Μιχάλης Γελασάκης, «Πόσο «”Εναντίον”»;
Η πρώτη σκέψη για κάποιον που αποκηρύσσει ένα κρατικό βραβείο είναι θετική και ακολουθούν τα «Μπράβο!», «Πες τα ρε φίλε!», «Τι σπουδαίος άνθρωπος!,» «Πόσο υπεράνω», «Τι σημαντικός καλλιτέχνης» κτλ. Πολλές φορές όντως τέτοιου είδους εκφράσεις και επιθετικοί προσδιορισμοί αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Άλλες φορές πάλι, πέφτουμε θύματα ενός ωραία συσκευασμένου λαϊκισμού και μιας υποβόσκουσας ματαιοδοξίας. Χρήσιμο θα ήταν λοιπόν να ανοίξει ένας διάλογος και μια κατάθεση απόψεων περί άρνησης βραβείων.
Σίγουρα ως κίνηση έχει να δηλώσει κάτι. Άλλες φορές συγκεκριμένο και άλλες όχι τόσο, αλλά πάντα έχει κάτι να πει. Σηκώνει με έναν θορυβώδη τρόπο μια ασπίδα απέναντι σε αυτόν που δίνει το βραβείο και σε ό,τι εκείνος έμμεσα ή άμεσα συμβολίζει. Αυτή η ασπίδα όμως, έχει νόημα όταν στην έχει παραχωρήσει ο απέναντι και μάλιστα ο ίδιος σου έχει δείξει το δρόμο για τις Θερμοπύλες;
Είναι σημαντικό λοιπόν το κίνητρο με το οποίο απορρίπτει κανείς ένα κρατικό βραβείο. Το κάνει για να συμβαδίσει με το έργο του που είναι καταγγελτικό ως προς το κράτος. Το κάνει για να είναι συνεπής απέναντι στα λόγια του τα προηγούμενα χρόνια ή μήπως το κάνει για να πέσει ηρωικά κρατώντας την ασπίδα που λέγαμε πριν γνωρίζοντας εκ των προτέρων τη θέση που θα στηθεί ο ανδριάντας;
Όσοι έφτασαν μέχρι την πηγή των κρατικών βραβείων πιθανώς γνωρίζουν καλά ότι η άρνησή τους φέρνει ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα, αποδοχή και δημοφιλία. Άλλωστε ιστορικά το ενδιαφέρον κέντρισαν περισσότερο αυτοί που αρνήθηκαν ένα βραβείο, παρά εκείνοι που το παρέλαβαν με τα βαΐων και κλάδων.
Και από τη στιγμή που κάποιος μαθαίνει ότι θα είναι προτεινόμενος για ένα βραβείο, αν έχει αποφασίσει ότι δεν θα το παραλάβει σε περίπτωση που το κερδίσει γιατί δεν ζητάει να αποσυρθεί η συμμετοχή του από πριν; Ή γιατί από τη στιγμή που δηλώνει ότι δεν έχει ανάγκη το χρηματικό έπαθλο που συνοδεύει το βραβείο δεν το προσφέρει σε κάποιον άλλο που το έχει ανάγκη; Κάτι που πιθανότατα θα ενίσχυε τον συμβολισμό της κίνησής του. Μήπως γιατί θέλει να το κερδίσει μόνο και μόνο για να αρνηθεί;
Μάλιστα, όταν κάποιος φροντίζει για την δημοσιότητά του, δίνει συνεντεύξεις κτλ κτλ γιατί ξαφνικά τον ενοχλεί ένα κρατικό βραβείο; Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει την έντονη συμβολική της σημασία μια άρνηση τη στιγμή που ο πνευματικός κόσμος φαίνεται μουδιασμένος και βαθειά καταθλιπτικός. Ούτε η αποδοχή ή η άρνηση ενός βραβείου κάνει κάποιον σημαντικότερο ή λιγότερο σημαντικό από πριν όσον αφορά το καλλιτεχνικό του έργο. Η κίνηση της άρνησης, παρά τις ενστάσεις που μπορεί να έχεις κάποιος -που πιθανότατα είναι αρκετές- μπορεί να είναι μια αφετηρία για παραδειγματισμό. Σε αντίθεση με άλλους ποιητές που έχουν στηρίξει πολιτικά, πρόσωπα τύπου Ψινάκη.
Προφανώς και είναι σημαντικό οι πράξεις κάποιου να έχουν συνέπεια ως προς τα λόγια του (βλ. ποίημα «Εναντίον» Διαγώνιος αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979). Πώς όμως από τη μια αποκηρύσσεις ένα κρατικό βραβείο και το χρηματικό του έπαθλο αποστρεφόμενος το κράτος και τους συμβολισμούς του και από την άλλη έχεις υπάρξει υπάλληλος δημοτικής βιβλιοθήκης, εμφανίζεσαι επανειλημμένα στην κρατική τηλεόραση ή λίγο καιρό πριν δέχεσαι να γίνεις επίτιμος διδάκτορας ενός ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο είναι ένα κρατικό ίδρυμα; Κι ας έχεις δηλώσει ότι: «Ίσως και να αυτοαναιρούμαι δεχόμενος τη διάκριση αυτή – καθώς έχω αρνηθεί άλλες παρόμοιες στο παρελθόν – αλλά η συγκεκριμένη, έρχεται από τη σχολή μου. Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί που με πρότειναν με αγαπούν και με εκτιμούν. Να κάτσω τώρα να τους κογονιάρω;»
Πως φτάνει κάποιος, κατά τα άλλα πολύ σπουδαίος (με καμία δόση ειρωνείας), όπως ο Ντίνος Χριστιαννόπουλος μέχρι τις υποψηφιότητες κρατικών βραβείων χωρίς να έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση καθόλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας; (μια άλλη κουβέντα επίσης μεγάλη είναι ποιοι αποφασίζουν για αυτά τα βραβεία και με ποια κριτήρια) Με ποιο κριτήριο άραγε γινόταν οι δημοσιεύσεις που πέρναγαν απ’ το χέρι του; Με το ίδιο μ’ εκείνο που απορρίπτει τη «σκαρταδούρα» όπως έχει δηλώσει; Βέβαια, αν διάβαζε ένα τέτοιο κείμενο σαν κι αυτό το πιο πιθανό ήταν να έλεγε: «Του κώλου να εννιάμερα! Ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ και γράφεις τέτοιες μαλακίες;». Και πως όταν έχεις αυτοπροσδιοριστεί ως ένας από μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές την ώρα που στο αναγνωρίζουν αυτό οι άλλοι να μην το δέχεσαι και να τους περιφρονείς όταν μάλιστα εμφανίζεσαι στο Μέγαρο Μουσικής, έχεις εκδώσει αρκετές φορές cd με τα ποιήματά σου, κυκλοφορεί δίσκος «ο Ντίνος Χριστιαννόπουλος τραγουδάει τα τραγούδια του» και έργα σου με τη μορφή cd έχουν κυκλοφορήσει σε Κυριακάτικες εφημερίδες.
Γιατί είστε εναντίον των βραβεύσεων τον ρώτησε στον Αθήνα 9,84 στις 23 Ιανουαρίου 2012 η δημοσιογράφος Βάνα Λυκομήτρου: «Είμαι εναντίον κάθε μορφής βραβείου, διότι το βραβείο αποτελεί μια φαινομενικά δικαίωση, αλλά ουσιαστικά μια μείωση. Με μειώνουν αυτοί που με βραβεύουν, διότι είναι σαν να παραδέχομαι αφεντικά και εγώ δεν δέχομαι αφεντικά».
Για να θέσεις εαυτόν υπεράνω σημαίνει ότι δέχεσαι πως οι άλλοι σε ξεχωρίζουν και σε τιμούν και εσύ είσαι ένα βήμα πιο πέρα και πιο πάνω από αυτό. Να δέχεσαι δηλαδή ότι είσαι το επίκεντρο μιας κολακευτικής αντιμετώπισης και λειτουργείς με τον αέρα της αυθεντίας. Και στην τελική γιατί να παραλάβεις ένα βραβείο αφού δεν είσαι κατώτερος από κανέναν και έχεις βγάλει σκάρτη την μισή ελληνική ποίηση.
Γιατί όταν αρνείται κάποιος ένα κρατικό βραβείο έχει την αξία του ο τρόπος που το κάνει.
Δεν υπάρχει διάθεση υπόδειξης του σωστού και του λανθασμένου. Άλλωστε δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Απλώς μπαίνουν στο τραπέζι ερωτήματα προς συζήτηση με αφορμή την άρνηση του μεγάλου κρατικού βραβείου γραμμάτων από τον Ντίνο Χριστιαννόπουλο για το σύνολο του έργου του.
Δείτε εδώ τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (1991)
http://www.youtube.com/watch?v=SphlpGtAHik&feature=player_embedded
Δημήτριος Μουζάκης, «Βίος Βραβείωτος»
Το κείμενο αυτό δε θα το έγραφα αν οι υπεράνω δεν υπήρχαν˙ υπάρχουν, όμως, και μʼ εκνευρίζουν αρκετά ώστε να επιθυμώ τα πράγματα στη θέση τους. Μιλώντας για πράγματα, αναφέρομαι στην ανάδειξη και δη την ανάδειξη του λογοτέχνη ως προσωπική επιδίωξη και δυνάμει πραγματικότητα. Την πραγματική θέση της λογοτεχνικής αναδείξεως μέσα στον ηθικό κόσμο θα τη διερευνήσουμε στις αράδες που ακολουθούν.
Οι υπεράνω ισχυρίζονται ότι μια γνησίως ποιητική στάση δε συνάδει με την επιδίωξη της διάκρισης. Ταυτίζουν, καθώς φαίνεται, τη διάθεση αναδείξεως με τη ματαιοδοξία. Όποιος θέλει να ξεχωρίσει, λοιπόν, είναι ματαιόδοξος. Στον αντίποδα, όποιος λειτουργεί πέρα από κάθε τέτοια φιλοδοξία, είναι σεμνός, ταπεινός, άξιος. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, λέω εγώ. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας.
Μόνο εξ απύθμενης ηλιθιότητας ή κάποιας, ίσως, ψυχολογικής ανισορροπίας δεν μπορεί νους να αναγνωρίσει την εντελώς φυσιολογική τάση για κοινωνική αποδοχή. Η ανάγκη μας να είμαστε οργανικά τοποθετημένοι στο σύνολο απολαμβάνοντας του σεβασμού των υπολοίπων προκύπτει φυσικά σαν εκ γονιδίων εκπορευόμενη, εκτείνεται, δε, εξίσου φυσικά ως τη φιλοδοξία για ανέλιξη, αναγνώριση, επιτυχία. Οι υπεράνω εξορύσσουν τη ματαιοδοξία από αυτήν ακριβώς την ανάγκη- τοιουτοτρόπως τη δαιμονοποιούν. Αυτή, όμως, δεν είναι παρά μια αυθαίρετη δαιμονοποίηση, όσο ηχηρά κι αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους οι ταπεινοί εμπρός στους φιλόδοξους.
Δε θέλω να παρεξηθώ: δεν έχω πρόβλημα με τη δαιμονοποίηση. Να διαμονοποιηθούν καταστάσεις, συναισθήματα, τάσεις και ένστικτα, να κλείσουμε, αν μπορούμε, το διάβολο στο μπουκάλι, αλλά να υπάρχει λόγος: να πρόκειται πράγματι για το διάβολο, όχι για έναν άκακο χωρικό. Δε λέω, λοιπόν, να μην εξορυχθεί η ματαιοδοξία. Να εξορυχθεί χίλιες φορές, νʼ αφεθεί ενώπιον όλων στο φως και να λάμψει σε βάθος. Δεν υπάρχει, όμως, ματαιοδοξία ούτε στην ανάγκη για αποδοχή ούτε στην απόλαυση της αναγνωρίσεως της εργασίας μας ούτε, βέβαια, στη φιλοδοξία μας για το αριστείο.
Η ματαιοδοξία ρέει αλλού. Όταν, λοιπόν, κάποιος θεοποιήσει το χρήμα και μετέλθει όλων των δοκιμασμένων και αδοκίμαστων τρόπων για να το σωρεύσει, τότε ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για ματαιοδοξία. Το αντικείμενο της επιδίωξής του αναβλύζει ματαιότητα μʼ έναν τρόπο που δεν απαιτεί πολλές αποδεικτικές εξισώσεις. Δεν είναι η ανάγκη του παραδόπιστου να τον αγαπούν, να τον αναγνωρίζουν, να τον σέβονται που τον καθιστά ματαιόδοξο, αλλά ο τρόπος που διάλεξε να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αυτή: ο πλούτος. Και ναι, κάποιος που καταστρατηγεί κάθε έννοια άγραφου δικαίου για να πλουτίσει (κι είναι συνήθης τρόπος πλουτισμού η πόρωση) χαίρει απολαύσεων και ηδονών παρόλη τη ματαιοδοξία και την ανηθικότητά του, δίχως να φταίει σε τίποτα η όποια έμφυτη τάση του να «τον δείχνουν με το δάχτυλο».
Ματαιοδοξία βρίσκουμε και στους λογοτέχνες. Ποιους, όμως; Όχι αυτούς, βέβαια, που θέλουν το έργο τους να διαβαστεί, να μιληθεί, να κριθεί. Τίποτα το μάταιο δε βρίσκω στην πλέον αυτονόητη επιδίωξη (ας την πούμε έκδοση) του παράγοντος έργου: το έργο του να καταναλωθεί. Βρίσκω, όμως, αηδιαστικούς πίδακες ματαιότητας και ματαιοδοξίας στους λογοτέχνες που στέλνουν έτοιμες-ετοίμων, δηλαδή, ερωτήσεων και απαντήσεων-συνεντεύξεις τους (μετά ηδυπαθών φωτογραφιών τους) στους δημοσιογράφους που τους ζητούν συνέντευξη. Βρίσκω τρομακτική ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που παραγγέλνουν τα βραβεία τους σε κάλπικες επιτροπές κρίσεων. Βρίσκω αναιδή ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που οργανώνουν το δημοσιογραφικό σύστημα γύρω από το όνομά τους εις τρόπον ώστε κάθε βήμα τους να αποθεώνεται από μια άθλια συνομοταξία αυλικών, δήθεν ιθυνόντων. Βρίσκω κατάπτυστη ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που διεκδικούν την υστεροφημία τους ως απόρροια της διαπλοκής τους με κεκυρωμένους ακαδημαϊκούς, παντοδύναμους εμπόρους, βουλευτές και υπουργούς.
Στην τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια, ανακεφαλαιώνοντας, που διαπερνούν το λογοτέχνη καθώς εκείνος παρακολουθεί (ορέγεται, ονειρεύεται, ζει ή φαντάζεται) την αναγνώριση του έργου του δε βρίσκω τίποτε το περισσότερο επιλήψιμο από την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον πατέρα που μαθαίνει ότι ο γιος του αρίστευσε στο σχολείο ή την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον επιστήμονα ο οποίος παρακολουθεί το προϊόν του μόχθου του να προστατεύει την υγεία των ανθρώπων ή να βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους. Για ποιο πράγμα προσπαθούν οι υπεράνω να μας πείσουν; Ότι ο περήφανος πατέρας ή ο περήφανος επιστήμονας ή ο περήφανος λογοτέχνης οφείλουν κατά κάποια ηθική επιταγή να νιώσουν αδιαφορία ή αποτροπιασμό; Δεν είμαστε καλά. Όχι, κύριοι, κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται επειδή πέτυχε, όταν αυτό που πέτυχε είναι σπουδαίο. Γνησίως, εξάλλου, ποιητική στάση δεν επισημαίνω σε όσους χλευάζουν την τιμή που αποδίδεται στο έργο τους ή, γενικώς, την τιμή που αποδίδεται στο έργο οιουδήποτε- μάλλον μια κακώς νοούμενη ιδιορρυθμία επισημαίνω σε αυτές τις περιπτώσεις, μια κάποια, ίσως, συναισθηματική ένδεια, μιαν όζουσα μιζέρια ή μια παθολογική αντικοινωνικότητα. Γνησίως ποιητική στάση, εστιάζοντας στα λογοτεχνικά, εντοπίζω σε όσους επιθυμούν (και παρεμβαίνουν προς την κατεύθυνση αυτή) να ξεχωρίσει το άριστο˙ ένα άριστο που είναι αδύνατον να προκύψει εκ μιλημένων επιτροπών ή υποδείξεων εμπόρων ή ετοίμων συνεντεύξεων-μετά ηδυπαθών φωτογραφιών-που στέλνονται προς δημοσίευση σε κεκυρωμένα έντυπα. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα αναδείξουν το άριστο ως το ποίημα που τους εμβαπτίζει στο κάλλος και όχι ως το ποίημα που κάποιος μιλημένος φύτεψε στο σχολικό τους βιβλίο- και γιʼ αυτό πρέπει επειγόντως να ξυπνήσουν από τη βρώση της προκατασκευασμένης εποχής τους.












Συμφωνώ απόλυτα (και τα βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα) όσα αναφέρει ο κ.Γελασάκης στην 5η του παράγραφο. Μα τί να κάνουμε; Ο καθείς και το ήθος του κι εννοώ τις συνήθειές του και την πομφόλυγα της “προσφοράς” του
σ’ αυτό το ντιβάνι
σε πόσες αγκαλιές δεν ξενιτεύτηκα
πόσα κορμιά δεν τράνταξαν τη μοναξιά μου
όταν το πήρα ήταν γερό
δεν άντεξε στον έρωτα
……………………………….
Ντίνος Χριστιανόπουλος
……………………………….
τα κράτη που δίνουν τα βραβεία,μικρά ή μεγάλα ,είναι γενικώς σκληρά…γι΄αυτό οι ερωτικοί ποιητές τα αποφεύγουν και ψάχνουν αλλού να βρουν παρηγοριά . Ούτε τα κράτη φταίνε μα ούτε και οι ποιητές …Φταίει μονάχα η αναζήτηση της τρυφερότητας .
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Ύλαντρον’ πριν αρκετά χρόνια, η ύλη άνοιγε με χειρόγραφο ποίημα του κυρίου Ντίνου… να ξεχέζει τον Κίσινγκερ.
Παντα θα υπάρχει κριτική
για τους ανθρώπους
που δεν μας μοιαζουν και ετσι και αλλιώς
Που με την ζωη και το εργο τους
ηταν αυτό που δεν ήμασταν
η δεν μπορέσαμε να είμαστε εμεις
Ο Χριστιανόπουλος ηταν πάντα αντισυμβατικός,
εριστικός, και παντα προκαλουσε
Ενας άνθρωπος που εζησε εκτος των τειχων
του κοινωνικού ευπρεπισμού
Δεν θα περιμενα κατι διαφορετικο από το ιδιο
Και μπραβο του
V.
Δημήτριε Μουζάκη
Εάν δεν συμφωνούσα μαζί σου θα
είχα πρόβλημα ψυχικής ηρεμίας .
Του προσδίδω όμως ένα ελαφρυντικό
Την ιδιαιτερότητα του .
μηπως το να σε βραβευουν με τον τροπο τους οι αντισυμβατικοι δεν ειναι και αυτο ενα αριστιο
γεγονος ειναι οτι ο ανθρωπος δεν μπορει να ξεφυγει οντως γεννημενος απο μανα και πατερα
@ σχόλιο 2
“Γιατί πόσο μπορεί να πείθει η αναγνώριση από ένα κράτος πλήρως διεφθαρμένο”;
Καθόλου, όπως δεν πείθει και η αναγόρευσή του ως επίτημο διδάκτορα του ΑΠΘ; Αυτή έγινε από άλλο κράτος; Ή ώς υπάλληλος της δημοτικής βιβλιοθήκης πληρωνόταν από άλλο κράτος; Ή η δημόσια τηλεόραση στην οποία έχει εμφανιστεί περίπου 14 φορές ανήκει σε άλλο κράτος;
Τέθηκε φυσικά και αυτό το ερώτημα “(μια άλλη κουβέντα επίσης μεγάλη είναι ποιοι αποφασίζουν για αυτά τα βραβεία και με ποια κριτήρια)” που όντως είναι μια μεγάλη κουβέντα αλλά λίγο πριν ή λίγο μετά από ατυήν που γίνεται.
@ σχόλιο 5
“Παντα θα υπάρχει κριτική
για τους ανθρώπους
που δεν μας μοιαζουν και ετσι και αλλιώς
Που με την ζωη και το εργο τους
ηταν αυτό που δεν ήμασταν
η δεν μπορέσαμε να είμαστε εμεις¨”
Έχετε διαβάσει τις κριτικές του Χριστιαννόπουλου για άλλους ποιητές;
“Ενας άνθρωπος που εζησε εκτος των τειχων
του κοινωνικού ευπρεπισμού”
Φτιάχνοντας έναν άλλο ευπρεπισμό και θέτωντας ευατόν υπεράνω. Αντισυμβατικότητα δεν είναι μόνο να βρίζεις χωρίς όριο. Από ένα σημείο και μετά χάνει κι αυτό την αξία του.
http://www.youtube.com/watch?v=P3m-IUwBP_0
Πάντως η φωτογραφία που διαλέξατε να συνοδεύει την ανάρτηση από την αναγόρευση στο Αριστοτέλειο, τουλάχιστον εύστοχη. Ωσάν καπέλο ουλεμάδων.
Συνονόματε @ 10 Δεν περιμένω πια στο ταχυδρομικό μου κιβώτιο το τελευταίο σου βιβλίο. Λυπάμαι…
Όλοι οι Θεσσαλονικείς να εορτάσουν ως πρέπει τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της ελληνικής πόλεως μας.
http://www.youtube.com/watch?v=2X_liCeP_Eo&NR=1&feature=endscreen
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ τη συζήτηση για τα βραβεία κλπ, ας θυμηθούμε ότι ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης είχε προσανατολίσει τη συζήτηση στην ουσία: Η απουσία κριτηρίων μέσα σε μια παγκόσμια κοινωνία αχαλίνωτου και αλλοτριωτικού ανταγωνισμού, κοινωνικών αποκλεισμών, εξουσιομανίας, κερδοσκοπισμού και καθυπόταξης του νου, του συναισθήματος, των επιθυμιών, της φύσης, της κοινωνικής λογικής!
Από την PISA Ώς την ΜΙΖΑ, μικρή η απόσταση! Κρατηθείτε κ. Καρτάκη. Και γενικώς, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι -ελληνικό κι όχι φιλανδικό! Αλλά το θέμα είναι η έκπτωση της έκπτωσης στη γενικευμένη κρίση, όπου κι ο Χριστιανόπουλος την πληρώνει, αφού και στην περίπτωση δουλεύουν “τα δυο μέτρα και δυο σταθμά”.
Κύριε Γελασάκη
Ναι εχω διαβάσει τις υπερβολικές κριτικές
του Χριστιανόπουλου για άλλους ποιητές
και δεν συμφωνω
Αλλά και την μετέπειτα αυτοκριτική του γι αυτό
Κάτι που τον τιμαει γιατί σπανίζει στον χώρο της λογοτεχνίας
Φτιάχνοντας τον δικό του ¨ευπρεπισμό» κι όχι ακολουθώντας τον άλλων
Κι όμως το πιο δυσκολο είναι να ζήσει κανεις ανάμεσα στα όρια
που ο ο ιδιος θέτει για τον εαυτό του
Κάθε πράξη του Χριστιανοπουλου
ηταν καθαρά πράξη ατομικη και προσωπική
ποτε δεν πίστεψε στην συλλογικότητα
Εγω θα τον χαρακτήριζα ένα μοναχικό άνθρωπο,
μακρια από ιδεολογίες και κάθε ειδους –ισμους και θεσμούς
Ένα ποιητής που έκανε την καυλα του ποίηση
Ένα αναρχικός της ζωής και της ποίησης
…………………….
Κι αυτό για την ιστορία
Τι να τα κάνω τα βραβεία σας
Είναι πολύ ζαχαρωμένα
Ταιριάζουν για σοκολατοπαιδα
Μα δεν ταιριάζουνε για μένα
V.
–
γράφει ο γελασάκης:”Πώς όμως από τη μια αποκηρύσσεις ένα κρατικό βραβείο και το χρηματικό του έπαθλο αποστρεφόμενος το κράτος και τους συμβολισμούς του και από την άλλη έχεις υπάρξει υπάλληλος δημοτικής βιβλιοθήκης, εμφανίζεσαι επανειλημμένα στην κρατική τηλεόραση ή λίγο καιρό πριν δέχεσαι να γίνεις επίτιμος διδάκτορας ενός ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο είναι ένα κρατικό ίδρυμα”
το χεις διαβάσει το εναντίον κύριε γελασάκη;μιλάει για βραβεία.δε μιλάει για διδάκτορες ούτε για δουλειά στο δημόσιο ούτε για συνεντέξεις.τι σχέση έχουν λοιπόν, όλα αυτά που γράφεις;άσχετα…πάμε παρακάτω
Σωστός ο κύριος Καλογήρου. Η άρνηση του βραβείου δείχνει απόλυτη συνέπεια με αυτά που λέγονται στο “Εναντίον” του Χριστιανόπουλου.
Τα υπόλοιπα που παρατίθενται απο τον κύριο Γελασάκη δεν αντιφάσκουν με αυτή του την τοποθέτηση.
Γενικά, για την ιδέα των βραβέυσεων και των βραβείων δεν έχω ξεκαθαρισμένη θέση. Δεν τοποθετούμαι a priori ούτε εναντίον ούτε υπέρ. Καλύτερο ίσως θα ήταν να κρίνουμε κατα περίπτωση (ποιος βραβεύεται, ποιος βραβεύει, γιατί, πώς, πότε κ.ο.κ).
Για την ποίηση του Χριστιανόπουλου, επίσης δεν έχω σαφή εικόνα. Δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα. Απο όσα έχω διαβάσει, μου φαίνεται ενδιαφέρουσα, λόγω της ακριβολογίας και της λιτότητάς της, αλλά όχι και τίποτα το σπουδαίο.
Τέλος, νομίζω πως ο Χριστιανόπουλος έχει γίνει γνωστός και δημοφιλής, περισσότερο για την εκκεντρικότητα της συμπεριφοράς του και της ζωής του, παρά για την ποίησή του.
@16: “Και γενικώς, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι”
..ένα μικρό break διορθωτικού χαρακτήρος.
Eχμ, βασικά όπου ακούς πολλά κεράσια κόψ’το
μπάφο γιατί τα κεράσια δε μιλάνε… 8)
Συνεχίστε, παρακολουθώ μετ’ αγωνίας.
@20 Στην αιτιολογία άρνησης του βραβείου δήλωσε ότι δεν θέλει καμία σχέση με το κράτος και με ότι αυτό αντιπροσωπεύει.
Γράφω κάπου ότι αυτό το είπε στο εναντίον;
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=12017
http://stavrochoros.pblogs.gr/2009/02/to-amarthma-toy-nt-hristianopoyloy-.html Παλιότερο κείμενο του Θανάση Νιάρχου
http://www.aixmi.gr/index.php/o-xristianopoulos-kai-h-allazoneia-ths-metriothtas/
Ο αντισυμβατικός κατά τα άλλα Χριστιαννόπουλος εμφανίστηκε σε κανάλι της Θεσσαλονίκης, στην Τσαπανίδου στον ΣΚΑΙ και στον Οικονομέα-Καμπουράκη στο Μέγκα
Α! Μίλησε και στον 9,84 όπου επίσης δήλωσε ότι δεν θέλει καμία σχέση με οτιδήποτε κρατικό.
Εεε καλά ο Χριστιανό δεν φημιζόταν για την πολιτική του άποψη. Πάντα ήξερε να ελίσσεται και ήταν και είναι συνεχώς παρόν. Όσο περνάει ο καιρός τόσο περισότερο τον συμπαθώ και καταλαβαίνω την στάση του στην συντηρητική Θεσσαλονίκη. Σκεφτείτε τον μεγάλο Πάουντ, τον Σελίν, τον Χάμσουν κι αρχίστε το διάβασμα. Τα βιβλία υπάρχουν όχι τα βραβεία…
Απλά είχε “πιάσει” αυτό που έλεγε ο Μπουρντιέ για το ιδιωτικό και το δημόσιο. Το πρόβλημα της αριστεράς κατά τον Πιέρ. Ε λοιπόν ο Ντίνος έλεγε συνεχώς και χύμα “το ιδιωτικό” σοκάροντας το δημόσιο, όσο κι αν αυτό που έλεγε φαινόταν ασθενικό για να είναι πολιτική άποψη.
το κείμενο στην αιχμή είναι αστείο.και ανυπόγραφο εννοείται.ο χριστιανόπουλος είχε τουλάχιστον το σθένος να τα λέει επώνυμα.εντάξει ήταν μέτριος ποιητής.και κακιασμένη αδερφή (αυτό ήταν).κι ούτε ποτέ του ήταν παρίας και περιθωριοποιημένος.αυτά του αρέσει να τα λέει για να κάνει τον σπουδαίο.αλλά έχει πει και πολλές αλήθειες.
ή κάποιος πολύ άσχετος ή κάποιος προβοκάτορας.αφού είναι γνωστό ότι ο χριστιανόπουλος δεν θα δεχόταν το βραβείο.
Η αφέλεια και η βλακεία των “εργαλείων” για τα κρατικά βραβεία είναι καταπληκτική.
Ας είχαν ρωτήσει πρώτα τον κ. Χριστιανόπουλο αν θα αποδεχτεί το βραβείο. Έτσι κάνουν όλα τα καλορυθμισμένα συστήματα. Φυσικά θα τους είχε διαβολοστείλει και δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα γι’αυτούς. Τώρα ας πάνε να μαζέψουν αυτά που δεν μαζεύονται. Με τις υγείες τους.
Δημήτρης Τσίτος
ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ
Είκοσι χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο,
ο Κίσινγκερ λέγεται ότι δήλωσε τα εξής: «Αν θέλουμε να
πλήξουμε τους Έλληνες, θα πρέπει να τους πλήξουμε στη
γλώσσα, στη θρησκεία τους, και στα πνευματικά
και ιστορικά τους αποθέματα». Με άλλα λόγια, είναι σαν να
ομολογεί πως δεν κατάφερε με τίποτε να εξουδετερώσει
ηθικά τους Έλληνες ˙ ό,τι επέτυχε, το πέτυχε μονάχα με
τη δύναμη των όπλων.
Τέτοιες ομολογίες καθαρμάτων, σε εθνική αυτογνω-
σία πρέπει να μας φέρνουν. Κι ας μην ξεχνάμε, μέσα στη
λιγοψυχία μας, αυτά τα τέσσερα που οι Κίσινγκερ φο-
βούνται από μας.
[1997] Ντίνος Χριστιανόπουλος
Το «΄Υλαντρον» με χαρά δημοσιεύει αυτόγραφη μορφή του ποιήματος του Ντίνου Χριστιανόπουλου για την Κύπρο, την οποία ο ποιητής μάς απέστειλε με την ευκαιρία της έκδοσης του περιοδικού.
Ύλαντρον, τχ. 1, Νοέμβριος 2001
http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4689223
Κύριοι,
ο δάσκαλός μου στο σχολείο, όταν ήμουν πιτσιρίκα μου είχε πει ένα πράγμα το οποίο το κρατώ μέχρι τώρα φυλαχτό.
“Μπορείς να αρνηθείς τα πάντα, αλλά αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να πεις ένα ευχαριστώ, όπως και να έχει.”
Αυτό από εμένα.
Ευχαριστώ.
κυρία Λία,
το ευχαριστώ ταυτίζεται και με την αποδοχή παραλαβής αλαβάστρινου δονητή με ραβδώσεις?
Αν ο άνθρωπος τη βρίσκει με δάχτυλο?
Με το ζόρι double headed dildo?
@
Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
Όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος
N. Χριστιανοπουλος
V.
Δε νομίζω ότι θάβευται στα κανάλια ο Χριστιαννόπουλος
@35 Τώρα καταλάβαμε γιατί σας αρέσει ο Χριστιαννόπουλος
@35
Ομολογώ πολύ ευφυές το σχόλιό σας. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι αλλά μάλλον εσείς θα ξέρετε καλύτερα από αυτά.
Ας πούμε λοιπόν ότι κάποιος σας προσφέρει ένα γλυκό. Εσείς έχετε φάει, δεν σας αρέσει το γλυκό ή τέλοσπάντων δεν σας αρέσει η μούρη αυτού που σας το προσφέρει και το αρνείστε. Τι λέτε;
Απλοί κανόνες ευγένειας ευπρέπειας και πολιτισμού που θεωρούμε ότι προάγουμε κιόλας.
Μας το έμαθε η δασκάλα μας στα 4.
Ευχαριστώ πολύ
..”δεν τρώω γλυκα” is not an option? 8)~
80+ o άνθρωπος, παίζει να’χει ζάχαρο.
o χοντρός, αξύριστος αρθρογράφος των νέων έγραψε ολόκληρο άρθρο για τον χριστιανόπουλο, έβαλε-ειρωνευόμενος- ένα δίστιχο του και στο τέλος μας πληροφόρησε ότι δεν έχει διαβάσει χριστιανόπουλο.η κατάντια καλά κρατεί…
α, μόλις είδα ότι είναι υπάλληλος του γερουλάνου…και συγγραφέας παρεπιπτόντως.πολύ γέλιο βγάζουν οι αυλικοί του πασοκ (υπάρχουν ακόμα)
Πράξεις των αποστόλων, ΙΖ 18: “Τι αν θέλοι ο σπερμολόγος ούτος λέγειν;”
Χριστιανόπουλος, Ποιήματα:”για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη”
Anonyme: Non a la McDonaldization de la Poesie!!!
Ο αρθρογράφος των Νέων όχι μόνο δεν ξέρει το ποιητικό έργο -πέραν των ‘προβάτων’- του κυρ-Ντίνου, αλλά αγνοεί και το πολύ μεγάλο φιλολογικό/κριτικό του.
Παρά την άγνοιά του όμως, βρίσκει ευκαιρία για κήρυγμα και θυμάται και τον Ζίβκοφ και τη Σοβιετική Ένωση. Ξέχασε βέβαια τον Ζντάνοφ..
αυτά τα με το ζόρι ντράβαλα είναι για να αποταυρίζονται οι μικροαστοί, το δίχως άλλο. Ούτε βραβεία και ότι συμβεί στα πέριξ, ούτε τίποτα. Το θέμα είναι αν αγαπιούνται τα ποιήματα, πότε,ποιοι, πώς, πούθε, γιατί και τα ρέστα. Τι “ποιητική στάση” και κουραφέξαλα; Στάση νέτο σκέτο είναι.
Αν διαβάσει κανένας μόνο τα έντονα μάυρα γράμματα στο σεντόνι θα καταλάβει και αν θέλει τοποθετείται. Τα άλλα είναι τζάμπα κουβέντες εκτός και αν κρυώνει κανένας και θέλει να σκεπαστεί.
http://leninreloaded.blogspot.com/2012/01/blog-post_3387.html
Όλη αυτή η κουβέντα μου θυμίζει ένα φτηνό πάνελ με ανθρώπους, που δεν ξέρουν σε ποιο τσουκάλι θα ρίξουν την αποδοχή, την αμφισβήτηση ή τη χολή τους.
Πάντα ζητάμε από καλλιτέχνες να είναι ευθείς και να μην αντιφάσκουν στη ζωή τους.
Κι εγώ έτρεφα ανάλογες απόψεις για τους ανθρώπους που ακούν Τέχνη και που λένε τη γνώμη τους παρόλο που οι πράξεις τους αποδείκνυαν το αντίθετο και ακόμα και πρόσφατα… και οι κ Αραβανής και Παστάκας γνωρίζουν τι ακριβώς εννοώ… Καιροφυλακτούσα μια ζωή σαν αιλουροειδές πίσω από τα ψηλά χόρτα έχοντας έτοιμο τον λίβελλο εναντίον κάποιου που παρέκκλινε από “το κανονικό”…
Μην ξεχνάτε πως ο Ρεμπώ έγραψε σπουδαία ποίηση στα 19-21 του και μετά επιδόθηκε στο δουλεμπόριο στην Αφρική… πριν πεθάνει σε ηλικία 37 ετών.
Βέβαια, το θέμα με τον Χριστιανόπουλο δεν είναι το ίδιο. Θέλω να πιστεύω πως η ποίηση του Χριστιανόπουλου αποζημιώνει ΑΚΟΜΑ και αφοπλίζει τον οποιονδήποτε με την ποιότητά της.
Η εδώ συζήτηση δεν έχει καν νόημα να υφίσταται επειδή ο ένας να προσπαθεί να αποστομώσει σε εξυπνάδα και επιχειρήματα τον άλλο.
Είμαι κάποιος που κουτούλησε το πρόσωπό του πάνω σε τοίχο με τσιμεντόλιθους και μάτωσε, κι αυτό το λέω σοβαρά και προπάντων χωρίς δικολαβικές, διπρόσωπες υπεκφυγές.