1) ΑΛΕΞΗ ΜΑΙΡΗ (1990-)

 

Άτιτλο

Φτανουν οι ηρωες,εχουμε αρκετους, γεμισαν οι δρομοι
Τους βλεπω τα βραδια να κολλανε αφισες στους δρομους, να διαφημιζουν τους εαυτους τους
Ασφαλεια λεγεται, το νιωθεις;
κλεισε τα ματια. καλυτερα τωρα;
Οσο νυχτωνει,ειναι περισσοτεροι. και δυνατοτεροι ειναι.
Ετσι,ολοι μαζι. Για την ασφαλεια
-αυτο που δεν ζητησα ποτε,κι αυτο που δεν πηρα
δεν μου ανηκει, δεν εχω μαθει σ αυτο.
Οι ηρωες μου σπανε τα δοντια τους στα πεζοδρομια, βιαζουν τη νυχτα ο ενας τον αλλον,
κοιμουνται σαν ζωα στριμωγμενοι στις καροτσες παρατημενων αμαξιων
κι υστερα ερχονται και μ αγκαλιαζουν, με τυλιγουν με σκουπιδια και τη μυρωδια του φοβου που σαπιζει – να. ασφαλεια.
Οταν ηταν παιδια οι ηρωες μου τρεφονταν με αντικαταθλιπτικα και
κρυβονταν στη ντουλαπα απο τον πατερα τους –
ηρθαν υστερα στην κουνια μου και μουρμουρισαν
”μη φοβηθεις”.
κι εκει στα χερια τους αφησα τις τυψεις και τους ερωτες μου.
γι αυτο, φτανουν οι ηρωες, γεμισαν οι μπυραριες και τα μπουρδελα.
Γεμισα ασφαλεια και αυτογραφα στο κορμι μου- υπογραφουν με σαλιο και ανεξιτηλα στυλο
οι ηρωες.
κι οι δικοι μου,
που καπου μαζεμενοι φυλανε τα παιδικα μου ονειρα, δεν θα ρθουν ξανα.
Δε θ ακουσω ξανα ”αφεσου εδω”.
Γιατι μια μερα που ειχα πιει τους βιασα κι εγω
ολους εναν-εναν
και τους αφησα να γλειφουν τις πληγες τους σ ενα σπιτι αδειο-
η ψυχη μου.
ή ισως, κρυβονται εκει και
γλειφουν ακομα τις δικες μου πληγες.
ετσι ειναι οι ηρωες.
α φ ε σ ο υ ε δ ω

 

 

************************************************

 

 

2) ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ

 

Άσε να ξημερώσει

 

Άφησες το σκοτάδι
να ντύσει τ’όνομά σου.
Είναι καιρός,
απ’το χορό του,
να βγεις άλλος.
Λατρεύεις τη θυμωμένη
σου παράκρουση
ενάντια στη μοίρα.
Μα ο κόσμος δε νικιέται,
ούτε με ουρλιαχτά,ούτε με χάδια
και το τραγούδι είναι μικρό
και κυκλωμένο,
από τους άρχοντες
του παρελθόντα χρόνου.
Άσε να ξημερώσει.
Ο κόσμος δε νικιέται.
Ίσως,
ίσως με λίγη ομορφιά
να χρηματίζεται.

 

 

 

 

*
Προφητεία

Την ώρα της πυράς,
θ’ακούσεις
το βρυχηθμό του πρίγκηπα,
να πνίγεται στη βρεφική παλάμη.
Το άρωμά της θα ποτίσει
τις φοβισμένες στέγες
και θα διαβεί
τ’απελπισμένα μας παράθυρα.
Την ώρα του κρότου,
θα φτερουγίσουν έρωτες,
πάνω απ’το φίδι του πλήθους.
Οι κόμποι της ζωής θα υποκλιθούν,
ένας μετά τον άλλον,
στο λαμπερό ζητιάνο της γωνιάς.
Την ώρα που το μωβ αστέρι
θ’ανατέλλει,
θα δεις ρωγμές στους βράχους
ν’ανοίγουνε καινούργια λόγια.
Ο ποιητής θα πει
κι οι κόσμοι θα υπακούσουν.

 

 

*********************************************

 

3) ΒΡΟΥΣΓΟΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ

 

Το σώμα

«εγώ δε σαρκικός είμι»

 

 

Το σώμα μου, όταν πεθαίνει
γίνεται χώμα.
Το χώμα, όταν ξεπλένεται στη θάλασσα
γίνεται άμμος.
Η άμμος, όταν λιώνει στη φωτιά
γίνεται γυαλί.
Το γυαλί όταν το κοιτώ
μου μιλάει.

«Ας είσαι τυφλός, απλά μη φωνάζεις.
Άφησε να φωνάζουν αυτοί που βλέπουν.»

Αυτοί που βλέπουν,
πάντοτε μιλούν σιγανά.
Μιλούν σιγανά,
για να μπορέσουν ν’ ακούσουν.

«Η ελπίδα πεθαίνει μονάχη της.
Δεν σε χρειάζεται να τη σκοτώσεις.»

 

 

**************************************************

 

 

 

 

 

4) ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ ΧΛΟΗ  (1991- )

 

 
Χαϊκούραστη

“Είσαι χλωμή”, μου λέει η μάνα μου συχνά
στο ρομαντισμό μου βούλιαξα, επιδιώκω να γίνω βρικόλαξ
δε χλώμιασα μάνα
έριξα όλες τις σκόνες της Γης πάνω μου
για να μην είμαι κόκκινη πια.

 

 

 
*

Στο Σ.

 
Πιστεύω στο χρονικό περιθώριο του “εδώ και τώρα”
αλλά κανείς δεν είναι τόσο νέος όσο εγώ
για να συνυπάρξω, το φουσκώνω με αυταπάτες
και όταν σκάει με ραίνει με τύψεις

Πιστεύω και δεν ερευνώ τις προθέσεις των άλλων
μη με παρεξηγείς, απλώς μετρώ ανάποδα τις μέρες που μου έμειναν
κι από μικρή προτιμώ να περιμένω, παρά να αναζητώ τη χάρη
πιστεύω στο “εδώ και τώρα”, μα έτσι μονάχα καταλήγω
να μην είμαι εδώ, να μην είμαι τώρα.

 

*

Εθνική προδοσία

Πατρίδα μου είναι το ιστορικό τετράγωνο
Σόλωνος – Βασιλίσσης – Μεσογείων και πίσω
τα αλύπητα στενά πεζοδρόμια που δε χωράνε τις πατούσες μου
οι σύριγγες που μου τρυπάν τις σόλες

 

Πατρίδα μου είναι κάθε Σάββατο
που ήθελες να βγούμε κι εγώ σου έλεγα “Φτάνει
ας ζήσουμε, καλύτερα, απόψε”
και μ’ έσυρες στην άσφαλτο για να σ’ ακολουθήσω
Πατρίδα μου δεν είναι εκεί που μίσησα
είναι μια πόλη που ονειρεύτηκα αλλιώς
τριήμερα που φτιάχνουν τις ευχές μου
ιούληδες που με αποπλανούν
και κάθε απόπειρα να δραπετεύσω
πατρίδα είναι.

Πατρίδα, γιατί στα ίδια με γυρνάει.

 

 

**************************************************

 

 5) ΚΟΛΑΙΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (1992- )

 

Εκείνες οι νύχτες της άτιμης ευκαιρίας
τροφοδοτούν με αποθέματα στιγμών ναρκωμένες ημέρες.
Μια μεροληπτικά μεταπλασμένη επιβίωση κατά της κατήχησης.
Αδυναμία ανατροπής του ισόβιου δίπολου:
εκείνη ακίνητη-εκείνος νικητής.

 

 

 

*

Τη μέρα που θα αντιστραφεί κάθε κατηγορώ η εξαπάτηση θα αναγνωρίζεται ανάμεσα σε τρεις επιλογές θα αμφιβάλλεις, θα φαντάζεσαι, θα αναζητείς τους μισητούς τίτλους ιδιοκτησίας.
Η μοναδικότητα θα συντροφεύει από συνήθεια με τους συγχρόνους της κηρύσσοντας πως η συγχώρεση είναι για τους δυνατούς.

 

*

Τα πρωινά δηλώνεις δυστυχία
καθώς η δεύτερη συμφωνία των παλμών σου παραμορφώνει την αρχέτυπη ομορφιά του βηματισμού.
Η ιεραρχία ξεκινά

 

 

*

Ένα δαντελωτό ύφασμα
ποθεί το ράφτη του
και τον ιδρώτα του δοκιμαστή.

 

 

 

 **************************************************

 

 

6) ΚΟΣΕΝΑ ΑΝΤΩΝΙΑ (1993-)

 

Χρόνος, Αννούλα… τέλος
(10, 9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, ∞)

 

 

Η Αννούλα μπροστά στο τζάκι.
Ο Άγιος Βασίλης γυμνός,
αγκαλιά με τον Ρούντολφ.

Θυμωμένες βασιλόπιτες
σε ειρηνική πορεία,
αναρχικές γαλοπούλες
έξω από το κοινοβούλιο.

Στολισμένα, παγωμένα παγκάκια.
Υποκριτικά χαμόγελα.
Σωροί από νεκρά
κοριτσάκια με τα σπίρτα.

Κάλαντα σε σκυλάδικα.
Κινούμενα, «πλαστικά», χριστουγεννιάτικα δέντρα,
με ντεκαπάζ και δύο μπάλες.

Αόρατο χιόνι
σε γκρεμισμένες σκεπές.
Μελομακάρονα πάνω στο παλιό εκκρεμές.

Φευγάτος χρόνος…
Αντίστροφη μέτρηση…
Η Αννούλα μέσα στο τζάκι.

 

 

*

Τραγική ειρωνεία

Τα σκυλιά τρέχουν στον ουρανό. Αφήνουν άσπρες πατημασιές στο μαύρο πίνακα. Το φεγγάρι, σαν χοντρός μαφιόζος, βάζει στοιχήματα για το νικητή. Πίνει το νέκταρ από το αιδοίο της Αφροδίτης. Διασκεδάζει με το χαρέμι των ανήλικων ήλιων. Οι μεταλλαγμένοι κέρβεροι μεταμορφώνονται σε φίδια. Κυκλώνουν τον μεθυσμένο μαφιόζο. Προσπαθούν να τον πνίξουν. Μα εκείνος γελά. Γιατί; Μα ξέρει, ότι είναι μόνο σύννεφα πριν τη βροχή.

 

 

**************************************************

 

7) ΜΗΤΟΥΣΗ ΜΕΤΑΞΙΑ

 

Οι τσακίσεις

Τις τσακίσεις έστρωναν

γοργά από παιδιά,

τα τσακισμένα όνειρα

τα τσακισμένα χέρια

τις τσακίσεις στις πιέτες

και στα παντελόνια

Σιδερωμένους να τους βλέπει η ζωή

Δίχως σκιές το φως

δίχως πτυχές τα ρούχα

δίχως ρυτίδες τα πρόσωπα

δίχως φόβους τα παιδιά

Αφήσαν μόνο

από μια ρόμπα

τσακισμένη

σαν κλαδί

και φύγαν

απ’ το κελί τους

ατσαλάκωτοι

 

 

 

**************************************************

 

8) ΝΕΟΦΩΤΙΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

 

Μυρμήγκια
Στο Βασίλη Αλεξάκη

 

Συνωστίζονται
Συλλέγουν
Συγκεντρώνουν
Θρέφονται
Πεθαίνουν
Άνθρωποι μυρμήγκια στο
τώρα και μετά
Μυρίζονται την ώρα πʼ η
βροχή
με λάσπη γεμίζει το σπιτικό τους
θεάρεστο έργο
απαράβατος κανόνας
μακαριότητας
μιλούν και σωπαίνουν
με την ίδια μανία
je ne vais pas entrer en
conflit avec le passé
ο χρόνος τους παγώνει
όταν το μυαλό θεριεύει
μπαούλο με αναμνήσεις

 

 

*

Φωνή Γ-ραφή

Στη φωνή μου γυμνώνω
ό,τι τρέμει στο μυαλό
Μαραίνομαι
Ξεραίνομαι
και πάλι ξανανιώνω
Γεύομαι
τη γλύκα των χυμών
Ζεσταίνομαι
σα κάρβουνο και
Καίγομαι
μετά
Ξαναμαραίνομαι
στη γραφή
της φωνής μου η λύτρωση

 

 

**************************************************

 

 

9) ΠΟΛΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ 

 

Μνήμες Ευριδίκης

Να θωρουσα ξανα τις Πλειαδες ηθελα.
Αυτες τις ουρανιες παραστατισσες,
στην θλιψη του πατερα τους χαμενες
κι ας ειναι σκοτεινο το στερεωμα,
την αδικη ιστορια μου θυμιζοντας.

Ουτε τα ορη της Ηπειρου,μητε τους καμπους,
τους θεσσαλικους,μητε τα δαση τα Αχαικα,
που γνωρισμα την ζωοφορα λαμψη των Θεων
και το μαστιγωμα του ηλιου εχουν.

Μοναχα τις κορες τις επτα,τις τιτανοφτιαγμενες
που η γλυκολαλια σου,
οταν μου δωριζες σε νυχτες δροσερες,
που εσταζε ο ερωτας απ´ τους βοστρυχους,
τους δικους μας τους πλεκτους
και λιμνη αγαπης επλαθε,
εγω και εσυ Ορφεα μου ακριβε
με καραβακι μια τριχουλα μας πεσμενη
ν´αρμενιζουμε.
Αυτες νοσταλγω…

Γί αυτο και δω κρατιεμαι ανδρα μου.
Στης Μνημοσυνης τα νερα,
εκει θε να βαπτιζω τη δολια μου υπαρξη
κι ο Πλουτωνας θυμωνει
την Ληθη εγω ξεχνωντας.

Εκει την ζεστασια της αρπας ,σα νιωθω
ωσαν αντιλαλο του προτερου του βιου,
του συζυγικου,
ζωη απ´το θανατο το γυρω παιρνω
τ´ ανταμωμα μας το γραφτο να καρτερω.

Ποιος να μαντευε για την ευλογημενη νυμφη,
που η Λαχεσις απλωχερα φαινοταν
να προικιζει,
την ειμαρμενη της Ατροπου βουληση
εδω να κειτομαι για εσέ.

Η βλασφημια της λαχταρας σου,
Θεα Εγκρατειας μ´επλασε,
που ξεμεινε με αυλη ψυχη δοσμενη
αγαπημενε μου…

 

 

**************************************************

 

10) ΦΑΡΚΑΤΣΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ (1994 – )

 

Μια μέρα

 

Ξεπρόβαλλες σαν αφιννιασμένη μπόρα,
Χέρια, πόδια, πρόσωπο, μαλλιά
μια σωστή παρέλαση διαστάσεων,
η παράταση μιας καλοκαιρινής βροχής που
κάνει το νου σου πιο βαθύ και υγρό
σαν χρήσιμο νυστέρι

το απαλό φως του φεγγαριού
βαραίνει γαλήνια την ατμόσφαιρα

αποκαθήλωση της σκέψης
παλιά λάθη ζωντανεύουν
κι η νύχτα προχωρά,
ο ήλιος χτυπά το σκοτάδι με την δύναμη της χρυσής καρδιάς του,
το σκοτάδι τρέχει προς το τέλος του με τα δόντια του σφιγμένα,
δεν αντέχει μια ήττα σαν κι αυτήν

 

*

Περίοδος επώασης

Κι όμως υπάρχει ακόμη σκόνη στην πνοή σου
μικρά σωματίδια που φτερουγίζουν ξανά και ξανά
μέχρι το ταβάνι της σκέψης σου

οι διάδρομοι του ωκεανού
τώρα κλείνουν
πίσω από κάθε βήμα σου,
στην νύχτα των κοιμισμένων σου φρυδιών

οι ασπρισμένες αρθρώσεις σου
δεν σε φυλακίζουν πια
και το σώμα σου σαν μέσα σε δέος:μεταξένιο
αντιστέκεται κάτω από το εκκρεμές
που θέλεις να σωπάσει

λαμπρός ήλιος ανέτειλες
και τώρα πια μισό φεγγάρι μοναχά θυμίζεις,
ο παλμός της ματιάς σου διανύει ανεξέλενκτες πορείες
στην ιστορία της κόρης του ματιού σου
και το περίγραμμα της σιλουέτας σου, ληθαργικό κι αυτό
κοιμάται πάνω σε λεύκες,
ξεγυμνωμένες από την καλοσύνη σου
με το δάχτυλο της απουσίας να ουρλιάζει σε κάθε σου κίνηση