1

Τις πατημασιές του στην άμμο
τις εξέλαβε ως ποίημα…
Ένα κυματάκι τις διέγραψε.
Κατάπιε ποιητές και ποιητές…
η θάλασσα.

2

Τα μεθυσμένα φεγγάρια
της ποιητικής του συλλογής
τα ένιωσε να πέφτουν στο κεφάλι του.
Βγήκε έξω να περπατήσει.
Σύμπτωση.
Η βραδιά είχε Πανσέληνο.

3

Με το τέλος της εκδήλωσης
ένα αγαπημένο της ποίημα
επέλεξε να απαγγείλει.
Τίτλος: «Ενδορροούσα οιμωγή»
(Από τις καλύτερες στιγμές της συλλογής
όπως έγραψαν επιφανείς κριτικοί λογοτεχνίας)
Γεμάτοι οι στίχοι λέξεις λαμπερές
εύηχες «άπαξ ειρημένες».
Συνάμα ένα βότσαλο
με κλωστές από κουρελού φθαρμένη
δεμένα στο λαιμό της,
πρόσθεσαν ένα άλλο…
το καλύτερο της ποίημα.

4

Συχνά στο δρόμο συναντώ
αγγέλους να οδηγούν
αυτοκίνητο.
Τους δίνω προτεραιότητα.
Με χαιρετούν.
Εξαφανίζονται
πριν να δουν τη χαρά στα μάτια μου.
Το χαμόγελό μου
προβλέπουν μόνο διάβολοι
που…
ρε μαλάκα! κουνήσου..
φωνάζουν.

5

Διόρθωνε τη συλλογή
πριν την παραδώσει στον εκδότη.
Αφαίρεσε
αστρόσκονη
σεληνόσκονη
νεραϊδόσκονη
χιονόσκονη
ασυνείδητα
ως ποσότητα
την πρόσθεσε
σε ζαχαρόσκονη
στον καφέ της.

6

Αναπολεί και ζηλεύει
της εξοχής τη χρυσαφένια ποίηση
τα στάχυα τα ψηλά
με τους όρθιους περήφανους στίχους.
Θλιμμένος
τους δικούς του κοιτά.
Γκρίζους
πεσμένους οριζόντια νεκρούς
στο λευκό πεδίο της μάχης.

7

Από τη μεγάλη τιμή που του έγινε
από τα λόγια των ομιλητών
τα χειροκροτήματα
τις συνεντεύξεις
τη δεξίωση
τίποτε… τίποτε…
Η κοπέλα με την ανθοδέσμη μόνο.
Το χαμόγελό της…

8

Η κυρά Κλειώ
ποίηση
δεν καταλαβαίνει.
Ξέρει να τη μυρίζει μόνο
στους βασιλικούς
που κάθε πρωί
ποτίζει.

9

Άναψε τσιγάρο.
Έριξε στο ποτήρι
το πρώτο ουίσκι.
Άναψε τσιγάρο.
Έριξε το δεύτερο.
Μετά το τρίτο και το τέταρτο.
Στη πέμπτη δόση
έσβησε τη τηλεόραση.
Έσβησε το τίτλο
του ποιήματος του.
Έσβησε τον υπολογιστή.
Έσβησε το τσιγάρο
μέσα στο ουίσκι.
Έσβησε το φως.
Άναψε το φως.
Άναψε τον υπολογιστή.
Στο ποίημα του έβαλε το τίτλο:
Άι σιχτίρ…