Ευρυδίκη
Όταν έρθω
δεν θα τραγουδώ,
απλά θα βρίσκομαι.
Θα είμαι το φως
που θρέφει τα λουλούδια,
που ωθεί τον κόσμο να κάνει έρωτα.
Όλα είναι δυνατά. Όλα.
Φως ξεχύνεται από την κοιλιά μου.
Όλα έχουν εξαγνισθεί,
όλα είναι όπως αρμόζει.
Κάθε φύλλωμα θα ριγεί από αγάπη.
Λέαινα
Η λέαινα είναι η αγάπη μου για σένα, η καστανόξανθη λέαινα
με το γυαλιστερό της δέρμα, με τα χρυσαφένια της μάτια.
Περπατάει πάντα στο πλευρό μου•
όταν κάθομαι να ξαποστάσω ξαπλώνει δίπλα μου,
με το πρόσωπό της στα πόδια μου σαν βασιλικός φύλακας.
Παίζω μαζί της, ξαπλώνω ανάμεσα στα αγέρωχα πόδια της
και την αφήνω να με στριφογυρίζει σαν να ήμουν το μικρό της.
Αισθάνομαι το βάρος των δυνατών πελμάτων της,
την κοφτερή προσέγγιση των νυχιών της.
Γεύομαι το θάνατο στην ανάσα της.
Τώρα η καστανόξανθη λέαινα αργοπεθαίνει.
Όλο και περισσότερο εξασθενίζει ξοπίσω μου,
καθώς προσπαθεί να με ακολουθήσει όταν σηκώνομαι.
Βλέπω το ξεραμένο αίμα γύρω από τη μουσούδα της.
Ξαπλώνει στα πλευρά της, και υψώνει
την ωχρή καθώς σβήνει ματιά της προς εμένα.
Την ρωτάω: Πού πήγε η δύναμή σου;
Πού εξαφανίστηκε η φωνή σου;
και ξαπλώνω ανάμεσα στα εξασθενημένα πόδια της
κλείνοντας τα μάτια μου με τα δικά της.
Ελάφι
Ξυπνώ με τη θέρμη της γλώσσας ενός ελαφιού
ανάμεσα στα πόδια μου,
με το απογευματινό φως να εισβάλλει οριζόντια στο χώρο
μέσα από πόρτες ανοιγμένες.
Αυτό το ελάφι, απαλά μου θωπεύει το στήθος και με γλείφει,
με την ολόθερμη τραχιά του γλώσσα αχόρταγα γλείφει
τον κεντρικό μου χώρο, το στήθος, το πρόσωπο.
Η μυρωδιά του με μεθά – χώμα, βρύα, φόβος, αποσύνθεση –
η ακατέργαστη οσμή του ενστίκτου.
Ξαπλώνει δίπλα μου αγγίζοντας την εύθραυστη κοιλιά μου,
κι ενώ περνώ τα δάχτυλα στʼ ανάκατα μαλλιά του
σηκώνει το κεφάλι του περήφανα και ατενίζει μακριά μου βαθιά μέσα
στο δάσος.
Το γυμνό του πέος κοκκινίζει στις σκιές του σούρουπου.
Ο χρόνος πυκνώνει. Ψαύοντας το σκοτάδι συναντώ ένα σώμα
αντρικό.
Ο πόθος μου κορυφώνεται αστραπιαία και φλέγομαι.
Μου κάνει έρωτα. Ευθέως. Με απλότητα. Με σφίγγει στην αγκαλιά του.
Κρατάει στις παλάμες του τον βόρειο και τον νότιο άνεμο.
Ποτάμια και ωκεανοί διατρέχουν το κορμί του.
Το φιλί του ζεστό και υγρό σαν καλοκαιρινή βροχή.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο τραγούδια της γης, μιας γης πέρα από τη δική μας.
Είναι κάτι στιγμές που μια λάμψη σεληνόφωτος αποκαλύπτει το πρόσωπό του.
Δεν με κοιτάζει στα μάτια, με προστατεύει από τον ίδιο του τον
εαυτό.
Κάποιες φορές με κάνει να χάνω το έδαφος από τα πόδια μου.
Ο πόθος λιμνάζει στον αφαλό του σαν κρυστάλλινο νερό πηγής
ενώ άλλοτε ρέει ξερνώντας λάβα.
Ποτέ δεν με πληγώνει.
Με απεριόριστη φροντίδα ξαπλώνεται στην πλάτη μου και όταν
μου δαγκώνει το λαιμό και μυρίζω την παθιασμένη του ανάσα γνωρίζω
πόσο ευάλωτη είμαι.
Με τον ερχομό της αυγής ανιχνεύω μικρές κεράτινες αιχμές
κάτω από τα μαλλιά του.
Αναπτύσσει γούνα από το κεφάλι ως τους γλουτούς,
στην κοιλιά του αναπάντεχους θυσάνους αγριόχορτου,
αποκτά κεφάλι ελαφιού με τα μάτια του επάνω μου μετά βίας
ανθρώπινα.
Αφηρημένος, με βλέμμα από έναν κόσμο πέρα από τα δικά μας σύνορα
με χέρια κοκάλινα με χαϊδεύει κι έτσι παρατηρώ τα κέρατά του
να μπουμπουκιάζουν και να εξαπλώνονται.
Το άρωμα της νέας μέρας κατακλύζει την καλύβα, ορθώνεται να φύγει.
Στέκομαι μπροστά στην πόρτα. Μου ρίχνει μια φευγαλέα ματιά και
καθώς κόβομαι στα δύο σωριάζομαι φλεγόμενη στο έδαφος.
Τότε ακούω τις αιχμηρές οπλές του στον καλπασμό της φυγής του και
αισθάνομαι το πώς τα καμένα μου κομμάτια οδηγούνται σε άνθιση.
Λύκος
…και μου είναι άγνωστος, παράξενος, ένας πραγματικός λύκος που κατατρώει τις σάρκες μου εκ των έσω, ωθεί τη μουσούδα του σε όλα μου τα ανοίγματα και γλείφει, γλείφει, είναι παράξενο, τόσο παράξενο, θέλω να κρυφτώ μακριά, να συρρικνωθώ στον εαυτό μου, να αποδράσω στις σκέψεις μου, να είμαι μακριά, να είμαι εκτός…τη φοβάμαι αυτήν την αίσθηση, φοβάμαι το σώμα μου, φοβάμαι να νιώσω το δικό του. Με κατατρώει όλο και περισσότερο, το στόμα του αχόρταγο, τα δόντια του τόσο κοφτερά, με καταβροχθίζουν, με καταβροχθίζει σαν ένα μαλακό χυμώδες γεύμα, με σχίζει και με ανοίγει στα δύο, πιέζοντας ανάμεσα στα πόδια μου με την γλώσσα του, τη μύτη του, το σαγόνι του, επιτίθεται, πασπατεύει, προσκρούει… εισβάλλει βαθιά, ως τη ρίζα της ύπαρξής μου, ξανά και ξανά και ξανά, σʼ αυτό το σώμα που δεν είναι πια δικό μου, έρμαιο στις γνήσια βίαιες ορέξεις του, αφήνομαι δίχως ίχνος υπεράσπισης του εαυτού μου, όμως δεν θα εξαλειφθώ… Είμαι μαλακή και εύπλαστη, με κλυδωνίζει σαν μια κούκλα πάνινη, σκέφτομαι μέσα μου ότι έτσι είναι, ότι είναι άντρας, εγώ γυναίκα, ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα, ότι έτσι συμβαίνει, με κάνει λες όλο και πιο λεπτή, μια σχεδόν αόρατη μεμβράνη, λεπτή υφή, λεπτότατη… και μετά ο παράδεισος ανθίζει στη σκέψη μου, τα ουράνια μέσα στο σώμα μου, το θεϊκό, όχι, όχι το θεϊκό του σώματος….και εντούτοις εκείνος είναι βαθιά μέσα μου, ωθώντας με , σχίζοντάς με, πιέζοντας βαθιά μέσα μου, ψάχνοντας, όλο ψάχνοντας…όμως είμαι πλήρης, γεμάτη και ικανοποιημένη, λαμπερή και γαλήνια, τόσο απόλυτα ολοκληρωμένη που δεν με νοιάζει για το τι μου συμβαίνει, δεν θα με ένοιαζε ακόμα και αν αιμορραγούσα, είμαι πέρα από κάθε πόνο και ευχαρίστηση και γνωρίζω, γνωρίζω καλά ότι όλα θα πάνε καλά, δεν μπορώ να εμπιστευτώ αυτόν το λύκο όμως όλα θα πάνε καλά, η δύναμη που υπάρχει μέσα μου τώρα είναι πιο δυνατή από εκείνον, αυτή η δύναμη που τον αλλάζει, τον θεραπεύει, με θεραπεύει, θεραπεύει την πληγή…
Καθρέφτης
Ένας άντρας γέρνει επάνω μου
σαν πάνω από νερό.
Εύχεται να δει το πρόσωπό του
στον υδάτινο καθρέφτη μου
όμως το νερό μου είναι σκοτεινό,
σκοτεινό και βαθύ, δεν θα
αποδώσει την μορφή του.
Ψάχνει, έκπληκτος
μετά έκθαμβος, και φοβάμαι ότι
θα πηδήξει μέσα, μέσα μου,
και κοιτάζοντας επίμονα τον εαυτό του
θα βρει το πρόσωπό του εκεί, νεκρό.
Ύμνος στον Dane Zajc
Κουβαλάς τον κόσμο στο στήθος σου.
Νιώθεις τον κόσμο να αναπλάθεται μέσα από εσένα,
ο θάνατος να αλλάζει μέσα από εσένα,
κέντρο και πηγή –
θύμα σου,
βάσανό σου,
εκτελεστής σου,
αγάπη σου.
Δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να μην υπάρχεις.
Δεν μιλάς γιʼ αυτό,
το φως στο σκοτάδι της ζωής σου.
Γράφεις με πόνο
και η χαρά έρχεται από
τη δύναμή σου να τον σχηματίσεις.
Τι βαθιά που είναι η άβυσσος
όταν οι λέξεις αποτυγχάνουν!
Και μετά έρχεται η χαραυγή,
ηχηρή και ξεκάθαρη
διακριτικά να ζωγραφίσει το τοπίο
της ταπεινότητάς σου.
Άνωθέν σου η γνήσια μελωδία των ουρανών,
το νέκταρ της χάρης,
το μπρούτζινο αγκάλιασμα.
Σύντομα
Σύντομα θα είσαι αμίλητος και μόνος
σύντομα
σύντομα το κρανίο σου
θα καλυφθεί από κόκκους άμμου
σύντομα
σύντομα δίψα
θʼ αμαυρώσει τη γλώσσα σου
σύντομα
σύντομα ο αέρας της ερήμου
θʼ αρπάξει τα λευκά σου κόκαλα
σύντομα
και τα έντερά σου
και όλα σου τα σπλάχνα
θα ξεσχιστούν
θα διαχωριστούν
κι εγκαταλελειμμένα θα ξεραθούν
σύντομα
σύντομα θα είσαι ένας κόκκος ανάμεσα σε κόκκους
σύντομα θα σιγοτραγουδάς
με τους αμμόλοφους της ερήμου
δραπετεύοντας
στην ανυπαρξία
σύντομα
τότε θα σε πλησιάσω
σαν το βόρειο σέλας
γεμάτη χρώματα
ζωγραφισμένη στο ερημικό σου τραγούδι
στην υπερκόσμια φωνή σου
ω, θα έρθω σʼ εσένα, θα έρθω
σύντομα, πολύ σύντομα
Βιογραφικό: Barbara Korun
(Slovenia, 1963)
Η Μπάρμπαρα Κορούν γεννημένη το 1963 στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας είναι κορυφαία μορφή της γενιάς των ριζοσπαστικών νέων ποιητριών της Σλοβενίας. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου
“Η κόψη της χάρης”, (“Ostrina miline”, Mladinska Knjiga,1999), για το οποίο της απενεμήθη το Εθνικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης.
Άλλες της συλλογές ποίησης και πρόζας είναι οι : “Σημειώσεις κάτω από το τραπέζι”, (“Zapiski iz podmizja”, Apokalipsa, 2003), και “Ρωγμές”,(“Razpoke”, Nova Revija, 2004). Επίσης ένα μικρό βιβλίο τσέπης στα αγγλικά, “Χάσματα”,( “Chasms”, από τις εκδόσεις Poetry Miscellany Publications στις Η.Π.Α., 2003), και μια συλλογή από επιλεγμένα ποιήματά της στα αγγλικά, “Τραγούδια της Γης και του Φωτός” (“Songs of Earth and Light” από τις εκδόσεις Southword, 2005), κυκλοφόρησε στην Ιρλανδία σε μετάφραση του Theo Dorgan.
Εργασίες της Κορούν έχουν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες και επιθεωρήσεις σε δώδεκα γλώσσες.
Εργάζεται στην σύνταξη των λογοτεχνικών περιοδικών Apokalipsa και Nova Revija
———————-
Theo Dorgan (μεταφραστής της στα Αγγλικά)
: Τα κύρια στοιχεία στα ποιήματα της Μπάρμπαρα Κορούν είναι εύκολο να εντοπιστούν: φως, γη, αέρας, αστέρια, το ζωικό βασίλειο, τα αγαπημένα της βραχώδη τοπία, ο υπέρτατος ερωτισμός του ανθρώπου.
Αυτό όμως που ανυψώνει τα ποιήματά της και τους δίνει μια ξεχωριστή ποιότητα δεν είναι τόσο εύκολο να κατονομαστεί.
Η Κορούν έχει και αμεσότητα και επιδεξιότητα, είναι ταυτόχρονα απεριόριστα εκλεπτυσμένη αλλά και τρομερά ευθύς καθώς αντιμετωπίζει τον τρόμο, το μυστήριο και την άγρια χαρά του να είναι η προσωποποίηση της ευφυίας ή αν προτιμάτε ένα πραγματικά σκεπτόμενο ον.
Σήμερα κανένας από όσους γράφουν στην αγγλική γλώσσα δεν είναι τόσο τολμηρός ή οξυδερκής όσον αφορά την επιθυμία στις δίδυμες άκρες του νοήματος και του φόβου.











πού πήγε η δύναμή σου;
πού εξαφανίστηκε η φωνή σου;
…………………………..
είμαι το φως
που θρέφει τα λουλούδια
που ωθεί τον κόσμο
να κάνει έρωτα
……………………………
η μυρωδιά του ελαφιού μεθά την ποιήτρια και γεμίζει
το δωμάτιο με τα τραγούδια της……..
Ποιήματα και τραγούδια
που ποτίζουν
την ξεραίλα της μοναξιάς
εκπληκτική αποτύπωση του πραγματικού!
και τα περιγράφει με τόσο πραγματικά, αληθινή συγκλονιστική απλότητα όσο απλά και συγκλονιστικά είναι και όλα όσα περιγράφει
ΜΟΥ ΕΚΑΝΕ ΕΝΤΥΠΩΣΗ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ.ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΓΙ’ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΘΑ ΦΡΟΝΤΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΣΩ.ΜΠΡΑΒΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΚΑΝΕΙ ΣΩΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
στα ποίηματά της παρουσιάζεται η αλήθεια απλή και συγκλονιστική….