2.000 ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ πΟΙΕΙΝ!!! ηχήστε σάλπιγγες :))
ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ–Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΨΕ ΤΗ ΤΖΑΖ
Σαν σήμερα πριν οκτώ χρόνια, στις 12 Φεβρουαρίου του 2004, στην πόλη Γκουανταλαχάρα του Μεξικού, συναντήθηκε μια παρέα σημαντικών ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, για να τιμήσει την επέτειο των 20 χρόνων από τον θάνατο ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, του Χούλιο Κορτάσαρ. Μεταξύ άλλων, οι δυο νομπελίστες συγγραφείς Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Ζοζέ Σαραμάγκου.
Οι φίλοι της τζαζ, γνωρίσαμε τον μεγάλο Αργεντινό συγγραφέα, από μια νουβέλα, φόρο τιμής στον θρυλικό σαξοφωνίστα Charlie “Bird” Parker, τον «Κυνηγό»(1). Δημοσιευμένη τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Bird, μας έδωσε ένα έξοχο πορτρέτο της εκρηκτικής προσωπικότητας του κορυφαίου σολίστα. Μας παρουσίασε την αυτοκαταστροφική του μανία ως την απληστία του κυνηγού που καταδιώκει το υπέρτατο όραμα αδιαφορώντας για τα κόστη, μια μεγαλοφυΐα που δεν χωρά πουθενά και μετατρέπεται σε ζωντανό παραλογισμό.
Ο Χούλιο Κορτάσαρ, δεν είναι η πρώτη φορά που εισάγει την τζαζ στο λογοτεχνικό του έργο. Βρίσκεται διάσπαρτη παντού, στους ήρωές του που την ακούνε, στα παιχνίδια της γραφής και της ανάγνωσης που προτείνει, στην απρόβλεπτη δομή των κειμένων του.
Στο διήγημα «Απογεύματα» η έφηβη Βάντα βαριέται τʼ απογεύματα που η θεία Αδέλα βάζει τον δίσκο με τη χορωδιακή θρησκευτική μουσική που δεν την καταλάβαινε και την έκανε θλιμμένη όπως όταν η κολλητή της Τερεζίτα έβαζε στο σπίτι της το δίσκο της Billie Holliday και τον άκουγαν καπνίζοντας.
«…αλλά το να ακούς τη Μπίλι Χόλιντεϊ ήταν μια θλίψη όμορφη που σου έφερνε όρεξη να ξαπλώσεις ή να κλάψεις από ευτυχία, ήταν τόσο ωραία στο δωμάτιο της Τερεζίτα με το παράθυρο κλειστό, με τον καπνό, με τη Μπίλι Χόλιντεϊ. Στο σπίτι της της απαγόρευαν να ακούει τέτοια τραγούδια γιατί η Μπίλι Χόλιντεϊ ήταν μαύρη και είχε πεθάνει απʼ τα πολλά ναρκωτικά που έπαιρνε(2).
Σʼ ένα άλλο διήγημα πάλι, το «Αληγείς Άνεμοι», ο Μαουρίσιο και η Βέρα γιορτάζουν τη νύχτα της επετείου τους, πίνοντας σαμπάνια και χορεύοντας στο σαλόνι το “Blues in Thirds” του Sydney Bechet.
«…εκείνη τη στιγμή που το Blues in Thirds τους έφερε από τόσο μακριά την ανάμνηση του πρώτου καιρού, των πρώτων δίσκων, όταν η επέτειος ήταν κάτι περισσότερο από μια τελετή που επαναλαμβανόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα.» (3)
Το αριστούργημά του, το μυθιστόρημα «Το Κουτσό» (1963) (4) είναι γεμάτο αναφορές σε τζαζ τραγούδια, σε αγαπημένους του μουσικούς, σε στυλ παιξίματος, στην ιστορία της τζαζ,. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου:«Από την εκεί πλευρά» (Παρίσι), ο Οράσιο Ολιβέιρα ζει με τη Μάγα (μάγισσα) περιστοιχισμένος από τους φίλους του, τα μέλη της Λέσχης του Φιδιού. Στη λέσχη αυτή οι φίλοι σχεδόν κάθε βράδυ πίνουν, συζητούν για θέματα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και ακούνε δίσκους τζαζ μουσικής. Εκεί ο Κορτάσαρ πέρα απʼ τις αναφορές σε μουσικούς και τραγούδια, βρίσκει την ευκαιρία να εκθέσει την άποψη του για την τζαζ.
«…η μοναδική παγκόσμια μουσική του αιώνα, κάτι που πλησίαζε τους ανθρώπους περισσότερο και καλύτερα από την Εσπεράντο, την Ουνέσκο ή τις αεροπορικές εταιρίες, μια μουσική αρκετά πρωτόγονη ώστε να φτάνει στην παγκοσμιότητα και αρκετά καλή ώστε να δημιουργεί τη δική της ιστορία, με τα σχίσματα, τις αποκηρύξεις, το τσάρλεστον, το μπλακ-μπότομ, το σίμυ, το φοξ-τροτ, το στομπ, τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή εκείνο το στυλ, το σουίνγκ, το μπήμποπ, η cool, να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη hot και την εγκεφαλική τζαζ…και έτσι προχωρεί ο κόσμος και η τζαζ είναι ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, πηδώντας εμπόδια, εξαπατώντας τους τελωνειακούς…κάτι που αδιαφορεί πλήρως για εθνικές εορτές, για τις ιερές παραδόσεις, για τη γλώσσα, για τη λαογραφία: ένα σύννεφο χωρίς σύνορα, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα, μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν ή από κάτω, που συναδελφώνει τους Μεξικάνους με τους Νορβηγούς και τους Ρώσους και τους Ισπανούς, τους ενσωματώνει και πάλι στην αμυδρή απολησμονημένη κεντρική φωτιά, αδέξια και άσχημα και επισφαλώς τους ξαναγυρίζει στην προδομένη τους κοινή καταγωγή, τους φανερώνει πως υπάρχουν ίσως και άλλοι δρόμοι κι αυτός που πήρανε δεν ήταν ο μοναδικός μα ούτε κι ο καλύτερος ή πως υπάρχουνε ίσως κι άλλοι δρόμοι και πως αυτός που πήρανε ήταν ο καλύτερος, πως υπάρχουν όμως ίσως κι άλλοι δρόμοι που είναι όμορφο να τους περπατάς και εκείνοι δεν τους πήραν ή τους άφησαν στη μέση και πως ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι περισσότερο από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί εμπεριέχει αυτά που η τζαζ υπαινίσσεται και παρακάμπτει και λιγότερο από άνθρωπος γιατί απʼ αυτήν την ελευθερία που του δόθηκε έφτιαξε ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου περιορίζεται να είναι ο τρελός ή το άλογο, έναν ορισμό της ελευθερίας που τον διδάσκουν στα σχολεία, στα σχολεία ακριβώς όπου ποτέ δε διδάχτηκαν και ποτέ δε θα διδαχτούν στα παιδιά τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταιμ ή η πρώτη μελωδική φράση ενός μπλουζ, κ.λπ., κ.λπ.». 4
Η άποψη αυτή εκτείνεται σε περίπου τρεις σελίδες (στην ελληνική έκδοση) με μία μόνο τελεία, μʼ έναν ευφυή αυτοσχεδιασμό γραφής που παραπέμπει αναμφίβολα σε αυτοσχεδιασμό τζαζ πνευστού. Ακόμη και η δομή του μυθιστορήματος είναι επηρεασμένη απʼ την τζαζ. Τα δύο πρώτα μέρη («Από την εκεί πλευρά» και «Από την εδώ πλευρά») διαβάζονται όπως συνήθως όλα τα βιβλία με το κεφάλαιο 56 να σηματοδοτεί το τέλος. Το τρίτο μέρος («Από άλλες πλευρές») περιέχει εμβόλιμα κεφάλαια που μπορούν να παραληφθούν από τον αναγνώστη. Στα κεφάλαια αυτά συγκεντρώνεται ένα ετερόκλητο υλικό που συνδέεται με τα κεφάλαια των δύο πρώτων μερών. Θα μπορούσε να πει κανείς πως με τον πρώτο τρόπο ανάγνωσης (1-56) ο συγγραφέας μας δίνει τη μελωδία, ενώ με τον δεύτερο (λαμβάνοντας υπόψη τα εμβόλιμα κεφάλαια) έναν από τους πιθανούς αυτοσχεδιασμούς.
Στη συλλογή « Ο γύρος της Μέρας σε Ογδόντα Κόσμους» (1967), ένα κολάζ κειμένων, υπάρχουν τέσσερα κείμενα που αφορούν στην τζαζ. Το “Clifford” αναφέρεται στον «αδικοχαμένο» τρομπετίστα Clifford Brown. Ακολουθεί το “Louis, Super-Cronopio” στο οποίο περιγράφει ένα κοντσέρτο του Louis Armstrong στο Παρίσι το 1952. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί τη λέξη cronopio, με την οποία αναφέρεται σʼ έναν φανταστικό τύπο ανθρώπου που χαρακτηρίζεται ως αφελής, ιδεαλιστής, ανοργάνωτος, αντισυμβατικός και ευαίσθητος. Στο «Γύρω απʼ το πιάνο με τον Θελόνιους Μονκ» περιγράφει μια συναυλία του πρωτοποριακού πιανίστα της be-bop στη Γενεύη το 1966. Τέλος στο «Δέξου το ή άστο» απαντά σʼ έναν ουρουγουανό κριτικό που του αποδίδει λάθη στις δισκογραφικές αναφορές που κάνει στο «Κουτσό».
Ο ίδιος ο Κορτάσαρ, παραδεχόταν πως τη στιγμή που έγραφε έμοιαζε με μουσικό που αυτοσχεδίαζε. Λάτρης της «ελευθερίας της ατομικότητας» στην καλλιτεχνική έκφραση, προτιμούσε τους σολίστες και τα μικρά σχήματα στη τζαζ (combo). Στις μεγάλες ορχήστρες της τζαζ, πίστευε πως οι μουσικοί περιορίζονταν κάτω απʼ την μπαγκέτα του ενορχηστρωτή και η ελευθερία έκφρασης τους θυσιαζόταν. Εξαίρεση, ο Duke Ellington, τον οποίο θεωρούσε σολίστα με όργανο την ίδια την ορχήστρα.
Έτσι και στο γράψιμο, ο Κορτάσαρ προτιμούσε συχνά την μικρή φόρμα του διηγήματος, στην οποία αυτοσχεδίαζε ακροβατώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ως άλλος σολίστας (ο ίδιος εξάλλου έπαιζε ερασιτεχνικά τρομπέτα). Μάλιστα έθετε και θέμα χρονικής έκτασης. Όπως στους πρώτους τρίλεπτους δίσκους, πριν την εμφάνιση των δίσκων μακράς διαρκείας, ο μουσικός της τζαζ έπρεπε μέσα στα τρία αυτά λεπτά να δημιουργήσει, έτσι και στο διήγημα ο συγγραφέας πρέπει να έχει το μέτρο, ώστε ο αυτοσχεδιασμός να απαλλαγεί απʼ τις ναρκισσιστικές του τάσεις.
O Χούλιο Κορτάσαρ, ο Σιμόν Μπολιβάρ της λατινοαμερικάνικης αφήγησης όπως ονομάστηκε από τον Κάρλος Φουέντες, έζησε και έγραψε κυρίως στο Παρίσι. Την εποχή που έφτασε στην «πόλη του φωτός», εγκαταλείποντας την Αργεντινή του Περόν, η πόλη έσφυζε από «καλλιτεχνική ζωή». Στα jazz clubs της Montmarte o κόσμος συνωστίζονταν και στα βήματα του Sydney Bechet, ο Charlie Parker, ο Miles Davis, ο Art Blakey κι άλλοι σπουδαίοι μουσικοί έφερναν απʼ το Νέο Κόσμο τον νέο αέρα του be-bop. Στους θαμώνες των jazz clubs, έβλεπες ανθρώπους όπως ο Σαρτρ, ο Πικάσο, διάσημους ηθοποιούς και γενικά όλη την αφρόκρεμα της τέχνης. Ο Κορτάσαρ που ήταν ήδη γνώστης και λάτρης της τζαζ απʼ τα παιδικά του χρόνια, ενθουσιάστηκε από το όλο κλίμα και η τζαζ πέρασε στις σελίδες του επηρεάζοντας δημιουργικά το ύφος της γραφής του. Είναι αξιοσημείωτο πως ακόμη και στις ταινίες που γυρίστηκαν με βάση διηγήματά του τη μουσική την έγραψαν τζαζίστες. Στο Blow Up του Αντονιόνι την μουσική έγραψε ο Herbie Hancock ενώ ο αργεντινός σκηνοθέτης Osias Wilensky σκηνοθέτησε τον «Κυνηγό» με μουσική του τρομπετίστα Ruben Barbieri (ο μικρός αδερφός του «Gato» Barbieri).
Είμαστε σίγουροι πως δεν χρειαζόμαστε επετείους θανάτων για να θυμόμαστε την προσφορά ανθρώπων στην τέχνη. Άλλωστε ο χρόνος δείχνει ποιοι κατορθώνουν να επιβιώνουν πέρα απʼ την εποχή τους. Ο Χούλιο Κορτάσαρ πέρασε στην ιστορία ως ένας απʼ τους κορυφαίους λογοτέχνες. Η ανάδειξη της τζαζ μέσα απʼ το έργο του και ο τρόπος που τον επηρέασε, αποδεικνύει περίτρανα πως αυτή η μουσική, που τόσο αγαπάμε, ανοίγει νέους δρόμους κι απελευθερώνει δημιουργικές εκφράσεις σʼ όλο το φάσμα της τέχνης. Γιατί όπως είπε κι ο Boris Vian: η τζαζ είναι η τέχνη του μέλλοντος!
1 Χούλιο Κορτάζαρ-Ο Κυνηγός. Εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ, Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου, 1988
(εμπεριέχεται στη συλλογή «Τα μυστικά όπλα, 1959» μαζί με τέσσερα διηγήματα, ένα εκ των οποίων, το “Las babas del diablo”-«Σαχλαμάρες του Διαβόλου», ενέπνευσε τον Αντονιόνι για την ταινία “Blow Up”).
2 Χούλιο Κορτάσαρ-Τελετές. Εκδόσεις ΜΑΓΙΑ, Μετάφραση:Μαρίνα Διάφα, 1992.
3 Χούλιο Κορτάσαρ-Διαδρομές. Εκδόσεις ΜΑΓΙΑ, Μετάφραση:Μαρίνα Διάφα, 1993.
4 Χούλιο Κορτάζαρ-Το Κουτσό. Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, Εισαγωγή-Μετάφραση: Κώστας Κουντούρης,1987
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 20 χρόνων από το θάνατο του Κορτάσαρ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Jazz@Τζαζ τον Απρίλιο του 2004.
Στο παρόν έχω προσθέσει το απόσπασμα απʼ το «Το Κουτσό» και την παράγραφο που ακολουθεί καθώς και τις πληροφορίες για τη συλλογή « Ο γύρος της Μέρας σε Ογδόντα Κόσμους» (μιλούσα μόνο για το κείμενο για τον Μονκ).











Ωραίο άρθρο.
Κώστα, νομίζω πως αξίζει στο σημείο αυτό να δούμε και πως ο «δικός μας» Σάκης Παπαδημητρίου [ από την πρόσφατη συνέντευξή του: http://www.mic.gr/interview.asp?id=38677 ], σε τελείως ανύποπτο χρόνο για την Ελλάδα είχε κάνει χρήση του όρου «παγκοσμιότητα» για τη jazz αλλά και πως χρησιμοποιεί/εισάγει σήμερα τον όρο οικουμενικότητα, προφανώς γιατί ο όρος παγκοσμιότητα παραπέμπει στην αιματοβαμμένη οικονομική «παγκοσμιοποίηση».
Amontonarse en senimientos !!
Ευχές για 10.000 αναρτήσεις.
Mακάρι και πιο πολλές αναρτήσεις. Με περιεχόμενο όμως. Γιατί ίσως δεν υπάρχει καιρός.Μπορεί σήμερα να αποφασισθεί να αναρτηθούν σαν σφάγια 10 εκατομμύρια ελληνόφωνων. Οπότε και το άλλο στόμα του Κορτάσαρ θα πάρει τη σημασία της άλλης γλώσσας;Αν ναι, κρατήστε αυτήν της μάνας όπως κι εκείνος την ισπανική στο Παρίσι.
Είθε να τελειώσει σωστά αυτή η μέρα. Χωρίς ΤΟ τέλος, παρά μόνο με το χρονικό δικό της.
Συγγνώμη αν ήμουν κάπως εκτός θέματος.
http://giorgosmixos.blogspot.com/2011/12/blog-post_6007.html
Ακριβώς, δήθεν… Ο ΚΥνηΓός