Αναρίθμητο Ποίημα

Στην Α.Ο.

 

Τα όνειρά σου μετατρέπονται σε πάγο.

κάποια άλογα τρέχουν μακριά στην Μινεσότα.

Ο κόσμος είναι ένα κλειστό μέρος, τώρα βρέχει.

Το αμάξι κάθεται διαβάζοντας ποίηση.

Χωρίς αντίκρισμα, μυστικά, πασχίζοντας

Να γίνει ένα κελαΐδισμα,o ταχυδρόμος μαζεύει

Όλα τα γράμματα από ένα κιβώτιο. η σκέψη μου

Προχωράει χιλιάδες χιλιόμετρα, περνώντας

Από χορτάρια και σπίτια, προσπαθώντας να περιγράψει

Τις αστραπές και την βροχή.

Κάθομαι σε μία άκρη, προσπαθώντας να ανασάνω.

Μερικά φύλλα παρασύρονται τυχαία στο δάσος.

Κοιτάω να ζεστάνω τα χέρια μου στις τσέπες,

Πατώντας το χώμα που έχει αρχίσει να μαλακώνει.

Η ποίησή μου θα πετάξει. κάπου πέφτει ένα δέντρο.

Ένας σκίουρος κρύβεται σιωπηλά σε μία κουφάλα.

Γυρίζω το κεφάλι μου και χαμογελάω.

 

 

 

Νέο Ποίημα

 

Ο Ναπολέων είναι απών και

Ο Αϊζενχάουερ είναι απών

o κόσμος παραμένει να μην είναι ωραίο μέρος.

ένας μοναχικός άνθρωπος προσπαθεί

σκίζοντας τα κομμάτια ενός ημερολογίου.

προσπαθώντας

κοιτώντας τα μπλουζ του αιώνα

να χάνονται μέσα σε μια γλώσσα μη αποδεκτή.

Αμάξια σηκώνονται και φεύγουν σε γνώριμες διαδρομές.

νέοι κοιτάζουν τα φώτα του δρόμου σαν να

Μην τα έχουν ξαναδεί ποτέ ότι αυτή είναι μία

Πρώτη νύχτα των ανθρώπων των σπηλαίων.

Το αυτί μου τεντώνεται ακούγοντας μια

θεσπέσια μουσική να έρχεται μάλλον

από ένα βιβλιοπωλείο.

 

Δώρο Γάμου

 

ένας άντρας ζητάει πληροφορίες για την κοντινή καφετέρια, θέλοντας να πιεί λίγο από το τσάι μου.

ένα περιπολικό περνάει από μπροστά μου. Κάποιος βήχει σε ένα χαρτομάντιλο. Αυτό είναι, σταματάω.

 

Ποίημα Άλεν Γκίνσμπεργκ

 

σε σουπερμάρκετ διαβάζοντας την ίδια ποίηση, μία φωνή δίπλα μου, μου είπε μην κουράζεσαι,ο κόσμος είναι αυτός και δεν πρόκειται

να αλλάξει, κρυμμένος πίσω από μία τέντα σκεπτόμενος το τελευταίο σου τσιγάρο, ένα κομμάτι μου έσπασε και σε είδα, Άλεν

Γκίνσμπεργκ. κατεβαίνοντας σε ένα πολυσύχναστο διάδρομο ακούγοντας μία συνηθισμένη μουσική, κοίταξα τον εαυτό μου ενώ

παζάρευε τα ποιήματά σου, ένα σαξόφωνο να παίζει μέσα στην διαύγεια της ημέρας .σε είδα να περπατάς στους γεμάτους δρόμους

κρατώντας ένα φράγκο στο χέρι, ζητώντας να έρθει η έμπνευση αποφασισμένος να συμμαζέψεις τα πράγματα σου. προχωρήσαμε

στην λεωφόρο διαβάζοντας τα ξεχασμένα καντίς κοιτώντας συνέχεια ένα φυλλάδιο, διασχίζοντας τα πνευματικά νοσοκομεία της

ύπουλης αμερικής. μάζεψες τις σκέψεις σου ουράνιε ποιητή ; μας περιμένουν και τους δυο σε ένα φροντιστήριο. η ηρώ λεγάκη

ξεντυμένη καθώς σε προφταίνω κοντά στην γωνία. σταμάτησες ποτέ να γράφεις χωρίς σταματημό ; δίπλα στα μεγάλα λεωφορεία

κοιτάζω το παράθυρο περνώντας από ένα δροσερό γρασίδι, έχοντας αφήσει στην άκρη μία εφημερίδα, σε μία τσάντα έχω το

πουλόβερ σου από το νιου τζέρσει, ακούω τον παρηγορητικό σου λόγο κρατιέμαι από το μανίκι σου καθώς περνούμε και ο χρόνος

φεύγει, και δεν ξέρω που βρίσκεται το βλέμμα σου, μόνος με τα ποιήματα σου κάτω από τον ίσκιο ουρανοξυστών.