IN MEMORIAM

Στον Paul Celan

Που πήγαν τα ίχνη που φορτώθηκαν το σήμερα
το πρωί την ημέρα τη νύχτα;
Τα παιδιά πεθαίνουν μακριά οι πόλεμοι γίνονται μακριά
οι άντρες πέθαναν σε χρόνο που πρέπει να ξεχνιέται
το ποτάμι της μνήμης κυλάει στη κοίτη της λήθης
στο φεγγάρι δεν γράφονται ίχνη κι ο ήλιος τυφλώνει
Γιατί να φορτωθούμε εμείς το αύριο;
Οι καμινάδες καπνίζουν ακόμα χωρίς σάρκα
οι πόλεμοι γίνονται μακριά τα παιδιά πεθαίνουν μακριά
βλέμματα στρογγυλά σα τη γη σε κρανία
γιατί να φορτωθούμε εμείς του αύριο
το πρωί την ημέρα τη νύχτα;
Έρωτα κάνουμε ποίηση γράφουμε
δικτυώνουμε της ερημιές
ξεχασμένο σναπς προσφέρεται σʼ εύθραυστα κρύσταλλα
δεν έσπασαν ακόμα
γιατί να φορτωθούμε εμείς το αύριο;
ένα σκωτς ένα τσιγάρο ένα τραγούδι μια γυναίκα
το πρωί την ημέρα τη νύχτα
μη και σβήσει τα ίχνη το ποτάμι στη κοίτη της λήθης
Παραιτούμαστε σε συμβολαιογράφο απʼ την κληρονομιά τους
Υποσχόμαστε την ησυχία σας με την ησυχία μας
Μακριά πεθαίνουν τα παιδιά μακριά γίνονται οι πόλεμοι
Ωραία μου κυρία σήκωσε τα σκέλια σου σε σχήμα νίκης

Που πήγαν τα ίχνη που φορτώθηκαν το σήμερα;

ΙΙ

Φυσάει ο συχνός της πόλης αγέρας. Νοτιάς που «μέγα» τον λένε εδώ.
Σταλακτίτης θλίψης κι ερημίας.
Ταλαντεύει τους δέκα αιωρούμενους στα μπαλκόνια με το πλαγιασμένο στον ώμο τους κεφάλι.
Λες και προσπαθούν νʼ απαλλαγούν από εφιάλτη, λες και σʼ όνειρο
να βηματίζουν με μεγάλες δρασκελιές, χωρίς να προχωρούν ένα βήμα.
Ξημέρωμα την άλλη, το μυστρί, το ροκάνι, η αξίνα, τʼ αμόνι μένουν άπραγα.
Νύχτα ακόμα, χαράματα, τʼ άλογα δεν χτυπούν το ποδάρι τους στο στάβλο,
δεν ζητούν σανό ή καρπό στο τορβά, δεν νοιώθουν στη μουσούδα τη τρυφεράδα
απʼ το τραχύ χέρι, την αγαπησιάρα προσταγή.
Κάρα άζευτα, αλέτρια γερμένα καταγής, λαιμαργιές και γκέμια οκνά στο καρφί.
Με σκυμμένο, προς τη μπασιά στραμμένο, έξω απʼ τα τάγιστρα, το κεφάλι,
κοιτούν στο σκοτεινό ουρανό, ενʼ απομεινάρι από φεγγαρίσιο δρεπάνι.

ΙΙΙ

Πρόχειρες σημειώσεις
Δυσλεξία άρθρωσης του χρόνου
Το λιοντάρι με τη κορώνα
Gioupi gia gia
Φίνος Φίλμ, η παλινόρθωση της ευτυχίας
Ανθισμένα γιασεμιά
Μαύρα τετράγωνα ταξί
Πάρτι του swing
Αναστήλωση ιδρυμάτων
Ακροναυπλία, Ιντζεδίν
Δέματα απʼ την Αμερική
με παρδαλές γραβάτες
Μητέρα Φρειδερίκη
Υπέρ απόρων κορασίδων
Άλκιμοι, πρόσκοποι
Αιγαίο γαλάζιο
Ελεύθερο
Γυάρος, Λέρος, Μακρονήσι
Θέατρα, επιθεωρήσεις
Αξέχαστα σουξέ
Καταδίκες, εκτελέσεις
Ω! πατρίδα μας γλυκιά!

ΙV

Ο σπάγκος απʼ αυτούς που ράβουν τα σακιά με το στάρι, τριχωτός, σιζαλ.
Ψιλά σε σιδερογωνιά της ηλεκτρικής κολώνας.
Λεκιασμένος, χρώμα καφετί, σκόνη και ξεραμένο αίμα.
Περνούσε από το στόμα του και έβγαινε από προεξοχή του λάρυγγα.
Άτσαλη η χρήση του μαχαιριού.
Κοίταζε το χώμα, στραμμένο προς τα κάτω.
Το αίμα έκανε τούφες τα κατσαρά γένια. Έκανε κλωνάρια κλαίουσας τα μακριά μαλλιά.
Έκλεινα οριζόντια το κεφάλι μου για να δω τα μάτια του,
κι είδα το είδωλο του ήλιου που έδυε στο διάσελο Ελικώνα Παρνασσού.

V

Στον Χ. Βαβουλιώτη

Σα σήκωσε τα κουρασμένα μάτια με τους παρωχημένους σκελετούς
να μου μετρήσει τα χρήματα, ταμίας τράπεζας ήταν, τον είδα.
Ο Άγγελος… αυτός, ναι αυτός…

Έτρεχε ανάμεσα στους διαβάτες μʼ ένα αγεράκι άνοιξης στα σγουρόμαλλα,
θλίψης μιαν αχλύ στʼ απόμακρο βλέμμα
και το μαύρο πανί του εκτελεσμένου αδερφού του στο μανίκι.
Έβαζε στα χέρια τους χαρτιά γραμμένα πʼ άναβαν στις χούφτες τους φωτιές,
άνοιγαν πληγές ή έσταζαν κατράμι.

Σα μέτρησε τα χρήματα κατέβασε τα μάτια λες και δε με γνώρισε,
λες κι άφαντος κι ήταν.
Σαν Άγγελος

§

Σε απόσταση χάους

Μετά την πτώση των τειχών
την αποκάλυψη συλημένου τοπίου
και κεκαρμένων κεφαλών
οι τείνοντες τους δακτύλους
στην οροφή του παρεκκλησίου
απομακρύνθηκαν σε απόσταση χάους.

§

Σώμα

Σώμα μονόλογος εσαεί.
αιδοίου τόκος, νερό σαρκωμένο,
πουλάρι μοσχοθρεμμένο του κάματου ταμένο.
Βιτρίνα ωνίων φυγής εν επαρκεία, απατεώνας του εις,
θεατρίνος αυτοθέασης, περίβλεπτο στο κοίλον,
ψιμυθιωμένο εν αφανεία.
Μύρων αναγνώστης και περιττωμάτων συλλέκτης.
Ρόδο εωθινού και ευαγούς ιδρύματος φρικαλέο.
Άβαρο ρευστό.
Στων λοβών σου τα δαιδαλώδη σκοτεινά, ισόβιοι κάτοικοι
τα αργύρια, η δάφνη, τα δώρα του ίππου
το αίμα στο λουτρό, τα σφαγμένα πρόβατα.
Άγιο των μιαρών και των αγίων το μίασμα.

§

Τόπος ουτοπίας

Νίκος Καρούζος

Σα θελήσεις στο τόπο της να κατοικήσεις, μια πέτρα εκεί να χτίσεις, τις πύλες της θʼ ανοίξει μόνο, αν σημάδι του κρατάς ότι πολίτης είσαι.
Ότι είσαι ταξιδευτής παντός καιρού, αναγνώστης και γραφιάς του παλίμψηστου του χρόνου.
Ότι άκουσες τον οργασμό της γης με το πέλμα γυμνό στη γαστέρα της.
Ότι ως ταμένος, του μέχρι θανάτου έρωτα, που κυοφορεί το αμάραντο της φύσης, δρέπεις τις λέξεις του.
Ότι άγρυπνος νανουρίζεις όνειρα στην απεραντοσύνη της νύχτας ταΐζοντας χόρτο τα βρέφη.
Ότι νοιώθεις ντροπή μπροστά στα λουλούδια από την έλλειψη οίησης για την ομορφιά τους και περιγράφεις με τις αποχρώσεις τους το απερίγραπτο.
Ότι είσαι εσαεί ερωτευμένος με το σύμπαν των μικρών πραγμάτων.
Ότι το αλάτι είναι τα κρυσταλλωμένα δάκρυα
Ότι έστω για μια στιγμή είδες τη στιγμή της αιωνιότητας.
Ναι, ότι είδες να κάθεσαι απέναντί σου. Ότι συ είσαι το αποσπασμένο πλευρό.
Ότι πέρασες την μέχρις εδώ έρημο χωρίς θεό.
Του τόπου τούτου πολίτης είσαι.

§

Ο συλλέκτης

Fernando Pesoa

Οργισμένη απʼ το βίαιο βάτεμα τʼ αγέρα,
αφρίζει η θάλασσα στις ακτές των καιρών.
Οι θεατές πολλοί.
Άλλοι με το αδιατάρακτο της σοβαρότητας, με τον τρόμο του θυμού της μήτρας άλλοι, στο βυθό της απραξίας περιπατητές εκείνοι.
Κάποιοι λίγοι, ταξιδεύουν με το πανί της νύχτας αλιεύοντας ένα φιλί κόκκινο μέχρι θανάτου.
Μεταξύ των ένας γραφιάς, συλλέκτης αποχρώσεων με τη σοφία του μαύρου ενδύματος.
Όταν επιστρέφει τους αρχειοθετεί με την ευνομία των λέξεων, με λεπτότητα, όπως θα τοποθετούνταν νεκρά πέταλα ανθών εν μέσω λευκών σελίδων ημερολογίου κορασίδας.

§

Το βαλς των μικρών στιγμών

Βρέχει. Ένα εισιτήριο ταξιδεύει μόνο του στο ρυάκι του ρείθρου. Εκείνη το κοιτάζει με μάτια θάλασσας. Σηκώνεται κύμα νύχτας. Της ζητώ να χορέψουμε. Στριφογυρίζουμε πάνω στα φύλλα των δέντρων. Στο καχεκτικό φως των λαμπτήρων. Το άγαλμα καθισμένο στο παγκάκι καπνίζει και μας κοιτάζει. Εμείς χορεύουμε στο κατάστρωμα του εισιτηρίου. Στη μουσική των μικρών ωρών. Η βροχή μας ντύνει νόστο. Ζωγραφίζει τα σώματά μας με την τρυφερότητα της πρώτης βλάστησης. Οι σταγόνες κρατούν το ρυθμό των στιγμών. Εμείς χορεύουμε στην πίστα του ρολογιού της πόλης. Η βροχή σβήνει τις ώρες του. Ήταν αφελείς ζωγραφιές. Οι δείχτες του ποτέ δεν προσδιόριζαν κάτι. Ή όχι, προσδιόριζαν το ρυθμό του χορού. Το άγαλμα σβήνει το τσιγάρο του. Μας προσφέρει ευγενικά το βάθρο της ακινησίας του και μια χεριά βρεγμένα εσπερινά λουλούδια. Βρέχει. Το εισιτήριο ταξιδεύει. Εμείς χορεύουμε το βαλς των μικρών στιγμών. Εμείς ταξιδεύουμε. στο κατάστρωμα του εισιτηρίου. Η βροχή σβήνει τις ώρες. Το άγαλμα μας προσφέρει το βάθρο της ακινησίας.