Οι μόνοι που χρειάζονται τα λεφτά είναι οι ποιητές
τα δίνουν αμέσως πίσω στην αγορά

Πολυκατοικίες ολάκερες, οικοδομικά τετράγωνα συνεχόμενα
Κρύες πολεμίστρες του μεσαίωνα
Χωρίς λεφτά για θέρμανση, σκασμένοι απ την υγρασία άβαφοι τοίχοι
Άνθρωποι ερμητικά κλεισμένοι στα δωμάτια, κάτω απʼ τις κουβέρτες
Χαζεύοντας την οθόνη
Bugs της χαράς σας

Γέμισε ο τόπος δίποδα προϊόντα, διαφημίζοντας τον εαυτό τους
Ισχυριζόμενα πνευματική υπόσταση
Υποσχόμενα πνευματική ανάταση

Μόνο η εικόνα κρίνει και κάποιες φευγαλέες αναμνήσεις

Ή θα βγούμε όλοι μαζί στους δρόμους
Ενάντια σε κατεστημένα, γραφές, λόγια, μόδα, νόμους, οικογένειες
Ή θα σιωπήσουμε για πάντα χαμένοι στα μοναχικά μας βασίλεια
Μετακινήσεις και επαφές μόνο οι στοιχειώδεις
Μιας και όλα πλέον απαγορεύονται
Έχουν πετύχει τον ολοκληρωτικό επεκτατισμό του φόβου της έκφρασης
Και αποδοχής του διαφορετικού
Τα βιολιά είναι οργισμένα, η μουσική τους ζητάει λύτρωση
Τέρμα η εποχή του βαλς κούκλα

Μετρώντας ο καθένας πόσοι τον αγαπάνε ή αν αγαπά τον εαυτό του
Οι ψυχώσεις του καθενός τα όνειρα του αύριο
Επιχειρηματικές ιδέες , κόλπα και τακτικές , όλα με στόχο για ʽʼγκομενάκιαʼʼ
Όλα είναι τσόντα
Το μπαλκόνι ευτυχώς είναι ακόμα το καλύτερο μέρος εξομολόγησης

Ένα κράτος που συμπεριφέρεται ακριβώς όπως ένας κοινός drug dealer
Σαν ένα βαποράκι της πλάκας-επαρχιώτικο
Παίρνει τα λεφτά πριν και σ αφήνει να περιμένεις το εκάστοτε προϊόν που ζήτησες
Κι όταν με το καλό κάνεις την παραλαβή συνειδητοποιείς ότι και πιο λίγο είναι και κακής ποιότητας, πολίτες εξαρτημένοι απ τις πληρωμές του κράτους νταβατζή
Συνταξιούχοι περιμένοντας 3 χρόνια να πάρουν τη γαμημένη σύνταξη τους
Έμμεση εντολή θανάτου

Κατά ένα περίεργο τρόπο στα περισσότερα γραπτά-σημειώσεις ημερολογιακού τύπου
Βγαίνουν τα κακά συναισθήματα, οι πικρίες, οι κακόβουλες κριτικές
Βλέπεις τα ʽʼσ αγαπώʼʼ μένουν μόνο αν τα ακούς

Ξεκίνημα, καινούρια αρχή
Θα βάλω στόχους στη ζωή μου
Θα πάρω ψωμί απόψε, πολύσπορο
Μύρια τα φώτα δίπλα μου
Σταθερός, αφήνοντας την ζωή να με προσπερνά

Τόσα χρόνια μεταξύ παραισθήσεων και πραγματικότητας, δουλειάς και τύχης
Γεμάτα εκκωφαντικές σιωπές και κραυγές στη ζώνη του λυκόφωτος απ΄ το σπίτι στη γειτονιά με ονόματα των δρόμων νησιών, περιστοιχισμένο από εγκαταλειμμένα όνειρα, ευχές για έναν ήσυχο θάνατο, μυρωδιές από ξύλο η οποιοδήποτε άλλο υλικό που χρησιμοποιείτε για καύσιμη ύλη, με παιδιά μεταναστών κάθε απόγευμα στον δρόμο να κυνηγάνε γάτες, με νεκρές αχλαδιές στις αυλές των σπιτιών, με την παχουλή γειτόνισσα ν αφήνει το κλειδί κάτω απ την γλάστρα και τις Κυριακές με τον μπλε κάδο γεμάτο ανέγγιχτες εφημερίδες κομμένες μόνο στο σημείο με τα κουπόνια.

Μία σαύρα στο τασάκι
Τα νερά φύλλα στοιβάζονται με τάξη στον απολιθωμένο κήπο
Δωμάτιο χωρίς κουρτίνες, εγώ και η γυμνή ασχήμια μου
Η εποχή της φράουλας

Η αδερφή μου, η κόρη που δεν θα αποκτήσω πότε

Το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι πατεράδες είναι ότι δεν χαίρονται με την εξέλιξη των παιδιών τους, δεν πιστεύουν στα όνειρα τους, έτσι και τους ξεπεράσουν καμία επαφή μετά το μόνο που μετράει και πείθει είναι το χρήμα

Γουστάρω το μπάχαλο της μοναξιάς
Γεμίσαμε ξερόλες, ρε αυτήν τη βεβαιότητα μόνο οι νεκροί την έχουν
Κι εγώ να θυμάμαι τον παππού μου που έκλαιγε στο κυριακάτικο τραπέζι

Για τον κάθε βιοπαλαιστή η ιστορία δεν υπάρχει, τα γεγονότα είναι μη γινόμενα

Το φεγγάρι έχει το χρώμα των μαλλιών σου, πορτοκαλί, το χρώμα πριν την κόλαση ή τον παράδεισο κι εμένα μου φάνει απλά να είμαι η ανατριχίλα των πόρων στο μαυρισμένο από τον ήλιο δέρμα σου

Να μην ξεχάσω να βγάλω τα allstars όταν μεγαλώσω