Όμοια αναφορά στη διάρκεια της δικής μου ζωής τα τωρινά δεν έχουν. Ο κόσμος γύρω συζητά στα σοβαρά το ενδεχόμενο της πείνας, της εξαθλίωσης, της ολικής επαναφοράς στην κατοχική και μετακατοχική κατάσταση. Τέτοιος βουβός πανικός -παραγωγός, προαγωγός και τροφός δουλικότητας- δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα κυβερνούσε τόσο ανενόχλητος και κραταιός την Ελλάδα. Ερεβομανείς κοπροκρατούν το παρόν: αυτά που οι πουλημένοι ηγέτες ενός έθνους δεν μπορούν να του επιβάλλουν, επιβάλλονται ως αναγκαιότητες έξωθεν. Μια παγκοσμιότητα χρειάζεται, προφανώς, η νέα τάξη για να μυρίσει ανθρώπινο κρέας, δεδομένου ότι και ο πλέον σηψαιμικός ντόπιος άρχοντας περιορισμένη, μόνο, σηψαιμία μπορεί να διασπείρει προτού τα πεζοδρόμια ξηλωθούν και τον πάρουν στο κυνήγι. Τα πεζοδρόμια, όμως, τώρα δε μιλάνε. Πώς να μιλήσουν. Αυτά που από καιρό ήθελαν οι ντόπιοι άρχοντες να κάνουν, γίνονται μεν, αλλά όχι ιδία βουλήσει. Ξένοι τους είπαν να τα κάνουν. Τα υπόλοιπα είναι νούμερα και στα νούμερα-που να με πάρει ο διάολος και να με σηκώσει-δεν ήμουν ποτέ καλός. Δε θέλω να παρεξηγηθώ: γνωρίζω άριστα τι διεφθαμένοι κλεφτοκοτάδες υπήρξαμε επί μακρόν. Αυτό (το κανάλι, το στόμα, το μέσον, το όπλο) όμως που προσπαθεί να με πείσει ότι η κατάστασή μου -όπως και η κατάσταση διεθνώς- έχει αποκλειστικώς να κάνει με τα λεφτά που δανείστηκαν οι λαοί (από ποιους;) και πρέπει τώρα να τα επιστρέψουν (σε ποιους;) άδικα προσπαθεί. Δε θα με πείσει. Δίχως να γνωρίζω ονόματα και διευθύνσεις, τους διαισθάνομαι τους απανταχού τοκογλύφους, τους πορωμένους συνωμότες, τους αναστομούμενους μεγαλοκαρχαρίες, τους τελετάρχες που χτίζουν τα γραφεία τους απέναντι από τα νοσοκομεία.
Δύσκολο να μιλά κανείς για ποιήματα σε τέτοιους καιρούς. Είναι αληθινός ο βιασμός κι οι λέξεις μοιάζουν ανήμπορες να τον διακόψουν. Ελλείψει, όμως, λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα κι εν όψει μιας αυτάρεσκα ανακυκλούμενης ονοματολογίας (αυτο- και ετεροδοξολογίας) η οποία ούτε από οικονομική κρίση καταλαβαίνει ούτε από πείνα, δε βλάπτει κανείς να διαπιστώνει ότι χρειαζόμαστε περισσότερους ως εμέ αδαείς που εκφράζουν το γούστο τους και λιγότερους επαΐοντες που εκφράζουν το συμφέρον τους. Διατηρώ επί διετία τη στήλη τούτη για να επαναλαμβάνω, μεταξύ άλλων, την αυτή διαπίστωση: χρειαζόμαστε κείμενα που πραγματεύονται γραφόμενα, όχι κείμενα που προωθούν τις μπίζνες των συντακτών τους.
Είκοσι ποιητικά βιβλία μου εστάλησαν φέτος, τα οποία, αναλυτικά, είναι:
1. Πάμπος Κουζάλης, Ένα, Παράκεντρο
2. Ιωάννης Τσίρκας, Σκυλοτροφή, Γαβριηλίδης
3. Νικόλας Ευαντινός, Ρουβίκωνας στα μέτρα μας, Μελάνι
4. Ηλέκτρα Στρατωνίου, Στο ναρκοπέδιο του μυαλού, Εντός
5. Φίλιππος Αγγελής, Με ταχύτητα καρδιάς, Μπαρτζουλιάνος
6. Αντρέας Τσιάκος, Ασκήσεις αναπνοής, Χαραμάδα
7. Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, Το μέσα φόρεμα, Αφή
8. Θάνος Κόσυβας, Σʼ ελλειπτική τροχιά, Μάτι
9. Χάρης Μελιτάς, Μαύρη Σοκολάτα, Μανδραγόρας
10. Χριστίνα Δούβλη, Αποσιωπητικά, Λεξίτυπον
11. Αρετή Γκανίδου, Ορυκτό φως, Μελάνι
12. Σιδέρης Ντιούδης, Η βραδυπορία της στιγμής, Αιώρα
13. Δημήτρης Ξυδερός, Διασταύρωση χωρίς φανάρια, Ηριδανός
14. Χρύσα Τσαρούχη, …διάταξη διαψεύσεων, Δ. Κορόντζης
15. Αλέξανδρος Αραμπατζής, Μεγαλιθικές μπαλάντες σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα, Τυπωθήτω
16. Ευσταθία Δήμου, Στη σπορά των αστεριών, Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη
17. Βασίλης Βάρκας, Μιζεραστία, Πανοπτικόν
18. Βασίλης Ν. Πης, ΠΑΓΟΣ-Ιστορίες Ανατολικών Νήσων, Οδός Πανός
19. Στέλλα Γεωργιάδου, Μάσκα οξυγόνου, Γαβριηλίδης
20. Αθηνά Ανδρουλάκη, Οφθαλμαπάτη, Γαβριηλίδης
Επιθυμώ να σταθώ σε τρία από αυτά.
Εν πρώτοις, στο βιβλίο «Ορυκτό φως» της Αρετής Γκανίδου. Απουσία εντυπωσιακών ευφυολογημάτων, αυτάρεσκων παραλόγων και ηχηρών γλωσσικών πειραματισμών (συνηθισμένων, δηλαδή, συμπτωμάτων), η κ. Γκανίδου επιτυγχάνει τη συμμετοχή του αναγνώστη στο κατανυχτικό κλίμα των ποιημάτων της, παράγοντας τη γνήσια συγκίνηση του γοητευτικού και κατασταλλαγμένου ύφους. Ώριμες σπείρες ενδοσκόπησης κι εξομολόγησης ξετυλίγονται λυρικά μες στις μικρές πρόζες της ποιήτριας αλλά και στα στιχουργήματά της, γεννώντας συναισθήματα, ανασύροντας γνώριμες εικόνες, μεταδίδοντας δονήσεις ευαισθησίας.
ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ
Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά και ύψωσε θαλασσινό αέρα τη ματιά του. Τι ομορφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απʼ το κελί –και στην ψυχή μου– έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια,
ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μελισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απʼ αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ-ΔΙΟΙΚΗΤΗΡΙΟ
Δίπλα απʼ το φλυτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο,
Ξεμύτιζαν επίμονα
Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά,
ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα
και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες,
μπλε-γαλάζια φυλλαράκια
κι ένα κόκκινο
βαθύ όσο η επιθυμία μου.
Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα
κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη,
αν και δεν είχες φτάσει ακόμα.
Όπως όπως μάζεψα
τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.
Τί τα θες;
Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…
ΟΝΕΙΡΟ
Πιασμένες χέρι-χέρι πετούσαμε.
Διασχίζαμε εναέρια την Κύπρο.
–Τι ύψος είχαμε πάρει;
Σε μιαν ανάσα ο χάρτης άλλαξε.
Η Λήμνος μʼ ανοιγμένα τα φτερά της κάτω μας.
Στʼ αριστερό φτερό της
το δάσος με τις ψηλές βελανιδιές και τα δάκρυα.
Στο φράχτη πλάι στη θάλασσα
κόκκινα κι άσπρα άλογα τριπόδιζαν.
Βουτήξαμε κάτω απʼ τις φυλλωσιές,
χαράζαμε αχνά το φως,
όπως χαράζει το νερό απʼ την καρίνα βάρκας.
Μα κι όταν ξύπνησα,
οι πέτρες φυλλαγμένες ανάσκελα στα μάτια μου
έκτιζαν φως και τόπο να σταθώ,
όπως και συ
με κείνα τα παντοτινά σου φρύδια.
Πώς δραπετεύουν έτσι οι τόποι απʼ το παρόν, Ειρήνη!
Εν δευτέροις, επιθυμώ να σταθώ στη «Σκυλοτροφή» του Ιωάννη Τσίρκα. Ο Τσίρκας είναι πολύ νέος, είκοσι δύο, μόλις, ετών. Τα ποιήματά του, ανώριμα ακόμα, περιορισμένα στη θεματολογία τους, δίχως το διανοητικό και συναισθηματικό βάθος της ζυμωμένης έκφρασης, παρουσιάζουν ένα σπάνιο προσόν: αναπτύσσονται σε μια παρθένα-εκφραστικά-περιοχή. Πρόκειται για απόπειρες αυτόματης γραφής (το «αυτόματης» όχι προς προσδιορισμό της τεχνικής -ποιος, εξάλλου, αναγνώστης γνωρίζει το ποσοστό αυτοματισμού μιας γραφής- αλλά της μορφής και της αισθητικής, του ύφους και του κλίματος) που στοχεύουν στο εγώ. Εννοώ πως, ενώ ο αποπνεόμενος αυτοματισμός των υπερρεαλιστών (Κάλας, Εμπειρίκος) και νεοϋπερρεαλιστών (Βακαλό, Σαχτούρης), στόχευε στο υπερεγώ και το εκείνο καταφεύγοντας (ή διολισθαίνοντας, ανάλογα με τον εκτιμητή) στο παράλογο, ο Τσίρκας κεραυνοβολεί (για να τον επαινέσω) το εγώ με αυτοματισμό υπερρεαλιστικής χάρης. Είναι, για να το θέσω και αλλιώς, ένας punk τραγουδιστής. Με σπρώχνει να ξαναγδάρω το βινύλιο των Joy Division.
UXBRIDGE
ως τότε βλάσφημος
στο Θεό πίστεψα κάτω από τα σύννεφα του Λονδίνου
έφτασα εκεί τελειωμένος
από το στόμα της τρέλας στο στόμα μιας κοπέλας τέσσερα
χρόνια πάνω από τα δεκάξι
γνώριζε ελάχιστα αγγλικά και έτσι μιλούσαμε ελάχιστα
τα λίγα που κατάλαβα και θυμάμαι είναι πως καταγόταν από
την Αργεντινή
και πως μεγάλωσε σε ένα ίδρυμα ορφανών ανηλίκων
κοριτσιών στην Ισπανία
παρέμενε εκεί ως δασκάλα
στο Uxbridge είχε έρθει για κάτι σαν επιμορφωτικές διακοπές
και θα έφευγε σε όσες ακριβώς ημέρες θα έφευγα κι εγώ
σε δυο βδομάδες
αποδείχθηκε πως αρκούσαν για να πιστέψω
το τάμα μου ήταν να τη γαμήσω
ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ
οι αναμνήσεις από τις μέρες μας θα σε καίνε αργά
εδώ
ζούμε τα χρόνια που έχεις χάσει για πάντα
ΑΔΙΑΦΟΡΗ ΨΥΧΗ
ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΥΠΕΦΕΡΕΣ
καθώς ο κοριτσίστικος ιδρώτας σου θα βρέχει στο πρόσωπό
μου
μπροστά στη γύμνια σου η ίδια θλίψη
πίσω από τις άσχημες προθέσεις μου
δε θα μπορέσεις ποτέ να δεις τον αληθινό εαυτό μου
Τέλος, επιθυμώ να σταθώ στο βιβλίου του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Μεγαλιθικές μπαλάντες σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα», στου οποίου τα θετικά προσμετρώ την υποβλητική ατμόσφαιρα, τη διεισδυτική εικονοπλασία και τη ρέουσα, φροντισμένη γλώσσα. Η φιλοδοξία του όλου εγχειρήματος, κρίνοντας από τα (μεταφυσικά και άλλα) θέματα που αγγίζονται στα ποιήματα του κ. Αραμπατζή, ίσως να υπερβαίνει την αξία του τελικού αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και παρότι, ίσως, δεν ικανοποιείται η, ποίημα το ποίημα, καλλιεργούμενη προσδοκία της απογείωσης, οι μπαλάντες του ποιητή διαβάζονται -όχι τυχαία- μονορούφι, η συνάφεια μεταξύ τους δένει σε μιαν ατμόσφαιρα που δεν αφήνει το μάτι να φύγει από το στίχο, οι δε εικόνες παρουσιάζονται με το κύρος του ιερού αφηγητή.
***
Στην μεγάλη πόλη χίλιοι χαμένοι οδοιπόροι
καλούνε ταξί, μιλάνε με τις ώρες στο κινητό, ρωτάνε
και ξαναρωτάνε, χαριεντίζονται με αγνώστους
βιώνουν όμορφα την άβολη χαρά του να νιώθεις χαμένος
Πίνουν ζεστό καφέ στα μπαρ, στριμώχνονται δίπλα σε
ζεστές
θερμάστρες, καταβροχθίζουν τοστ και κρουασάν
Σιχαίνονται τους λερωμένους τοίχους και τα σάπια σανίδια
Σιχαίνονται τις κρύες σούπες και τα μπαγιάτικα ψωμιά
Σιχαίνονται τη λάσπη, το κρύο και τον ανθυγιεινό περίπατο
Η ζωούλα τους ασφαλής θυρίδα, η ζωούλα τους
αεροστεγές κουβούκλιο
***
Η λάγνα πόλη ξεφυσά κορωμένη στο Διαδίκτυο
Στα chat rooms η φλυαρία αλητεύει
Στις μετέωρες βουνοκορφές των sites
αναφύονται έριδες, περιφραστικές κρυψίνοιες
των ευάλωτων στην ευπείθεια ελληνοπαίδων.
Στους αψιδωτούς θαλάμους των internet café
οι άγριες ορμές της εφηβείας αναλώνονται
στον ουτιδανό μαζοχισμό του εικονικού
Στα χλιδάτα μεσοτοίχια οι εθισμένοι κομπιουτεράδες
κομπορρημονούν ως γενναίοι πιονέροι της Δύσης
αμιλλώμενοι σκληρά με διφορούμενες έξεις
συνεγέρσεις και διεγερτικές λεξιλαγνείες.
Στην έναστρη οθόνη μανιωδώς μοντάρονται
εφήμερες ερωτικές χερουβικές συναλληλίες
Αθλούνται στα δύσοσμα και στα δυσώνυμα
τα υποχείρια τέκνα δυσώνυμων και δυσωδών
Καρδιναλίων του σκότους
***
Γουέστερν υπήρξε η ζωή του
Με πιστολίδι, αλκοόλ και πληρωμένο έρωτα
Πολλά γουέστερν δεν έχουν περιπέτεια
έχουν όμως μπότες, σπιρούνια, ιδρωμένες φοράδες
πολύ σκόνη στους δρόμους, σαλούν, ξύλινα παραπήγματα
και τύπους χαμένους στο όνειρο σα ταξιδιώτες στο φεγγάρι
Τα έχασαν όλα και δεν αντέχουν να λεηλατούνται στο
τίποτα
όντας ολοζώντανοι ακόμα τα όρνια να τους λιγουρεύονται
Οι αδέσποτες σφαίρες πιο πολλές κι από τα κουνούπια
στον κάμπο
αν σου τσιμπήσουν το σκαλπ ευθύς παύεις να ονειρεύεσαι.
Ευχαριστώ θερμά τις ποιήτριες και τους ποιητές για την αποστολή των βιβλίων τους. Εύχομαι καλή χρονιά σε όλους, υγεία προπαντός.














Πολύσοφες επιλογές!
Εφέτος -2011- Αρίστευσεν ο κύριος Αραμπατζής. Ευφρόσυνες ευκέλαδες γλωσσοπλαστίζουσες ταχυπαλμικές ενορασίες αοράτως ενδυναμώνουν την στοχαστικώς ενυπνιοχαϊντεγγεριανή Ποιητική Του (με πτολίπορθο χιουμοράκι και αυτοθέλητη νεονανοβαλαωριτική ελαφρότητα). Σημαντικότατον βιβλίον και άκρως Ελληνικόν. Μια Νέα Αμοργός.
Επίσης ο κύριος Τσίρκας, έξοχος ζηλωτής και ρυθμοκάτοχος ακμαστικών συλλήψεων. Μου αρέσει η αμετανόητη οξύτης, το Αποφαντικόν, το σιγουροπεπεισμένο Του.
Της κυρίας Γκανίδου δεν έτυχε να διαβάσω, αλλά στα παρόντα μ’ έθελξε ο ιδιότυπος θηλύφρων λυρισμός.
“Δύσκολο να μιλά κανείς για ποιήματα σε τέτοιους καιρούς. Είναι αληθινός ο βιασμός κι οι λέξεις μοιάζουν ανήμπορες να τον διακόψουν.”
εδώ τα λες όλα.
σκέφτομαι πολύ τελευταία πάνω σ’ αυτό
και λέω πως το μόνο που ζητώ πια απ’ την ποίηση είναι κάτι που δεν μπορεί να μου δώσει, παρηγοριά..
μου άρεσαν τα ποιήματα της Αρετής Γκανίδου..βγάζουν μια ανθρωπιά που έρχεται-λες-από καιρούς αλλοτινούς..
ιδιαίτερα το πρώτο.
Μόλις 3. Σαν να λέμε 4-1.
(Σκέτος προβληματισμός, χωρίς διαπιστωτικές διαθέσεις…)
Καλή χρονιά, Δημήτριε.
η ποίηση δεν είναι ούτε για παρηγοριά ούτε για ελπίδα.η ποίηση είναι γι’ αυτούς που θέλουν να τολμήσουν και να πάνε λίγο παραπέρα, μέσα τους.διαφωνώ λοιπόν με την ειρήνη παραδεισιανού.οι καιροί πάντα είναι δύκολοι είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο.σκοπός της ποίησης η αλήθεια, η τοποθέτηση της ύπαρξης σ’ ένα βάρθρο κι ο φωτισμός όλων της των κρυφών περιοχών.
το εγχείρημα του μουζάκη δεν μου άρεσε ούτε πέρσι και το είχα σχολιάσει αρνητικά.συνεχίζω να έχω την ίδια άποψη, μόνο που τώρα μπορώ να του αναγνωρίσω το πείσμα και την επιμονή στις επιλογές του.αυτό είναι κάτι άξιο θαυμασμού.αυτό που δεν μου αρέσει περισσότερο είναι η ανταπόκριση των ποιητών.δείχνει πρεμούρα ανάδειξης και αναγνώρισης και βράβευσης.
όσο για τα βιβλία:δεν έχω διαβάσει κανένα ολοκληρωμένο.έχω διαβάσει ποιήματα μερικών εξ’ αυτών στο ποιείν και σε άλλα sites.άλλα είναι ωραία άλλα όχι και τόσο.όπως συμβαίνει πάντα.
υγ.ο γεννάρης μ’ αρέσει.διάβασα τις απαντήσεις του στην lifo και το διασκέδασα.
Εκτιμώ την Ποιητική του Μουζάκη, και γι’ αυτό κατέθεσα κουτσουρεμένον σχολιασμό υποκάτωθεν. Φαυλίζω εμαυτόν, αλλά ουί, εγώ ειμί το βρέφος σολωμός/κύριε Καλογήρου πολύ μ΄αρέσετε και σεις/ θεωρώ ότι με στάλσιμο βιβλίων προς αξιολόγησιν και κουβεντούλα, δεν τίκτεται έπαρσις, παρά Ταπείνωσις και ορθοδοξότατη Αθωοπαιδοφροσύνη. (Οι Ποιηταί -απ’ τα χρόνια του Αλκμάν- είναι φωνακλάδικα στιχηρά Τυχερομουσοπαίδια/ απαιτούν έπαινο/ μακαρισμό πληθυντικού χειροκροτήματος/ευωχήματα και υποκλισούρες/ραψωδοί/ραψωδοί)
Κοιτάχτε, μίλησα για τρία βιβλία που ορθώς παρουσιάσατε και επαινέσατε. Τώρα, Αρετές και Φρουτοκοιτάσματα υπάρχουν παντού. Ομματίων θέμα είναι. Ιδιοσυγκράσεως.
Ξανακοιτάχτε, για να είμαι ειλικρινέστερος του ειλικρινούς, οφείλω εδώ να είπω: ο Μεγαλέξανδρος Αραμπατζής είναι φίλος και Διδάσκαλος. Ολικός συγγραφέας. Βαθύς. Αυτοφυής. Και εντέχνως παιγνιώδης.
Τον κύριο Τσίρκα τον ξεχώρισα στο Φεστιβάλ του ΕΚΕΒΙ. Ασφαλώς κι έχω προσδοκίες από Κείνον. Και από τους άλλους δυο υπερμελωδούς της Junior Τριαδογενεάς (Αιωροκλέους/Αθανάσιος).
Σεβαστή η άποψη του κ. Μουζάκη, ωστόσο όταν αποφαίνεται ένα ηλεκτρονικό περιοδικό και ξεχωρίζει κάποιες συλλογές, νομίζω πως απαιτείται κάποια επιτροπή αποτελούμενη από περισσότερα άτομα. Επίσης όταν τα βιβλία που σας στέλνουν είναι όλα κι όλα 20, καλό είναι να γράψετε κι ένα σχόλιο για τους υπόλοιπους, δυο τρεις λέξεις ας πούμε. Εκτός κι αν κρίνετε κάποιο ως απαράδεκτο οπότε τι να αναφέρεις. Διότι σε αυτήν την λογική δεν πρόκειται περί Ποιείν Αλμανάκ, αλλά περί Μουζάκ Αλμανάκ. Το Ποιείν μας συνήθισε σε έναν άλλο αέρα, όπου καλλιεργείται ο γόνιμος διάλογος και αναδεικνύονται άγνωστες ποιητικές φωνές. Κι όλα αυτά μακριά από τη λογική των περιοδικών. Προς τι αυτού του είδους οι “περιοδικίστικες” λογικές, ημι-βράβευσης ημι-ανάδειξης κλπ από μονοπρόσωπη επιτροπή; Καλές εορτές, ευτυχισμένο το νέο (πολύ δύσκολο) έτος 2012 και να συνεχίζετε την άκρως επιτυχημένη πορεία σας.
Κύριε Βελισσαρίδη,
αν διαβάσετε τις τελευταίες δημοσιεύσεις κάθε έτους θα δείτε πως η μονοπρόσωπη επιτροπή είναι ο “κανόνας” μας. Συνεπώς εμπιστευόμαστε τους συνεργάτες μας και την “ευθύνη” που αναλαμβάνουν να εκπροσωπήσουν πρώτα τον εαυτό τους και επειτα το ΠΟΙΕΙΝ.
Οι χαρακτηρισμοί “ημι-βράβευση” και “ημι-ανάδειξη” μάλλον είναι άστοχοι με βάση τη λογική και τον τρόπο που δημοσιεύουμε.
Ελπίζω να ξεκαθάρισα ορισμένες -σεβαστές- απορίες σας.
Δημήτρη Μουζάκη, πώς νιώθεις όταν πρέπει να κρίνεις ποιητικά βιβλία;
Θα μου πεις αυτοί στα στείλανε, τι φταις κι εσύ.
Μάλιστα δεν καταλαβαίνω καθόλου με ποιο σκεπτικό στα έστειλαν. Σκέφτηκαν ότι ήταν η ευκαιρία τους, να τους κρίνει ένας ικανός κριτικός; Και γιατί να θέλουν να τους κρίνει κάποιος, σώνει και ντε;
“Δύσκολο να μιλά κανείς για ποιήματα σε τέτοιους καιρούς. Είναι αληθινός ο βιασμός κι οι λέξεις μοιάζουν ανήμπορες να τον διακόψουν.”
-αυτά τα γράφει η Ακρίτα στα σενάριά της, και παέι τέλεια στις τηλεθεάσεις!
Τέτοιες αναρτήσεις αποδεικνύουν εμπράκτως το βιασμό.
Αλλά η κριτική (sick) προϋποθέτει είτε πως κατέχεις κάποια αλάθητα κριτήρια, οπότε βάσει αυτών γίνεται η ανάρτηση, είτε πως μας παρουσιάζεις τη δική σου, προσωπική, γνώμη, η οποία είναι εντελώς αδιάφορη.
Προς τι το σφυρί και η κρίση; (μόνο ως χιούμορ μπορώ να το εκλάβω, κάπως διεστραμμένο, πάντως)
Νομίζω πως η ανάρτηση, μάλλον, κρίνει εσένα παρά εσύ τα ποιήματα.
Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα: το έχω διατυπώσει χιλιάδες φορές, αλλά δεν με κουράζει καθόλου να το ξαναπώ. Προτιμώ τον ανορθόγραφο λόγο από το καλλιγραφημένο τίποτα.
Η κρίση που διερχ’ομαστε, δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά κυρίως αδυναμία έκφρασης λόγου. Αυτόν το “ΛΟΓΟ” προτρέπω να καλλιεργήσουμε ή αν θέλετε να εφεύρουμε εκ νέου. Σας Ζητάμε, χρόνια τώρα, να αρθρώσετε λόγο, και δεν το κάνετε. Σας μοιράζουμε βιβλία (τελευταία μοιρασιά αρχές Οκτωβρίου) με τη δέσμευση πως θα γράψετε έστω δυο λόγια και μέχρι σήμερα από τα 20+ βιβλία που σας μοιράσαμε δεν έκατσε ούτε ένας να γράψει δυο λέξεις.
Αναθέσαμε στον Μουζάκη εδώ και δυο χρόνια το έργον και ο άνθρωπος το έβγαλε εις πέρας. Δεν χρειάζονται επιτροπές, και γι αυτό θα το συνεχίσει και το 2012…
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα…
“Σας μοιράζουμε βιβλία (τελευταία μοιρασιά αρχές Οκτωβρίου) με τη δέσμευση πως θα γράψετε έστω δυο λόγια και μέχρι σήμερα από τα 20+ βιβλία που σας μοιράσαμε δεν έκατσε ούτε ένας να γράψει δυο λέξεις.”
Και γιατί δηλαδή να γράψω για τα βιβλία αλλωνώνε, κύριε Παστάκα; Αυτοί γράψανε για τα δικά μου; Ας γράψουνε πρώτα κάτι (καλό) για τα βιβλία μου (αν έχω εκδώσει) ή για μένα (αν δεν έχω εκδώσει) κι ύστερα βλέπουμε. Ωραία η πρωτοβουλία που ξεκινάει από μένα, αλλά πιο ωραία εκείνη που καταλήγει σε μένα.
Χρόνια καλά σε όλους!
κ. καλογήρου,
ενοχλεί η κριτική, ε? Ξέρετε ποιός είναι ο πιό εύκολος τρόπος για να αποκτήσετε εχθρούς?
Να ασχοληθείτε με την Κριτική.
Σας υπενθυμίζω τη γραμμή του ΠΟΙΕΙΝ εδώ
http://www.poiein.gr/archives/1019/index.html
σεβαστή η άποψη σου αλλά δε νομίζω ότι η δημοσιοποίηση μιας κακής κριτικής σε κάνει αυτομάτως χολερικό.σκέψου πως αυτοί που σου στείλανε την ψυχούλα τους, περιμέναν ίσως να διαβάσουν δυο λόγια για την ψυχούλα τους (διότι τίποτα δεν είναι πιο πάνω απ’ τον εγωισμό και την ωραιοπάθεια μας, ούτε καν η ψυχούλα μας)και το μόνο που καταλάβανε ήταν ότι η ψυχούλα τους είναι κατώτερη απ’ την ψυχούλα των τριών.ας κάνω μια βελτιωμένη πρόταση λοιπόν:να γίνεται ξεχωριστή ανάρτηση με κριτική για κάθε βιβλίο που σου αποστέλνεται και στο τέλος του χρόνου μπορείς να κάνεις και μία ανάρτηση αυτού του είδους, με τα βιβλία που ξεχώρισες.νομίζω θα ήταν πιο ευγενικό.τέλος πάντων, καλά να είμαστε να μαλώσουμε και του χρόνου
Τα Θανασάκη πες τα αλλού.
Το βιβλίο στο έστειλα για να το διαβάσεις.
Όχι για να το κρίνεις.
Το ότι η κριτική απαιτεί αλάθητο το
χρησιμοποίησα ειρωνικά,
για να ενισχύσω τη δεύτερη θέση μου,
ότι η κριτική είναι προσωπική
και πως για αυτό δεν μας ενδιαφέρει.
Άσε τις σοφιστείες.
Αν σε γνώριζα “Δημητράκη”
δε θα σου έστελνα τίποτε.
Και έχω την υποψία πως οι κύριοι και οι κυρίες
που σου έστειλαν
δεν γνώριζαν.
#19
Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Τυπώνονται και θέλουν να διαβαστούν. Τα στέλνουν αδιακρίτως, σε όλο τον κόσμο. Για να ακούσουν μια κουβέντα. Είναι εύλογο.
Κι επειδή έχω υποπέσει σε παρόμοια αμαρτήματα,
συνιστώ, σε όσους έχουν αυτιά και ακούνε,
να ΜΗ στέλνουν βιβλία πουθενά. Ας τα κρατάνε στο σπίτι τους.
#15
“Γιατί και πέρσι και φέτος η συγκεκριμένη στήλη συγκεντρώνει ενδιαφέρον και όχι η αντίστοιχη για ταινίες-μουσικές κλπ;…”
-Γιατί η ποίηση μάς ενδιαφέρει.
Δεν το καταλαβαίνεις;
Ψάχνεις ίντριγκες;
“Συμφωνώ. Είμαι στυγνός της εμπορικότητας.”
– Δεν είσαι στυγνός. Είσαι Κοινός Τόπος!
“Δεν είναι, νομίζω, μείζων θέμα αυτό”
-ΜείζΟν. Ο Τυρταίος θα σε μάλωνε!
#12
“Προτιμώ τον ανορθόγραφο λόγο από το καλλιγραφημένο τίποτα.”
-Επίσης Κοινός Τόπος.
Το Ποιείν είναι Ο Κοινός Τόπος.
Ου Τόπος, μη σας πω!
Είμαι τόσο αφελής και γραφικός που νιώθω
να με τιμά η ειρωνεία και των δυό σας .
Να είστε καλά !