Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, μέσα σε ένα από τα πρώτα αφιερώματα της Ν. Εστίας στον Μ. Καραγάτση, επιχείρησε να φωτίσει το επισκιασμένο (ως τότε) ποιητικό του προφίλ, ως Δημήτρη Γ. Ροδόπουλου.

Το ποιητικό υλικό ανασύρονταν από το αρχείο του Καραγάτση και εκτείνονταν χρονικά από το 1922- 1949.

Ο Αθανασόπουλος κατέτασσε τα ποιήματα του λογοτέχνη σε τέσσερις κατηγορίες, στα εφηβικά- γυμνασιακά (1922- 1924), στα των νεανικών χρόνων (1925- 1929), στα των χρόνων της προσωπικής κρίσης (1930- 1932) και στα των ποιημάτων- πάρεργο, τα οποία έγραφε όντας καθιερωμένος πεζογράφος .

Η εργασία του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, δεν εξαντλούνταν στην αναδημοσίευση ορισμένων από τις ποιητικές δοκιμές του Ροδόπουλου, καθώς ο συντάκτης της διαπίστωνε μέσα στις δύο πρώτες κατηγορίες των ποιητικών δοκιμών του την προβολή ενός αμόλευτου ποιητικού εγώ, που διεκδικούσε αμήχανα το δικαίωμά του στην έκφραση, ενώ παράλληλα εντόπιζε το ψυχολογικό ενδιαφέρον τους:

« Ο ομιλητής στα ποιήματα του Δ. Γ Ροδόπουλου πάντα προσδιορίζεται να είναι ένα πρώτο πρόσωπο, ένα «εγώ»• και αυτό το «εγώ» όχι μόνο δεν αποκρύπτει, αλλά καλλιεργεί την ταύτισή του (…) Τα θέματα των ποιημάτων αυτών αντανακλούν ή εκφράζουν άμεσα προσωπικές εμπειρίες ή συναισθήματα στα οποία ο νεαρός λογοτέχνης προσπαθεί να αποσπάσει κάποιο νόημα από τις εμπειρίες του. (…)Το κίνητρο λοιπόν, για τη μελέτη των ποιημάτων του Καραγάτση είναι βιογραφικό ή ψυχολογικό. Η παραδοχή της παρουσίας ενός τέτοιου κινήτρου κάνει εξ αρχής ενδιαφέρον πως το ερευνητικό ενδιαφέρον δεν στρέφεται ή δεν περιορίζεται στην ποιότητα των ποιημάτων, μια και από την άποψη αυτή ένα αποτυχημένο ποίημα μπορεί να αποδειχτεί εξίσου ή και περισσότερο χρήσιμο από ένα ποίημα που είναι αισθητικά άρτιο».

Στα περισσότερα από τα εφηβικά- γυμνασιακά ποιήματα του Ροδόπουλου διαπερνούσε το αίσθημα ενός ποιητικού εγώ που αντιλαμβανόταν τον χρόνο δισυπόστατα, καθώς ενώ αρχικά επιχειρούσε έναν αντικειμενικό ορισμό του θέτοντάς τον να υφίσταται μέσα στην κανονικότητα του (βιολογία), έπειτα τον επανακαθόριζε με υποκειμενικά κριτήρια ως ασυμβίβαστο με το είναι του (ψυχολογία):

«Περνώ ζωή
που ʼνʼ πιο γοργή
από το χρόνο» (Ν. Εστία, ό. π, 852)

Η έκφραση του ποιητικού εγώ της εφηβείας του Καραγάτση δεν συντελούνταν αναλογικά με τους βιολογικούς κανόνες που το προϋπέθεταν νέο Το ποιητικό υποκείμενο ένιωθε την νιότη να γλιστράει και να εκφεύγει γρήγορα μέσα από τα χέρια του.

Το ποιητικό υποκείμενο αυτοαναλυόταν πρόωρα γερασμένο να ατενίζει τις χαρές της νιότης εκ του μακρόθεν, δίχως να γίνεται ενεργά συμμέτοχό τους.

Όμως, η αποστασία του ποιητικού εγώ από την νεότητά του, η οποία εκδηλώνονταν σαν εκούσια επιλογή ερχόταν έπειτα να απεικονιστεί σαν μια καθαίρεση από αυτό που του ανήκε, και που αποτελούσε το κεκτημένο ανάκτορό του (ακούσια).

Το ποιητικό υποκείμενο προτείνονταν οφθαλμολαγνές των ηδονών της νιότης, παραδεχόμενο την υπαρξιακή δυστυχία του και την ψυχική κακοκαιριά του, η οποία τίθενταν εκ παραλλήλου με την ηδονική καλοκαιριά των συνομηλίκων του που (βρισκόμενοι στον αντίποδά του) έδρεπαν ανενόχλητοι τους καρπούς της νεότητάς :

«Γέλια, χαρά
φωτός λαμπρά
νιότης παλάτια
από μακριά
βλέπω σαθρά
με γέρου μάτια.

Μεσʼ στης γυμνής
της ηδονής
το καλοκαίρι
παιδιά εμείς
οι δυστυχείς
είμαστε γέροι. (ό. π, 853)

Σʼ ένα από τα άτιτλα ποιήματα των εφηβικών του χρόνων, ο Ροδόπουλος εμφανίζει την ψυχή του να βιώνει την μοναξιά

. Η ψυχή του ποιητικού εγώ αποδίδεται αρχικά να έχει αποδεχθεί την παραίτηση, έχοντας εισδύσει στην κατάσταση της μοναχικότητας, ενώ εν συνεχεία αποτυπώνεται νοσταλγικά το αίτημα του αγώνα, της αντίδρασης σε αυτήν, αίτημα που έρχεται να διατυπωθεί με την εκζήτηση της στοργής, η οποία προσδένεται συμβολικά με την γη < αυτήν που γεννάει.

Το αίτημα του ποιητικού εγώ για στοργή επιστρέφει αμετουσίωτο- ανεκπλήρωτο, καθώς η γη (< αυτή που τον γέννησε) δεν του αντιγυρίζει την στοργή που της αποζήτησε.

Η δεύτερη στροφή του ποιήματος θέλει το ποιητικό εγώ να τσαλαβουτά, έπειτα από την άρνηση της στοργής από την γεννήτορα, στην ωμή πραγματικότητα, για να μεταπέσει (ακολούθως) στην ύπνωση. Η άρνηση της γης να χαρίσει στοργή εκτοξεύει τον ποιητή στην κατάφαση στα ουράνια.

Το όνειρο του ποιητικού εγώ το αναπαριστά σαν ένα οικόσιτο ζώο (σκυλί) που έχει γνωρίσει την φρίκη.

Έπειτα, το εμφανίζει βουλητικά λυσσαλέο εκτός του οίκου του να ασελγεί σʼ ένα ζαγάρι, σπέρνοντας φρίκη, αποζητώντας να πιει το αίμα του μη συγγενούς του ζώου, σαν να επρόκειτο αντί για οικόσιτο, όπως προηγουμένως εικονιζόταν, για παράσιτο (παρά φύσιν ενέργεια).

Το ποίημα καταλήγει με την παραδοχή της αρνημένης αγάπης.

Με το που συντελείται (ως θέση) η παραδοχή της αρνημένης αγάπης αίρεται μαζί και η φωνή που θα την εξέφραζε και εκδηλώνεται η εκζήτηση να αγγιχτεί το σκοτάδι. Το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει το σκοτάδι της αυτάρκειας, δίχως καν να αποπειράται την διάρρηξη του φωτός (της αγάπης) που του έχει αρνηθεί αυτή που το γέννησε:

Σαν η ψυχή
ζει μοναχή
παρατημένη
από τη γη
ζητά στοργή
μα μόνη μένει.

Στον πιο ωμό
ρεαλισμό
όλος βουτιέμαι.
Σκληρά γελώ
ονειρʼ απλό
αποκοιμιέμαι.

Σκυλί φριχτό
θέ να ριχτώ
σʼ ένα ζαγάρι
Αίμα πηχτό,
Και θʼ αλυχτώ
το νιο φεγγάρι.

Δεν αγαπώ
ούτε να πω
πως αγαπάω
σκότος ζητώ
ψηλαφητό.
Εκεί θα πάω. (ό. π, 853)

Στο εφηβικό ποίημα υπό τον τίτλο «Ψυχή», που θα παρατεθεί παρακάτω, ο Ροδόπουλος εμφάνιζε την εσωτερική φωνή του εφηβικού σαρκίου του να παλεύει κατρακυλώντας μέσα σʼ έναν λασπώδη βούρκο, επικαλούμενη την αναγνώρισή – την ενθρόνισή της σʼ έναν τόπο όπου θα επιβάλλονταν δεσπόζουσα
(: «βασίλειο»).

Επισημαίνονταν σαν μια ψυχή εν απωλεία,, η οποία ως τότε πορευόταν στα τυφλά, σερνάμενη στο δαιδαλώδες τοπίο της ίδιας της- της σύστασής.

Η υφή της νεανικότητάς του εφηβικού ποιητικού εγώ καταλογίζονταν αρχικά ως μια απλή σύμπτωση σε σχέση με τον βιολογικό καιρό. Καταδεικνύονταν ως μια σκόρπια νεότητα που ήρθε και έσμιξε με εκείνο.

Το ποιητικό εγώ δεν είχε ακόμη προλάβει να διεκδικήσει με αξιώσεις το καταστάλαγμά του, κατατείνοντας στην επιλογή μιας συγκεκριμένης θρησκείας.

Ακολούθως, εισάγονταν με παραχωρητική σύνταξη η διαγραφή του βίου του, σαν να επρόκειτο για μια μηχανική κίνηση.

Έπειτα, η ψυχή του ποιητικού εγώ αποδίδονταν ως το διάμεσο ακατανόμαστων αβυσσαλέων επιθυμητικών ροπών και σχηματοποιούνταν ως το παράλληλο ενός θεμελιωμένου ναού (<νεώς) εντός του οποίου εμφανίζονταν έτοιμη να λειτουργήσει, σηκώνοντας επικεφαλής το βάρος μιας ατόφια χρυσής- βασιλικής κορώνας. Σα να επρόκειτο δηλαδή για τον ήδη κεχρισμένο πατέρα- και έμπειρο λειτουργό του ιερού αυτού θρησκευτικού τόπου (παπάς< πατήρ).

Ο θρησκευτικός αυτός πατήρ επιδιδόταν σε μια αντιφατική δραστηριότητα, αν συσχετιστεί με την πρωτύτερη στροφή του ποιήματος που τον προδήλωνε ασχημάτιστο προς την θρησκεία νεαρό, και ταυτόχρονα πιστοποιούσε ότι προέβαινε σε μια αφαιρεμένη λειτουργία.

Παρόλα αυτά, επιβάλλονταν προορισμένος να μεταφέρει επικεφαλής την συγκεκριμένη «μίτρα» από χρυσάφι, είτε αυτή να εκπέφτει και να προσγειώνεται επικεφαλής (ηχομιμητικά η λέξη μίτρα κοινοποιεί την γυναικεία «μήτρα», που αποτελεί μέσο αναπαραγωγής, εξού και η κίνηση του Φρόυντ να ερμηνεύει αναλογικά προς την μορφολογία του αντικειμένου κάθετί που συσχετιστικά την μορφολογία ερμηνεύονταν από τον Φρόυντ ως μια συμβολική μεταποίηση του αιδοίου).

Η κατάληξη του νεανικού αδημοσίευτου έργου, διαγράφει την μελλοντική τροχιά ενός, επί του παρόντος αποκλειστικά, ποιητικού εγώ που θεληματικά διατρανώνει την πεποίθηση ότι θα διατηρήσει την απόσταση του από τον πεπερασμένο- μετρητό χρόνο στον ιδεατό και διηνεκή, σαν μια επιμνημόσυνη προσφορά στο μυστήριο της απωλεσμένης νιότης του:

«Ψυχή»,

Κυλίστηκα στο βόρβορο για να σε δω σε θρόνο,
χάθηκα στο λαβύρινθο του τυφλωμένου Εγώ Σου
η σκορπισμένη Νιότη μου έσμιξε με το χρόνο
κι ακόμα εσύ δεν διάλεξες τον άξιο Θεό Σου.

Κι αν η ζωή μου σβήστηκε, των πόθων σου μεσίτρα,
στην άβυσσό της τράβηξε και σένα, σαστισμένη,
του ιερού σου εγώ παπάς, χρυσή φορώντας μίτρα
θα μνημονεύω αιώνια τη νιότη, τη χαμένη. (ό. π, 854)

Σʼ ένα απόσπασμα από τα νεανικά ποιήματα που συνιστά ένα ποίημα για την ποίησή και επιγράφεται «Σονέτο του σονέτου», ο νεαρός Δ. Γ. Ροδόπουλος θα μιλήσει για την εναλλαγή των προσωπείων του διχασμένου- δυστυχούς εαυτού του, με τον οποίο μοιραία αναγκάζονταν (σε καθημερινή βάση) να συμβιώνει, δίχως καθόλου να μεμψιμοιρεί:

«Τη μοίρα μου εγώ δεν κλαίω. Τραγουδάω
τις μάσκες της ζωής. Γέλιο και θλίψη». (ό. π, 856)

Το επικείμενο απόσπασμα από ένα άτιτλο νεανικό ποίημα του Δημήτρη Γ. Ροδόπουλου τον αναφέρει σαν έναν φίλεργο τεχνίτη, να μαστορεύει το πολύτιμο υλικό των λέξεων που φέρει προς μορφοποίηση, του οποίου την αξία αποτιμούσε αναλογικά με το ευγενές μέταλλο του χρυσού.

Το νεανικό ποιητικό εγώ προέβάλλε μέσα από αυτό το ποίημα αμφιθυμικά.

Ο νεαρός Ροδόπουλος αυτοσυστηνόταν ως ένας χειρώνακτας- φτωχός εργάτης, και συνάμα ως ένας εν δυνάμει άνακτας, ο οποίος προαισθανόταν την αδυνατότητά του να αναχθεί στο κορύφωμα του ποθούμενου βασιλείου, που εδώ δηλώνονταν μετωνυμικά και ήταν η ποίηση.

Ταυτόχρονα, εμφανιζόταν να παραπαίει αναμεταξύ των λογικών θεωρημάτων και των παράλογων πόθων του.

Από τη μια, ο νεαρός ποιητής αποτυπωνόταν σαν ένας ρεαλιστής- πραγματιστής που δεν τον απασχολούσε διόλου η ευρηματικότητα των καταθέσεων του, επικούρεια σκεπτικιστής ως προς την φιλοσοφία, να προσβλέπει απλώς και μόνον να αποτελέσει μια σεμνή διακριτική παρουσία στα πνευματικά πράγματα, η οποία θα ερχόταν να καταθέσει την μεστότητα του εγκεφάλου του.

Από την άλλη, υπέβαλλε τον ενθουσιώδη πόθο του να μπορούσε να ήταν ένας εγκάρδιος λειτουργός της τέχνης, ο οποίος ηφαιστειακά διάπυρος θα εμφύτευε τους σπόρους της ζωικής ορμής του επί χάρτου, αναδημιουργώντας «άνευ ορίων και άνευ όρων», για να χρησιμοποιήσω μια προσφιλή έκφραση του Ανδρέα Εμπειρίκου, παράλληλα αποτυπώνοντας έναν πρωτογενή αισθητισμό- ναρκισσισμό γραφής:

«Σαν μάλαμα τους στίχους μου δουλεύω
μʼ αγάπη με στοργή με περηφάνεια.
Χαρά μου είνʼ λεπτά να τους σμιλεύω,
πέτρες της γης, όχι άστρα στα ουράνια.

Σιγοπερνώντας ο καιρός, πιστεύω
έργα καλά να κάνω, αν όχι σπάνια.
Να αρέσω μου αρκεί, ας μη γητεύω
δεν θα ʼχω ύστερα γιʼ αυτό μετάνοια.

Κι όμως, θα ήθελα να χύνω στίχους
απʼ της καρδιάς τʼ ολόφλογο καμίνι
κι όχι απʼ του κεφαλιού τους κρύους τοίχους» (ό. π , 856).

Στα νεανικά ποιήματα του Ροδόπουλου, της μετεφηβικής περιόδου, ο Αθανασόπουλος ανιχνεύει με ενάργεια την θεματική του έρωτα που εμμένει μονιμότροπα σαρκικά αμετουσίωτος και αθεράπευτα Πλατωνικός, έστω και εάν δεν χρησιμοποιεί ομοούσια διατύπωση, αποφεύγοντας τόσο σοφά τον κίνδυνο του χλευασμού από τους ματεριαλιστές που εξαπολύουν μύδρους κατά της ψυχανάλυσης:

«Στα ποιήματα του 1925 ο έρωτας ή πιο σωστά η ερωτική αγάπη, παρουσιάζεται ως μια από τις δύο δυνατές προοπτικές της ζωής. Τη δεύτερη προοπτική αποτελεί η τέχνη∙ αλλά κι αυτή λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της αγάπης, ως μια μορφή έρωτα, αλλά και επειδή ο έρωτας αποτελεί το κύριο ή και αποκλειστικό θέμα του. (…) Η ιδανικότητα, μάλιστα, αυτή του ερωτικού αντικειμένου σε συνδυασμό με τη δήλωση του νεαρού ποιητή πως θα τραγουδήσει μόνο τον έρωτα, συνδυάζεται με τη φοβία του πως δε θα νιώσει παράλληλα και στη ζωή του αυτόν τον έρωτα» .

Ο Αθανασόπουλος κάνει ακόμα λόγο για «μυθοποίηση του έρωτα και του ερωτικού αντικειμένου στις ποιητικές δοκιμές του Δ. Γ. Ροδόπουλου», αλλά ύστερα από λίγο αναδιπλώνεται λέγοντας πως αυτό:

«δεν αποτελεί περιστατικό της ζωής, αλλά θέμα της ποίησής του, ότι δεν αντιπροσωπεύει τόσο ένα συγκεκριμένο αγαπημένο πρόσωπο, όσο ένα αφηρημένο πρόσωπο της γραφής του».

Στα ποιήματα του Ροδόπουλου που ο Αθανασόπουλος καταθέτει αποσπασματικά ακολούθως, συναντώνται δύο αφιερώσεις που αποτείνονται σε θηλυκές ουσίες, χωρίς να τις κατονομάζουν.

Αυτό που φέρνει κοντά τα δύο ποιήματα είναι αφενός η τοποθέτηση των γυναικείων μορφών σε μια μοναδική- εξέχουσα θέση, που είθισται να απολαμβάνει η δεσπόζουσα μορφή ενός παλατιού, δηλαδή η γυναίκα που παραστέκεται θεσμικά στον βασιλιά- η βασίλισσα, αφετέρου η αμετουσίωτη έκθεσή τους σε κοινή θέα.

Η δεσπόζουσα θέση που επιφυλάσσει ο Ροδόπουλος για λογαριασμό της αμφίβολης θηλυκής φιγούρας την θέλει να παρίσταται συμβολικά στο πλευρό του, υπό την προυπόθεση βέβαια να αναλογιστεί κανείς ότι ως ποιητής κρατούσε στα ποιήματα που είδαμε την θέση του βασιλιά για λογαριασμό του, αντανακλαστικά του ψυχισμού του ή προσαρμοστικά της τέχνης του.

Η δεσπόζουσα αινιγματική γυναίκα εκτίθεται σε κοινή θέα δίχως ποτέ να κατονομάζεται ρητά, σαν μια συγγενής ψυχή, ενώ ο Ροδόπουλος διατελεί θρησκευτικά μια αφαιρεμένη λειτουργία απέναντί της. Ενδύεται τον ρόλο του «παπά» και αποτείνει σε αυτή ικετευτικά τις ευλογίες του. Ωστόσο, θεσμικά εξακολουθεί να παραμένει ανύμφευτος.

Η μια αφιέρωση φέρει τα διακριτικά Λ. Σ. και η άλλη το μονόγραμμα Α. Παραθέτω τα δύο ποιήματα, όπως τα συνάντησα στο άρθρο του Αθανασόπουλου:

I. Ξωτικό Γήτεμα
Στη Λ. Σ.
[…]
Κόρη που το ουράνιο των ματιών Σου χρώμα
Σμίγει με το χρυσάφι του σταρένιου Σου προσώπου
Κάτω απʼ τα μαύρα σου μαλλιά, ω θείο σώμα

Στο θυμιατό, την καλλονή Σου άπλωσε, τʼ ανθρώπου
Προχώρα σαν Βασίλισσα, κι ο άντρας γόνυ ας κλίνει
Στο ξωτικό το γήτεμα που η μορφή σου χύνει.

II. Βασίλισσα
Στην Α.
[…]
Στʼ ανήλιου έλα τη δροσάτη βρύση
που χύνει τα νερά της μέσʼ στο ρέμα,
σαν ένα θεϊκό ύστατο ψέμα
νερό η παλάμη σου ας με ποτίσει.

Κι ύστερα, σʼ ένα γνέμα του ματιού Σου
Σκλάβος του κάλλους Σου θέ να κυλίσω
Στα γόνατά Σου λάτρης του κορμιού Σου.

Η ασαφής διατύπωση στις αφιερώσεις που προτείνει ο Δημήτρης Γ. Ροδόπουλος αποτρέπουν τον μελετητή ακόμη και να διανοηθεί να αποτολμήσει την ταύτιση μʼ ένα πρόσωπο από την πραγματική ζωή του.

Την ίδια ακριβώς λογική είχε εφαρμόσει ο λογοτέχνης, κατά την επιλογή του ψευδώνυμού του, θέτοντας ως αρχικό του, το μονόγραμμα Μ., εμπλέκοντας μιαν ολόκληρη χορεία κριτικών σʼ ένα κυνήγι χιμαιρικής ταύτισης .

Αναστασία Ε. Μιχελάκη, απόσπασμα από την διπλωματική εργασία μου «Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση στο Γιούγκερμαν του Καραγάτση (Πανεπιστήμιο Κρήτης/ τμήμα φιλολογίας 2006)

ΚΑΡΑΓΑΤΣΕΙΑ 2010

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010 – Λάρισα

09.00 – 10.00 Εγγραφές

10.00- 10.30 Χαιρετισμοί επισήμων

Κήρυξη των εργασιών του Συνεδρίου

1η ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Σωτήρης Παστάκας, Θωμάς Ψύρρας

10.30 Γιώργος Κεχαγιόγλου «Όψεις της Θεσσαλίας σε ρεαλιστικά πεζογραφήματα του Καραγάτση: Υπάρχει βασιλική οδός ανάμεσα στα στερεότυπα και στις μυθοποιήσεις;»

10.50 Δημήτρης Δημηρούλης «Ο Καραγάτσης και η γενιά του ʽ30»

11.10 Γεωργία Χαριτίδου «Γυναικεία πορτραίτα στον Γιούγκερμαν του Καραγάτση»

11.30 Ζωή Κατσιάμπουρα «Η φύση του κακού στην Καραγατσική Θεσσαλία

11.50 – 12.10: Συζήτηση

12.10 – 12.30: Διάλειμμα

2η ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Αναστάσιος Στέφος, Γεωργία Χαριτίδου

12.30: Βασίλης Λαλιώτης «Η επαλήθευση των τόπων στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν»

12.50: Δημήτρης Κανελλόπουλος «Κοινωνικές αναπαραστάσεις και στοιχεία λαϊκού πολιτισμού της Θεσσαλίας στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν και στο Ζητιάνο του Καρκαβίτσα»

13.10: Σωτήρης Παστάκας «Ο Συνταγματάρχης Θάνατος: η χρήση και κατάχρηση του αλκοόλ στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν»

13.30: Παναγιώτα Χατζηγεωργίου «Η λειτουργία του Θεσσαλικού τοπίου στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση»Συζήτηση

13.50 – 14.10: Συζήτηση

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010 – Ραψάνη

10.30 Επιμνημόσυνη δέηση στο χώρο που βρίσκεται το άγαλμα του Καραγάτση

3η ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Θανάσης Δουμακής, Αλέξης Καλέσης

11.00 Αναστάσιος Στέφος «Φύση, άνθρωποι και χώρος δράσης στο Μεγάλο Συναξάρι του Μ. Καραγάτση

11.20 Νένα Κοκκινάκη «Ο Μ. Καραγάτσης ως «ιστορικός»: Από την ʽΙστορία των Ελλήνων’ μέχρι την τριλογία ʽΟ κόσμος που πεθαίνει’»

11.40 Αγγελική Λούδη «Εικόνες των «σκλάβων του κάμπου» στο έργο του Μ. Καραγάτση»

12.00 Συζήτηση

12.30 Κλείσιμο Συνεδρίου – Συμπεράσματα

Χορωδία Μουσικού Συλλόγου Λάρισας

Γεύμα στην πλατεία της Ραψάνης