IN MEMORIAM
Στον Paul Celan
Που πήγαν τα ίχνη που φορτώθηκαν το σήμερα
το πρωί την ημέρα τη νύχτα;
Τα παιδιά πεθαίνουν μακριά οι πόλεμοι γίνονται μακριά
οι άντρες πέθαναν σε χρόνο που πρέπει να ξεχνιέται
το ποτάμι της μνήμης κυλάει στη κοίτη της λήθης
στο φεγγάρι δεν γράφονται ίχνη κι ο ήλιος τυφλώνει
Γιατί να φορτωθούμε εμείς το αύριο;
Οι καμινάδες καπνίζουν ακόμα χωρίς σάρκα
οι πόλεμοι γίνονται μακριά τα παιδιά πεθαίνουν μακριά
βλέμματα στρογγυλά σα τη γη σε κρανία
γιατί να φορτωθούμε εμείς του αύριο
το πρωί την ημέρα τη νύχτα;
Έρωτα κάνουμε ποίηση γράφουμε
δικτυώνουμε της ερημιές
ξεχασμένο σναπς προσφέρεται σʼ εύθραυστα κρύσταλλα
δεν έσπασαν ακόμα
γιατί να φορτωθούμε εμείς το αύριο;
ένα σκωτς ένα τσιγάρο ένα τραγούδι μια γυναίκα
το πρωί την ημέρα τη νύχτα
μη και σβήσει τα ίχνη το ποτάμι στη κοίτη της λήθης
Παραιτούμαστε σε συμβολαιογράφο απʼ την κληρονομιά τους
Υποσχόμαστε την ησυχία σας με την ησυχία μας
Μακριά πεθαίνουν τα παιδιά μακριά γίνονται οι πόλεμοι
Ωραία μου κυρία σήκωσε τα σκέλια σου σε σχήμα νίκης
Που πήγαν τα ίχνη που φορτώθηκαν το σήμερα;
ΙΙ
Φυσάει ο συχνός της πόλης αγέρας. Νοτιάς που «μέγα» τον λένε εδώ.
Σταλακτίτης θλίψης κι ερημίας.
Ταλαντεύει τους δέκα αιωρούμενους στα μπαλκόνια με το πλαγιασμένο στον ώμο τους κεφάλι.
Λες και προσπαθούν νʼ απαλλαγούν από εφιάλτη, λες και σʼ όνειρο
να βηματίζουν με μεγάλες δρασκελιές, χωρίς να προχωρούν ένα βήμα.
Ξημέρωμα την άλλη, το μυστρί, το ροκάνι, η αξίνα, τʼ αμόνι μένουν άπραγα.
Νύχτα ακόμα, χαράματα, τʼ άλογα δεν χτυπούν το ποδάρι τους στο στάβλο,
δεν ζητούν σανό ή καρπό στο τορβά, δεν νοιώθουν στη μουσούδα τη τρυφεράδα
απʼ το τραχύ χέρι, την αγαπησιάρα προσταγή.
Κάρα άζευτα, αλέτρια γερμένα καταγής, λαιμαργιές και γκέμια οκνά στο καρφί.
Με σκυμμένο, προς τη μπασιά στραμμένο, έξω απʼ τα τάγιστρα, το κεφάλι,
κοιτούν στο σκοτεινό ουρανό, ενʼ απομεινάρι από φεγγαρίσιο δρεπάνι.
ΙΙΙ
Πρόχειρες σημειώσεις
Δυσλεξία άρθρωσης του χρόνου
Το λιοντάρι με τη κορώνα
Gioupi gia gia
Φίνος Φίλμ, η παλινόρθωση της ευτυχίας
Ανθισμένα γιασεμιά
Μαύρα τετράγωνα ταξί
Πάρτι του swing
Αναστήλωση ιδρυμάτων
Ακροναυπλία, Ιντζεδίν
Δέματα απʼ την Αμερική
με παρδαλές γραβάτες
Μητέρα Φρειδερίκη
Υπέρ απόρων κορασίδων
Άλκιμοι, πρόσκοποι
Αιγαίο γαλάζιο
Ελεύθερο
Γυάρος, Λέρος, Μακρονήσι
Θέατρα, επιθεωρήσεις
Αξέχαστα σουξέ
Καταδίκες, εκτελέσεις
Ω! πατρίδα μας γλυκιά!
ΙV
Ο σπάγκος απʼ αυτούς που ράβουν τα σακιά με το στάρι, τριχωτός, σιζαλ.
Ψιλά σε σιδερογωνιά της ηλεκτρικής κολώνας.
Λεκιασμένος, χρώμα καφετί, σκόνη και ξεραμένο αίμα.
Περνούσε από το στόμα του και έβγαινε από προεξοχή του λάρυγγα.
Άτσαλη η χρήση του μαχαιριού.
Κοίταζε το χώμα, στραμμένο προς τα κάτω.
Το αίμα έκανε τούφες τα κατσαρά γένια. Έκανε κλωνάρια κλαίουσας τα μακριά μαλλιά.
Έκλεινα οριζόντια το κεφάλι μου για να δω τα μάτια του,
κι είδα το είδωλο του ήλιου που έδυε στο διάσελο Ελικώνα Παρνασσού.
V
Στον Χ. Βαβουλιώτη
Σα σήκωσε τα κουρασμένα μάτια με τους παρωχημένους σκελετούς
να μου μετρήσει τα χρήματα, ταμίας τράπεζας ήταν, τον είδα.
Ο Άγγελος… αυτός, ναι αυτός…
Έτρεχε ανάμεσα στους διαβάτες μʼ ένα αγεράκι άνοιξης στα σγουρόμαλλα,
θλίψης μιαν αχλύ στʼ απόμακρο βλέμμα
και το μαύρο πανί του εκτελεσμένου αδερφού του στο μανίκι.
Έβαζε στα χέρια τους χαρτιά γραμμένα πʼ άναβαν στις χούφτες τους φωτιές,
άνοιγαν πληγές ή έσταζαν κατράμι.
Σα μέτρησε τα χρήματα κατέβασε τα μάτια λες και δε με γνώρισε,
λες κι άφαντος κι ήταν.
Σαν Άγγελος
§
Σε απόσταση χάους
Μετά την πτώση των τειχών
την αποκάλυψη συλημένου τοπίου
και κεκαρμένων κεφαλών
οι τείνοντες τους δακτύλους
στην οροφή του παρεκκλησίου
απομακρύνθηκαν σε απόσταση χάους.
§
Σώμα
Σώμα μονόλογος εσαεί.
αιδοίου τόκος, νερό σαρκωμένο,
πουλάρι μοσχοθρεμμένο του κάματου ταμένο.
Βιτρίνα ωνίων φυγής εν επαρκεία, απατεώνας του εις,
θεατρίνος αυτοθέασης, περίβλεπτο στο κοίλον,
ψιμυθιωμένο εν αφανεία.
Μύρων αναγνώστης και περιττωμάτων συλλέκτης.
Ρόδο εωθινού και ευαγούς ιδρύματος φρικαλέο.
Άβαρο ρευστό.
Στων λοβών σου τα δαιδαλώδη σκοτεινά, ισόβιοι κάτοικοι
τα αργύρια, η δάφνη, τα δώρα του ίππου
το αίμα στο λουτρό, τα σφαγμένα πρόβατα.
Άγιο των μιαρών και των αγίων το μίασμα.
§
Τόπος ουτοπίας
Νίκος Καρούζος
Σα θελήσεις στο τόπο της να κατοικήσεις, μια πέτρα εκεί να χτίσεις, τις πύλες της θʼ ανοίξει μόνο, αν σημάδι του κρατάς ότι πολίτης είσαι.
Ότι είσαι ταξιδευτής παντός καιρού, αναγνώστης και γραφιάς του παλίμψηστου του χρόνου.
Ότι άκουσες τον οργασμό της γης με το πέλμα γυμνό στη γαστέρα της.
Ότι ως ταμένος, του μέχρι θανάτου έρωτα, που κυοφορεί το αμάραντο της φύσης, δρέπεις τις λέξεις του.
Ότι άγρυπνος νανουρίζεις όνειρα στην απεραντοσύνη της νύχτας ταΐζοντας χόρτο τα βρέφη.
Ότι νοιώθεις ντροπή μπροστά στα λουλούδια από την έλλειψη οίησης για την ομορφιά τους και περιγράφεις με τις αποχρώσεις τους το απερίγραπτο.
Ότι είσαι εσαεί ερωτευμένος με το σύμπαν των μικρών πραγμάτων.
Ότι το αλάτι είναι τα κρυσταλλωμένα δάκρυα
Ότι έστω για μια στιγμή είδες τη στιγμή της αιωνιότητας.
Ναι, ότι είδες να κάθεσαι απέναντί σου. Ότι συ είσαι το αποσπασμένο πλευρό.
Ότι πέρασες την μέχρις εδώ έρημο χωρίς θεό.
Του τόπου τούτου πολίτης είσαι.
§
Ο συλλέκτης
Fernando Pesoa
Οργισμένη απʼ το βίαιο βάτεμα τʼ αγέρα,
αφρίζει η θάλασσα στις ακτές των καιρών.
Οι θεατές πολλοί.
Άλλοι με το αδιατάρακτο της σοβαρότητας, με τον τρόμο του θυμού της μήτρας άλλοι, στο βυθό της απραξίας περιπατητές εκείνοι.
Κάποιοι λίγοι, ταξιδεύουν με το πανί της νύχτας αλιεύοντας ένα φιλί κόκκινο μέχρι θανάτου.
Μεταξύ των ένας γραφιάς, συλλέκτης αποχρώσεων με τη σοφία του μαύρου ενδύματος.
Όταν επιστρέφει τους αρχειοθετεί με την ευνομία των λέξεων, με λεπτότητα, όπως θα τοποθετούνταν νεκρά πέταλα ανθών εν μέσω λευκών σελίδων ημερολογίου κορασίδας.
§
Το βαλς των μικρών στιγμών
Βρέχει. Ένα εισιτήριο ταξιδεύει μόνο του στο ρυάκι του ρείθρου. Εκείνη το κοιτάζει με μάτια θάλασσας. Σηκώνεται κύμα νύχτας. Της ζητώ να χορέψουμε. Στριφογυρίζουμε πάνω στα φύλλα των δέντρων. Στο καχεκτικό φως των λαμπτήρων. Το άγαλμα καθισμένο στο παγκάκι καπνίζει και μας κοιτάζει. Εμείς χορεύουμε στο κατάστρωμα του εισιτηρίου. Στη μουσική των μικρών ωρών. Η βροχή μας ντύνει νόστο. Ζωγραφίζει τα σώματά μας με την τρυφερότητα της πρώτης βλάστησης. Οι σταγόνες κρατούν το ρυθμό των στιγμών. Εμείς χορεύουμε στην πίστα του ρολογιού της πόλης. Η βροχή σβήνει τις ώρες του. Ήταν αφελείς ζωγραφιές. Οι δείχτες του ποτέ δεν προσδιόριζαν κάτι. Ή όχι, προσδιόριζαν το ρυθμό του χορού. Το άγαλμα σβήνει το τσιγάρο του. Μας προσφέρει ευγενικά το βάθρο της ακινησίας του και μια χεριά βρεγμένα εσπερινά λουλούδια. Βρέχει. Το εισιτήριο ταξιδεύει. Εμείς χορεύουμε το βαλς των μικρών στιγμών. Εμείς ταξιδεύουμε. στο κατάστρωμα του εισιτηρίου. Η βροχή σβήνει τις ώρες. Το άγαλμα μας προσφέρει το βάθρο της ακινησίας.











Όταν ο ποιητής είναι φίλος σου η προκατάληψη δεδομένη !
Μένει μόνο η χαρά , η απόλαυση , η ευδαιμονία
ότι διαβάζεις ένα φίλο .
Όταν διαβάζεις έναν ποιητή που σε τινάζει στον αέρα με το λόγο του και δεν τον ξέρεις, σου έρχεται ν΄ αγκαλιάσεις το άδειο σπίτι να το στίψεις από έρωτα. Όταν γνωρίζεις τον ποιητή, σαν άνθρωπο, σαν φίλο, νοιώθεις την ανάγκη να βγεις έξω και να καμαρώσεις… “η αφεντιά του μιλάει και για μένα, εξ ονοματός μου, ρεεεεε…”
Ευχαριστούμε.
β. Έπιμένω, εδώ υπάρχει Λόγος όπου με μιας ξεσήκωσε τη μέρα απ΄ τη βολή της… Γεια και χαρά σου κυρ΄ Γιάννη Σκληβανιώτη.
Όχι τσιγκουνιές κύριοι…και συγνώμη για την επιμονή…
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΩΜΑΤΙΟΥ
Αν και γνωρίζω από εμπειρία, παρά από θεωρητικά αινίγματα, τη νομοτέλεια τελετών, εκφορών και ψαλμών, διατηρώ εν τούτης στην κρεμάστρα τα ενδύματα αυτών που θρέφουν τη βλάστηση ή εξαϋλώθηκαν από μάγους πανηγύρεων.
Όπως και σε τετράδια συντηρημένα σε γραφές τοίχων, βουνών και νήσων, έργα τους και ημέρες. Παρ’ όλο που υποπτεύομαι πως κι αυτά ενδίδουν σε μια υποβόσκουσα φθορά, προσδοκώ, -ή εύχομαι;- την επιστροφή τους.
Μια διαρκώς αναμενόμενη από αιώνες ανατροπή του αναλλοίωτου.
Έναν νεόνυμφο Οκτώβρη.
ΝΑ ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΛΗΒΑΝΙΩΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΑΣ ΑΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΜΕ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ. Η ΟΔΥΝΗ ΣΑΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΙΑΠΕΡΝΑΕΙ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟ.
Η ΑΝΑΓΚΗ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΠΟΤΕ Η ΙΔΙΑ. ΓΙΑΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ
ΠΙΟ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. ΚΑΙ ΤΟΥΤΗ Η ΓΡΑΦΗ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΜΕΤΡΑΕΙ
ΜΕ ΟΤΙ ΔΙΑΘΕΤOYME OΛΟΙ ΜΑΣ. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΕΝΤΑΞΕΙ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΤΙ, ΑΝ ΤΟ ΚΡΑΤΑΣ ΑΝΟΙΚΤΟ. ΑΣ ΜΗ ΜΑΣ ΜΠΕΡΔΕΥΕΙ Η ΒΡΩΜΑ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ.ΑΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΦΡΕΣΚΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ. ΤΙΣ ΝΕΟΝΥΜΦΕΣ… ΑΛΛΟΣΤΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΌ ΠΟΘΗΤΕΣ ΝΥΦΕΣ ΚΑΙ ΝΥΜΦΙΟΥΣ που μάτωσαν, που έχασαν, που μετσχηματίστηκαν στο αντιθετό τους, δρόμοι δυστυχίας ή και προδοσίας ίσως, τόσα διαζύγια, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΟ ΑΝΕΡΑΣΤΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΕΣ.
Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΜΙΑς ΑΝΕΡΑΣΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΣΦΕΡΘΗΚΕ ΠΟΤΕ Ή ΔΕΝ ΒΙΑΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ. Η ποίηση δεν μπορει να είναι μόνο ένα τραγούδι χαμένου έρωτα. Πρέπει να δείχνει το βάθος προς τα πίσω και προς τον ορίζοντα ΚΑΙ ΑΠΟ ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ. Με εκτίμηση για την ΠΡΟΣΦΕΡΌΜΕΝΗ ελευθερία του λόγου, καληνύχτα σας.
Ζητώ συγνώμη γιατί είχα δηλώσει ότι δεν θα ξανακάνω σχόλιο μετά από προηγούμενο παρεμφερούς ποιότητας του κ. Μίχου. Αλλά η απάντηση στον κ. Σταμπόγλη, σχετικά με τα ποιήματα μου στην ανάρτηση , διακρίνεται για τη φθήνια, τη χυδαιότητά ( διακοσμημένη και με την παντοξερία του, “Ο Έρωτας στη Δύση, και κατά τον Ντενίζ νε Ρουζμόν”) και προκαλεί «ξερατό», (μιμούμενος και το λεξιλόγιό του περί «καψούρας»). Και βέβαια ας μη σπεύσει να αποδώσει την αντίδρασή μου για το σχόλιό του πάνω στα ποιήματά μου, που δεν έχει σχέση με τον ποιητικό κριτικό λόγο, αλλά με την ιδεολογικοπολιτική διαφορετική του άποψη.
Κύριε Μίχο θα ήθελα να έχουμε σταματήσει
αυτή τη φθορά λίγο πριν, δηλαδή να μη συζητούμε
σχεδόν επί του προσωπικού, αλλά με αυτή σας την ερώτηση
μάλλον πρέπει να απαντήσω γιατί το αντίθετο μπορεί να
θεωρηθεί περιφρόνηση από μέρους μου ή και φόβος,
περιπτώσεις εξίσου απαράδεχτες έως τραγικές.
Όχι λοιπόν, δεν είμαι ο Γιάννης Σκληβανιώτης.
(Από δω και πέρα ότι γράψω δεν είναι παρά
η ταπεινή μου άποψη).
Νοιώθω την αγωνία του Γ. Σκληβανιώτη καθώς
με το ένα μάτι κοιτάει πίσω, με το άλλο μπροστά και
το σώμα καρφωμένο στη γη.
Έτσι καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, ότι φωνάζει πως η γέννα απαιτεί
οδύνες και τρέμω μπροστά σ΄ ότι έρχεται ανεξάρτητα
από τη δική μου θέση και άποψη. Ανεξάρτητα από τη θέση
που πήρα ή που παίρνω για ότι έγινε στο παρελθόν.
Διαβάζοντας τον Σκληβανιώτη, αυτά κατανοώ, αφού βέβαια
αφήσω κατά μέρος την ηλικία του και τις πιθανές πεποιθήσεις του.
Δηλαδή πιστεύω ότι «Ο ΝΕΟΝΥΜΦΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ» δεν είναι
παρά μια φιλοσοφική παρομοίωση, ή μια ποιητική υπερβολή,
υπέροχη όμως στην εικόνα της και τραγική στην αλήθεια της σαν
απόφθεγμα από στοίχο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Γι΄ αυτό υπερασπίζομαι ας πούμε τον Γιάννη και όχι γιατί είμαι
φίλος του. Όλα αυτά κατά τη γνώμη μου πάντα.
Συμμετέχω ενίοτε στο ΠΟΙΕΙΝ για δυο κυρίως λόγους που
αποτελούν για μένα τη συνισταμένη των εννοιών ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ και ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.
α. Την ελευθερία του λόγου και των απόψεων.
β. Το δικαίωμα στην ανάρτηση χωρίς το χέρι στην τσέπη,
( το λένε ¨στάξιμο¨ στην αγορά, έτσι δεν είναι; Και παρακαλώ να
σημειωθεί πως δεν εννοώ την έκδοση ποιητικής Συλλογής που αντικειμενικά
απαιτεί ένα σωρό έξοδα ).
Στην σημερινή εποχή αυτά τα δυο είναι ιδιαίτερα σπουδαία ζητήματα.
Υπάρχουν και δυο άλλα θέματα που για μένα είναι σοβαρά.
α. Αν τα πάντα σήμερα είναι στο τραπέζι, (εκτός απ΄ το
αδιαμφισβήτητο του πλουραλισμού παντού), ο ποιητής και κάθε
άλλος δημιουργός, πρέπει να κρίνεται από το ουσιαστικό
έργο του και όχι για τα πιθανά πιστεύω του.
β. Θέλει μεγάλη προσοχή το ευαίσθητο θέμα του ρατσισμού
απέναντι στην τρίτη ηλικία. Μπορούν εύκολα να δημιουργηθούν
παρεξηγήσεις.
Τελειώνοντας, απ΄ τον μοναχό με το κουκούλι του θανάτου ενδεδυμένο
μέχρι τον τελευταίο μαθητή στους δρόμους, όλοι διακατέχονται
απ΄ την ίδια αγωνία. Αυτήν της οδύνης που συνοδεύει τις πράξεις
του ανθρώπινου είδους. Της θυσίας και της απολαβής , για να κυριολεκτώ.
Συνειδητά ή ασυνείδητα. Πριν ή μετά.
Ζητώ συγνώμη για το μπλα-μπλα. Ευχαριστώ και πάλι
για τη δυνατότητα έκφρασης το ΠΟΕΙΝ.
ΠΟΕΙΝ ΜΕ ΑΚΟΥΣ; Δεν χρειαζόμαστε τη φθορά,
αντιθέτως κερδίζουμε απ΄ το κτίσιμο.
Αγαπητέ Γιάννη και κε Σκληβανιώτη, υπερβολική φασαρία για το τίποτα, δεν βρίσκετε; Προτιμότερη θα ήταν η φασαρία για το κάτι, αλλά κάτι τέτοιο πως να προκύψει; Οι καθαρευουσιάνικοι στόμφοι είναι φρούτα εκτός εποχής. Για το θέμα της αρχαιοελληνικής τραγωδίας η επαναδιαπραγμάτευση έχει ορίζοντα τον Σίλλερ. Το γνωρίζετε; Οι αναφορές σε Τσέλαν, Καρούζο και Πεσσόα είναι απλά θαυμαστικά για μια εποχή που μυρίζει μεταποίηση μόδας. Αγνοώ τι σχέση το αρχαίο δράμα με όσα διάβασα στην ανάρτηση. Δεν νοείται αρχαίο δρώμενο, έστω μεταποιημένο, χωρίς χαρακτήρες. Εδώ βλέπω μόνο στο δικό σας δρώμενο την αγωνία επαφής με λεκτικό που δε σας ανήκει, όπως άλλωστε δεν ανήκει σε κανένα. Τι προσκομίζετε λοιπόν;
Τίποτε δεν είναι ανάξιο λόγου, τίποτε δεν είναι τίποτε, όταν έχουμε να κάνουμε με καταθέσεις ψυχών, κατα τη αποψή μου πάντα. Αλλά θα πρέπει να ξαναπώ ότι εμπλεκόμενος από δικού μου στην αρχή,
εξαναγκάστηκα ωστόσο , κατά την αποψή μου πάντα, να συνεχίσω για να μη φανεί ότι φοβούμε ή ότι περιφρονώ κάποιον.
Ανεξάρτητα από ότι επακολουθήσει ευχαριστώ για την επικοινωνία η οποία με τον τρόπο που εξελίχθηκε δυστυχώς μου άφησε μια πικρή γεύση.
Κάτι για το οποίο φέρω και εγώ ευθύνη για πολλούς λόγους.
Και δεν αντιλαμβάνομαι κανέναν ενθουσιασμό, κατά τη γνώμη μου πάντα, μάλλον τη στεναχώρια μου αντιλαμβάνομαι.
Επιμένω, κατά την αποψή μου βέβαια, ότι τίποτε δε κτίζεται με συνεχή φθορά σχέσεων. Χρειάζεται περισσότερη κατανόηση.
Ότι και αν προκύψει ως 12ο σχόλιο εγώ δε θα συνεχίσω το διάλογο, εμένοντας σε όσα ανέφερα στα σχολιά μου, αν αυτό ενδιαφέρει κάποιον .
Καληνύχτα σας.