Άτιτλο

Τη νύχτα εκείνη θα φοράω το καλό μου t-shirt, το ακριβό.
Το χέρι μου θα γλιστρίσει στις ανασφάλειες σου και θα τις τσακίσει.
Το χέρι σου θα τσακίσει το στήθος μου
και θα πάλλεται με ρυθμό 100 μετανοιών το δευτερόλεπτο.

Τη νύχτα εκείνη,
που θα φοράω το καλό μου t-shirt,
την ώρα που θα συνθλίβω τις ανασφάλειες σου
και που το χέρι σου θα πάλλεται με ρυθμό 100 μετανοιών το δευτερόλεπτο,
θα εκσφενδονιστούμε σε δύο νέες Aνατολές.

Εσύ χωρίς φόβους.
Εγω χωρίς καρδιά, πια.

*

Απλά. Ντόπρα. Σταράτα.

Σκοπός του γιατρού είναι να θεραπεύει ανθρώπους. Όχι τις φιλοδοξίες του.

Φιλοδοξία είναι η προσπάθεια ανάκτησης μιας αυτοπεποίθησης. Αυτής που είχες κι έχασες. Αυτής που νόμιζες ότι είχες. Αυτής που δεν είχες ποτέ.

Πίσω από κάθε επιτυχημένο άντρα δεν κρύβεται μια σπουδαία γυναίκα. Κρύβονται ανικανοποίητα είναι.

 

 

*

Φιλία είναι αυτό που με κόπο χτίζεται και με κόπο γκρεμίζεται.

Κρίση ηλικίας είναι η συνειδητοποίηση ότι η ζωή σου είναι πεπερασμένη.

Κρίση πανικού είναι η συνειδητοποίηση ότι την ζωή σου την διανύεις μόνος.

Φίλος είναι αυτός που ξορκίζει κάθε κρίση.

 

*

Οι καλύτερες μέρες μας, ήταν εκείνες που εισπράξαμε περισσότερη αγάπη.
Που τα ξορκίζαμε όλα και γελούσαμε σαν σεληνιασμένοι.

 

*

destroy all dreamers

Πατήσαμε χωρίς έλεος στα μεγαλύτερα “γιατί όχι” και τα στραγγαλίσαμε. Ακλόνητοι στυλοβάτες ενός πλασαρισμένου ονείρου έτσι για να καυχιόμαστε και μεις πως μαθητεύσαμε στα δύσκολα. Για ναʼ χουμε και μεις μερίδιο στις επευφημίες, τα καλογυαλισμένα σαλόνια και στις δωδεκάποντες ανασφάλειες.

Για ποιες ευρώπες, οξφόρδες και αμέρικες με ζαλίζεις. Εγώ με την αλητεία φλέρταρα σαν έκλεινα τα μάτια. Μʼ αυτήν έχω χρωστούμενα είκοσι πέντε παρά κάτι χρόνια συνεπείας. Η ζωή είναι εκεί έξω αγόρι μου. Όχι μέσα σε βάσεις δεδομένων, ανεξάντλητες ευρυζωνικές και συναισθηματικές επιδειξιομανίες τύπου “ζωή ντεκαφεϊνέ”. Ίσως έτσι τη γλιτώσεις από τον ψυχίατρο με τα οχτώ χιλιάδες και τρία citations που με το γαμημένο εκκρεμές θα σε γυρίζει είκοσι χρόνια πριν, την ώρα που πίνατε σπιτική λεμονάδα στο μπαλκόνι χαϊδεύοντας της τα μάγουλα και που όλος ο κόσμος χωρούσε σε απόσταση ενός βλέμματος.

 

 

*

Η άκρη του ματιού μου, ξέρεις, ήταν ανέκαθεν η μεγαλύτερη πουτάνα της ζωής μου. Χιλιάδες εμπλοκές και μάχες, που κάθε κολοσσαίο θα ζήλευε.

 

*

Ένα εκατομύριο pennies for your thoughts την ώρα που με κλεφτοκοιτάζεις από τα τρία μέτρα και γω πασπατεύω φακέλους και λογαριασμούς, έτσι, για ξεκάρφωμα.

 

*

Η πιο γλυκιά νοσταλγία είναι εκείνη των πραγμάτων που δεν ζήσαμε ποτέ, μου είπε κάποτε ο Γ. Έτσι με κέρδισε ο Γ. Κι ας μην του τοʼ χω ξομολογηθεί ποτέ.

 

 

*

There is more than meets her brown eyes

– “Δεν υπάρχουν αυτονόητα. Αυτονόητα είναι μέχρι εκεί που συναντήθηκαν τυχαία και παντρεύτηκαν τα εγκεφαλικά σου κύτταρα”. Έτσι μου ‘πε αυτός.

– “Μην ανησυχείτε δεσποινίς” είπε ο γιατρός. “Αυτονόητα υπάρχουν. Το προσδόκιμο τους ελάχιστο. Κάθε φορά που ο αμφιβληστροειδής σου υγραίνεται, είναι επειδή κάηκαν οι συνδέσεις, μαζί τους και τα αυτονόητα. Το τέλειο σύστημα πυρόσβεσης με την ευγενική χορηγία της μητέρας φύσης”.

– “Δηλαδή γιατρέ τι είναι τα αυτά τα αυτονόητα; Και γιατί να τα στέλνουμε στον πόλεμο να καούν; Και γιατί να πατάνε επί των ματιών μου για να επιβιώσουν;”

– “Να πας να γαμηθείς γιατρέ κι εσύ κι αυτός και τα αυτονόητητα σας”

(είπε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, καίγοντας μαζί και μερικά αυτονόητα)

 

*

Το κορίτσι που το λέγαν Άνοιξη.

Έβαλε το φόρεμα της, το καλό, το αφόρετο μέχρι σήμερα.
Το φύλαγε για τη μέρα που δεν ήξερε πότε θα ερχόταν
και θα κυλιόταν χάμω σε ένα μέρος που δεν είχε ιδέα που ήταν.
Ανέβηκε στο ποδήλατο της και χάθηκε.
Έτσι χάνονται αυτές.
Μέσα σε λουλουδένια αέρινα φορέματα,
πάνω σε ξεχαρβαλωμενα ποδήλατα.