω μου όλμοι
επέφταν, κι είταν πόλεμος, μάχη μεγάλη.
Να σε συλλάβω μού ʼπαν άλογη είναι τόλμη.
Το θάρρος όμως μού ʼλεγε πού θα με βγάλει.

Ο Μόλτκε και ο Μπλύχερ, στρατηγοί βαρβάτοι,
στη νίκη δεν εφτάσανε ποτέ, παιδί μου,
εκεί, όπου κάτι πάνες πρόχειρες και κάτι
φασκιές, είνʼ νίκη θριαμβευτική δική μου.

Με γάλα και ψωμί καλύτερα μας βλέπει
η νίκη· το ζεστό δωμάτιο είναι μάχη
που εκερδήθη· κι ίσαμʼ να μεγαλώσεις πρέπει
νυχτοήμερα να μάχομαι για το στομάχι.

Το νά ʼβρω εγώ ένα ψίχουλο ψωμί για σένα
θα πει να κάνω απεργίες κάθε τόσο·
θα πει να βγω μπροστά στα τεθωρακισμένα·
θα πει τους στρατηγούς τους να κατατροπώσω.

Μικρούλι μου μωρό, μʼ εσέ και τη ζωή σου
εκέρδισα μια μάχη που καμμιά της ίση
δεν έχει· κι έπειτα ενίκησα μαζί σου
κι εκείνον που μας έχει τελικά νικήσει.

*

IV

Αχ, γιέ μου, αχ! Ό,τι κι αν γενείς, το ρόπαλό τους
απάνω απʼ το κεφάλι σου θά ʼναι σηκωμένο·
για σένα η γης είναι τάφος, που για το καλό τους
εκείνοι απέναντι σʼ τον έχουνε ανοιγμένο.

Γιε μου, άκουσε τη μάνα σου – άκου τη μιλιά μου:
φριχτή πανούκλα αντίς ζωή σε περιμένει.
Μα εγώ δεν σε κουβάλαγα μες στην κοιλιά μου,
τροφή για νά ʼχει το κακό εξασφαλισμένη.

Υπάρχει ό,τι δεν έχεις – δεν έχάθηκε, όχι!
Αν δεν σʼ τα δίνουνε, ναν τους τα πάρεις μύρια!
Εγώ δεν σʼ έφερα στου κόσμου αυτή την κόχη
τις νύχτες να κοιμάσαι κάτω από γεφύρια.

Ξεχωριστή μπορεί και να μην είσαι πάστα.
Λεφτά δεν έχω, μήτε προσευχές. Μα βίδες
οι ελπίδες μου όλες γίνανε, αν ποτέ πεις: «Άσʼ τα!»,
για να γενείς γραφιάς με κόλλες και σφραγίδες.

Τις νύχτες ξαγρυπνώ σιμά σου ώρα την ώρα·
Σε νιώθω: σφίγγεις τη μικρή γροθιά σου. Φάʼ τους!
Για πόλεμο σε λογαριάζω απʼ τα τώρα –
ποτέ μην καταπιείς τα σκατοψέματά τους!

Η μάνα σου ποτέ δεν σʼ έχει κοροϊδέψει·
ξεχωριστός δεν σού ʼπε κάτι να περνιέσαι·
αλλά ούτε και με καμμιάν έγνοια σʼ έχει θρέψει,
σε σύρματα –νερό ζητώντας– να κρεμιέσαι.

Με τους συντρόφους σου (αχ, να γλυκαθούν μου οι πόνοι!)
τη δύναμη εκεινών να τήνε κάνʼτε σκόνη!
Εσύ, γιέ μου, κι εγώ και όλοι οι όμοιοί μας
αντάμα νά ʼμαστε για πάντα στη γραμμή μας,
για νά ʼνʼ όλοι οι άνθρωποι ίσοι που η γης σηκώνει!