Όμοια αναφορά στη διάρκεια της δικής μου ζωής τα τωρινά δεν έχουν. Ο κόσμος γύρω συζητά στα σοβαρά το ενδεχόμενο της πείνας, της εξαθλίωσης, της ολικής επαναφοράς στην κατοχική και μετακατοχική κατάσταση. Τέτοιος βουβός πανικός -παραγωγός, προαγωγός και τροφός δουλικότητας- δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα κυβερνούσε τόσο ανενόχλητος και κραταιός την Ελλάδα. Ερεβομανείς κοπροκρατούν το παρόν: αυτά που οι πουλημένοι ηγέτες ενός έθνους δεν μπορούν να του επιβάλλουν, επιβάλλονται ως αναγκαιότητες έξωθεν. Μια παγκοσμιότητα χρειάζεται, προφανώς, η νέα τάξη για να μυρίσει ανθρώπινο κρέας, δεδομένου ότι και ο πλέον σηψαιμικός ντόπιος άρχοντας περιορισμένη, μόνο, σηψαιμία μπορεί να διασπείρει προτού τα πεζοδρόμια ξηλωθούν και τον πάρουν στο κυνήγι. Τα πεζοδρόμια, όμως, τώρα δε μιλάνε. Πώς να μιλήσουν. Αυτά που από καιρό ήθελαν οι ντόπιοι άρχοντες να κάνουν, γίνονται μεν, αλλά όχι ιδία βουλήσει. Ξένοι τους είπαν να τα κάνουν. Τα υπόλοιπα είναι νούμερα και στα νούμερα-που να με πάρει ο διάολος και να με σηκώσει-δεν ήμουν ποτέ καλός. Δε θέλω να παρεξηγηθώ: γνωρίζω άριστα τι διεφθαμένοι κλεφτοκοτάδες υπήρξαμε επί μακρόν. Αυτό (το κανάλι, το στόμα, το μέσον, το όπλο) όμως που προσπαθεί να με πείσει ότι η κατάστασή μου -όπως και η κατάσταση διεθνώς- έχει αποκλειστικώς να κάνει με τα λεφτά που δανείστηκαν οι λαοί (από ποιους;) και πρέπει τώρα να τα επιστρέψουν (σε ποιους;) άδικα προσπαθεί. Δε θα με πείσει. Δίχως να γνωρίζω ονόματα και διευθύνσεις, τους διαισθάνομαι τους απανταχού τοκογλύφους, τους πορωμένους συνωμότες, τους αναστομούμενους μεγαλοκαρχαρίες, τους τελετάρχες που χτίζουν τα γραφεία τους απέναντι από τα νοσοκομεία.

Δύσκολο να μιλά κανείς για ποιήματα σε τέτοιους καιρούς. Είναι αληθινός ο βιασμός κι οι λέξεις μοιάζουν ανήμπορες να τον διακόψουν. Ελλείψει, όμως, λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα κι εν όψει μιας αυτάρεσκα ανακυκλούμενης ονοματολογίας (αυτο- και ετεροδοξολογίας) η οποία ούτε από οικονομική κρίση καταλαβαίνει ούτε από πείνα, δε βλάπτει κανείς να διαπιστώνει ότι χρειαζόμαστε περισσότερους ως εμέ αδαείς που εκφράζουν το γούστο τους και λιγότερους επαΐοντες που εκφράζουν το συμφέρον τους. Διατηρώ επί διετία τη στήλη τούτη για να επαναλαμβάνω, μεταξύ άλλων, την αυτή διαπίστωση: χρειαζόμαστε κείμενα που πραγματεύονται γραφόμενα, όχι κείμενα που προωθούν τις μπίζνες των συντακτών τους.

Είκοσι ποιητικά βιβλία μου εστάλησαν φέτος, τα οποία, αναλυτικά, είναι:

1. Πάμπος Κουζάλης, Ένα, Παράκεντρο
2. Ιωάννης Τσίρκας, Σκυλοτροφή, Γαβριηλίδης
3. Νικόλας Ευαντινός, Ρουβίκωνας στα μέτρα μας, Μελάνι
4. Ηλέκτρα Στρατωνίου, Στο ναρκοπέδιο του μυαλού, Εντός
5. Φίλιππος Αγγελής, Με ταχύτητα καρδιάς, Μπαρτζουλιάνος
6. Αντρέας Τσιάκος, Ασκήσεις αναπνοής, Χαραμάδα
7. Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, Το μέσα φόρεμα, Αφή
8. Θάνος Κόσυβας, Σʼ ελλειπτική τροχιά, Μάτι
9. Χάρης Μελιτάς, Μαύρη Σοκολάτα, Μανδραγόρας
10. Χριστίνα Δούβλη, Αποσιωπητικά, Λεξίτυπον
11. Αρετή Γκανίδου, Ορυκτό φως, Μελάνι
12. Σιδέρης Ντιούδης, Η βραδυπορία της στιγμής, Αιώρα
13. Δημήτρης Ξυδερός, Διασταύρωση χωρίς φανάρια, Ηριδανός
14. Χρύσα Τσαρούχη, …διάταξη διαψεύσεων, Δ. Κορόντζης
15. Αλέξανδρος Αραμπατζής, Μεγαλιθικές μπαλάντες σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα, Τυπωθήτω
16. Ευσταθία Δήμου, Στη σπορά των αστεριών, Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη
17. Βασίλης Βάρκας, Μιζεραστία, Πανοπτικόν
18. Βασίλης Ν. Πης, ΠΑΓΟΣ-Ιστορίες Ανατολικών Νήσων, Οδός Πανός
19. Στέλλα Γεωργιάδου, Μάσκα οξυγόνου, Γαβριηλίδης
20. Αθηνά Ανδρουλάκη, Οφθαλμαπάτη, Γαβριηλίδης

Επιθυμώ να σταθώ σε τρία από αυτά.

 

 

Εν πρώτοις, στο βιβλίο «Ορυκτό φως» της Αρετής Γκανίδου. Απουσία εντυπωσιακών ευφυολογημάτων, αυτάρεσκων παραλόγων και ηχηρών γλωσσικών πειραματισμών (συνηθισμένων, δηλαδή, συμπτωμάτων), η κ. Γκανίδου επιτυγχάνει τη συμμετοχή του αναγνώστη στο κατανυχτικό κλίμα των ποιημάτων της, παράγοντας τη γνήσια συγκίνηση του γοητευτικού και κατασταλλαγμένου ύφους. Ώριμες σπείρες ενδοσκόπησης κι εξομολόγησης ξετυλίγονται λυρικά μες στις μικρές πρόζες της ποιήτριας αλλά και στα στιχουργήματά της, γεννώντας συναισθήματα, ανασύροντας γνώριμες εικόνες, μεταδίδοντας δονήσεις ευαισθησίας.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά και ύψωσε θαλασσινό αέρα τη ματιά του. Τι ομορφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απʼ το κελί –και στην ψυχή μου– έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια,
ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μελισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απʼ αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ-ΔΙΟΙΚΗΤΗΡΙΟ

Δίπλα απʼ το φλυτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο,
Ξεμύτιζαν επίμονα
Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά,
ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα
και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες,
μπλε-γαλάζια φυλλαράκια
κι ένα κόκκινο
βαθύ όσο η επιθυμία μου.
Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα
κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη,
αν και δεν είχες φτάσει ακόμα.
Όπως όπως μάζεψα
τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.

Τί τα θες;
Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…

ΟΝΕΙΡΟ

Πιασμένες χέρι-χέρι πετούσαμε.
Διασχίζαμε εναέρια την Κύπρο.
–Τι ύψος είχαμε πάρει;
Σε μιαν ανάσα ο χάρτης άλλαξε.
Η Λήμνος μʼ ανοιγμένα τα φτερά της κάτω μας.
Στʼ αριστερό φτερό της
το δάσος με τις ψηλές βελανιδιές και τα δάκρυα.
Στο φράχτη πλάι στη θάλασσα
κόκκινα κι άσπρα άλογα τριπόδιζαν.
Βουτήξαμε κάτω απʼ τις φυλλωσιές,
χαράζαμε αχνά το φως,
όπως χαράζει το νερό απʼ την καρίνα βάρκας.
Μα κι όταν ξύπνησα,
οι πέτρες φυλλαγμένες ανάσκελα στα μάτια μου
έκτιζαν φως και τόπο να σταθώ,
όπως και συ
με κείνα τα παντοτινά σου φρύδια.

Πώς δραπετεύουν έτσι οι τόποι απʼ το παρόν, Ειρήνη!

 

 

 

 

Εν δευτέροις, επιθυμώ να σταθώ στη «Σκυλοτροφή» του Ιωάννη Τσίρκα. Ο Τσίρκας είναι πολύ νέος, είκοσι δύο, μόλις, ετών. Τα ποιήματά του, ανώριμα ακόμα, περιορισμένα στη θεματολογία τους, δίχως το διανοητικό και συναισθηματικό βάθος της ζυμωμένης έκφρασης, παρουσιάζουν ένα σπάνιο προσόν: αναπτύσσονται σε μια παρθένα-εκφραστικά-περιοχή. Πρόκειται για απόπειρες αυτόματης γραφής (το «αυτόματης» όχι προς προσδιορισμό της τεχνικής -ποιος, εξάλλου, αναγνώστης γνωρίζει το ποσοστό αυτοματισμού μιας γραφής- αλλά της μορφής και της αισθητικής, του ύφους και του κλίματος) που στοχεύουν στο εγώ. Εννοώ πως, ενώ ο αποπνεόμενος αυτοματισμός των υπερρεαλιστών (Κάλας, Εμπειρίκος) και νεοϋπερρεαλιστών (Βακαλό, Σαχτούρης), στόχευε στο υπερεγώ και το εκείνο καταφεύγοντας (ή διολισθαίνοντας, ανάλογα με τον εκτιμητή) στο παράλογο, ο Τσίρκας κεραυνοβολεί (για να τον επαινέσω) το εγώ με αυτοματισμό υπερρεαλιστικής χάρης. Είναι, για να το θέσω και αλλιώς, ένας punk τραγουδιστής. Με σπρώχνει να ξαναγδάρω το βινύλιο των Joy Division.

UXBRIDGE

ως τότε βλάσφημος
στο Θεό πίστεψα κάτω από τα σύννεφα του Λονδίνου
έφτασα εκεί τελειωμένος
από το στόμα της τρέλας στο στόμα μιας κοπέλας τέσσερα
χρόνια πάνω από τα δεκάξι
γνώριζε ελάχιστα αγγλικά και έτσι μιλούσαμε ελάχιστα
τα λίγα που κατάλαβα και θυμάμαι είναι πως καταγόταν από
την Αργεντινή
και πως μεγάλωσε σε ένα ίδρυμα ορφανών ανηλίκων
κοριτσιών στην Ισπανία
παρέμενε εκεί ως δασκάλα
στο Uxbridge είχε έρθει για κάτι σαν επιμορφωτικές διακοπές
και θα έφευγε σε όσες ακριβώς ημέρες θα έφευγα κι εγώ
σε δυο βδομάδες
αποδείχθηκε πως αρκούσαν για να πιστέψω
το τάμα μου ήταν να τη γαμήσω

ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ

οι αναμνήσεις από τις μέρες μας θα σε καίνε αργά
εδώ
ζούμε τα χρόνια που έχεις χάσει για πάντα

ΑΔΙΑΦΟΡΗ ΨΥΧΗ
ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΥΠΕΦΕΡΕΣ

καθώς ο κοριτσίστικος ιδρώτας σου θα βρέχει στο πρόσωπό
μου
μπροστά στη γύμνια σου η ίδια θλίψη

πίσω από τις άσχημες προθέσεις μου
δε θα μπορέσεις ποτέ να δεις τον αληθινό εαυτό μου

 

 

 

 

 

Τέλος, επιθυμώ να σταθώ στο βιβλίου του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Μεγαλιθικές μπαλάντες σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα», στου οποίου τα θετικά προσμετρώ την υποβλητική ατμόσφαιρα, τη διεισδυτική εικονοπλασία και τη ρέουσα, φροντισμένη γλώσσα. Η φιλοδοξία του όλου εγχειρήματος, κρίνοντας από τα (μεταφυσικά και άλλα) θέματα που αγγίζονται στα ποιήματα του κ. Αραμπατζή, ίσως να υπερβαίνει την αξία του τελικού αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και παρότι, ίσως, δεν ικανοποιείται η, ποίημα το ποίημα, καλλιεργούμενη προσδοκία της απογείωσης, οι μπαλάντες του ποιητή διαβάζονται -όχι τυχαία- μονορούφι, η συνάφεια μεταξύ τους δένει σε μιαν ατμόσφαιρα που δεν αφήνει το μάτι να φύγει από το στίχο, οι δε εικόνες παρουσιάζονται με το κύρος του ιερού αφηγητή.

***
Στην μεγάλη πόλη χίλιοι χαμένοι οδοιπόροι
καλούνε ταξί, μιλάνε με τις ώρες στο κινητό, ρωτάνε
και ξαναρωτάνε, χαριεντίζονται με αγνώστους
βιώνουν όμορφα την άβολη χαρά του να νιώθεις χαμένος
Πίνουν ζεστό καφέ στα μπαρ, στριμώχνονται δίπλα σε
ζεστές
θερμάστρες, καταβροχθίζουν τοστ και κρουασάν
Σιχαίνονται τους λερωμένους τοίχους και τα σάπια σανίδια
Σιχαίνονται τις κρύες σούπες και τα μπαγιάτικα ψωμιά
Σιχαίνονται τη λάσπη, το κρύο και τον ανθυγιεινό περίπατο
Η ζωούλα τους ασφαλής θυρίδα, η ζωούλα τους
αεροστεγές κουβούκλιο

***
Η λάγνα πόλη ξεφυσά κορωμένη στο Διαδίκτυο
Στα chat rooms η φλυαρία αλητεύει
Στις μετέωρες βουνοκορφές των sites
αναφύονται έριδες, περιφραστικές κρυψίνοιες
των ευάλωτων στην ευπείθεια ελληνοπαίδων.
Στους αψιδωτούς θαλάμους των internet café
οι άγριες ορμές της εφηβείας αναλώνονται
στον ουτιδανό μαζοχισμό του εικονικού
Στα χλιδάτα μεσοτοίχια οι εθισμένοι κομπιουτεράδες
κομπορρημονούν ως γενναίοι πιονέροι της Δύσης
αμιλλώμενοι σκληρά με διφορούμενες έξεις
συνεγέρσεις και διεγερτικές λεξιλαγνείες.
Στην έναστρη οθόνη μανιωδώς μοντάρονται
εφήμερες ερωτικές χερουβικές συναλληλίες
Αθλούνται στα δύσοσμα και στα δυσώνυμα
τα υποχείρια τέκνα δυσώνυμων και δυσωδών
Καρδιναλίων του σκότους

***

Γουέστερν υπήρξε η ζωή του
Με πιστολίδι, αλκοόλ και πληρωμένο έρωτα
Πολλά γουέστερν δεν έχουν περιπέτεια
έχουν όμως μπότες, σπιρούνια, ιδρωμένες φοράδες
πολύ σκόνη στους δρόμους, σαλούν, ξύλινα παραπήγματα
και τύπους χαμένους στο όνειρο σα ταξιδιώτες στο φεγγάρι
Τα έχασαν όλα και δεν αντέχουν να λεηλατούνται στο
τίποτα
όντας ολοζώντανοι ακόμα τα όρνια να τους λιγουρεύονται
Οι αδέσποτες σφαίρες πιο πολλές κι από τα κουνούπια
στον κάμπο
αν σου τσιμπήσουν το σκαλπ ευθύς παύεις να ονειρεύεσαι.

Ευχαριστώ θερμά τις ποιήτριες και τους ποιητές για την αποστολή των βιβλίων τους. Εύχομαι καλή χρονιά σε όλους, υγεία προπαντός.