Ο Λουίτζι Πιραντέλλο, κάτοχος βραβείου Νόμπελ (1934), ήταν μια εξίσου σημαντική προσωπικότητα της παγκόσμιας θεατρολογίας όσο ό Στρίντμπεργκ ή ο Ίμπσεν. Όχι ασυνήθιστα προβάλλεται η αντίληψη προπαντός από δημοσιογράφους που βρίσκουν την απαισιοδοξία του ενοχλητική και θα προτιμούσαν περισσότερη παρηγοριά όταν παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις από αυτή που τους προσφέρει ο Πιραντέλλο ότι αυτό που πέτυχε δεν δικαιολογεί την επίδρασή του στο θέατρο. Ύποπτη κρίση, σίγουρα. Ο Πιραντέλλο είναι ένας γίγαντας του εικοστού αιώνα, ένας συγγραφέας με λεπτό συναίσθημα και αντίληψη για τις στάσεις και αισθήματα των άλλων και τη χροιά της τέχνης, ο οποίος έζησε μια ζωή στερημένη από χαρά και ευτυχία, και που κακώς τον παρανόησαν και παρερμήνευσαν εξαρχής. Σικελός τη καταγωγή, έκανε τα πρώτα του βήματα ως ποιητής και φιλόλογος, ύστερα έγινε δάσκαλος και πεζογράφος, και στα σαράντα του χρόνια τελείωσε το πρώτο του θεατρικό έργο. Στη συνέχεια έγραψε άλλα σαράντα τρία, πολλά από τα οποία ήταν μια μεταβολή στη μορφή προηγουμένων αφηγημάτων. Ο Πιραντέλλο ήταν γιός πλουσίων γονέων που έχασαν όλα τους τα χρήματα όταν πλημμύρισε το θειικό ορυχείο τους το 1903. Το γεγονός οδήγησε την όμορφη γυναίκα του, η οποία ήδη έπασχε από νευρικό κλονισμό μετά τη γέννηση του τρίτου τους παιδιού, σε ανίατη παράνοια. Ο Πιραντέλλο δεν την έβαλε σε νοσηλευτικό ίδρυμα παρά δέκα έξι χρόνια αργότερα, όταν οι παραισθήσεις της ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με την κόρη τους έφερε σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του παιδιού. Συμβιβάσθηκε με τον φασισμό, και για μια περίοδο ήταν μέλος του φασιστικού συστήματος. Κατά βάθος θεωρούσε τον Μουσολίνι χυδαίο, μα αγαπούσε το θέατρο τόσο πολύ και ο Μουσολίνι έριχνε πολλά λεφτά σ’ αυτό, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί σε εγκώμια του φασισμού, αν και με αφηρημένη έννοια. Το μπλέξιμό του με την φασιστική ιδεολογία ήταν σκέτος εξευτελισμός, όπως και η απέχθειά του για την καπιταλιστική δημοκρατία, με το επιχείρημα πως αποτελεί μια κεκαλυμμένη τυραννία (βάσιμος συλλογισμός στην εποχή μας!), δεν δικαιολογεί την υποστήριξη ενός συστήματος που πολλοί άλλοι Ιταλοί είχαν συνάγει συμπεράσματα και γνώμη. Η μόνη του επιλογή ήταν η σιωπή. Μάλιστα το τελευταίο του ημιτελής θεατρικό έργο, πολύ πιο διαφορετικό από τα προηγούμενα (Οι ορεινοί γίγαντες, 1931-4 μπορεί να θεωρηθεί ως κατηγορία του φασισμού και της περιπλοκής του ιδίου σ’ αυτό. Αναμφίβολα είναι απογοητευτικό (αν και πολλοί θα πουν ότι όλα αυτά είναι άσχετα με την τέχνη του) ότι αυτός ο μέγας σκεπτικιστής και χλευαστής της ανθρώπινης δολιότητας δεν άφησε μια πιο ξεκάθαρα διατυπωμένη δημόσια καταδίκη του φασιστικού συστήματος και του κορδωτού, ολέθριου ιδρυτή του.
Ο Μπενεντέτο Κρότσε (Benedetto Croce, 1866-1952), ένας από τους πιο επιφανής στοχαστές του εικοστού αιώνα, επέκρινε τον Πιραντέλλο που αντιμετώπιζε τα φιλοσοφικά προβλήματα σα να ήταν προβλήματα καθημερινότητας. Και όμως αυτή ήταν η πρόθεση του Πιραντέλλο. Γνώριζε καλά τι εστί φιλοσοφία αλλά έχοντας να επιλέξει μεταξύ αφηρημένες φιλοσοφικές έννοιες που μόνο με μη πραγματικούς τρόπους μπορούσαν να λυθούν και πραγματικότητες που παραμένουν πάντα αδιάλυτες, διάλεξε να εστιάσει το ενδιαφέρον του στην πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, αν πρόδωσε τον Θεό ή την πνευματική ροή του Κρότσε, τότε όλοι οι ευφάνταστοι συγγραφείς κάνουν το ίδιο. Από τον Πιραντέλλο κληρονομήσαμε θαυμαστά μυθιστορήματα και διηγήματα που προσθέτουν στην μεγαλοφυία του και στα θεατρικά του έργα.
Ο Πιραντέλλο έκανε την εμφάνισή του ως διάδοχος του επίσης Σικελιώτη βερίστα Τζιοβάνι Βέργκα (Giovanni Verga, 1840-1922) [βερισμός: μορφή του λογοτεχνικού ρεαλισμού που επικρατούσε στην Ιταλία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι.]. Είχε από κοινού την άποψη του Βέργκα για ένα σωστό καλλιτεχνικό πρόγραμμα: τη δημιουργία ενός βάσιμου οίκτου ενάντια στη μοχθηρή μοίρα, οίκτος που να στηρίζεται στην ουσιαστική παρατήρηση. Αργότερα ο Πιραντέλλο το επέκτεινε σε «εσωτερική» όραση: ένα βερισμό (verismo) της ψυχής. Πάντως πρόβλεψε τις περισσότερες πνευματικές ανησυχίες των διαδόχων του τον άνθρωπο ως μυριάδες ανθρώπων άρα κανένας ή όπως τα όνειρα και τις αυταπάτες του ή όπως οι άλλοι τον βλέπουν η πλασματική «πραγματικότητα» στο μυαλό των προγόνων τους , η λογική της τρέλας , η κωμωδία της κακίας, το καραγκιοζιλίκι της ηθικής σοβαρότητας, η οδύνη της ωριμότητας.
Τα περισσότερα διηγήματα του Πιραντέλλο έχουν μεταφραστεί, τουλάχιστον στα αγγλικά. Έγραψε επίσης επτά μυθιστορήματα. Τα δύο πρώτα είναι με πλοκή τοπικού περιεχομένου. Το τρίτο, Η πρώην Ματία Πασκάλ (Il fu Mattia Pascal, 1904), καθιέρωσε το teatro grottesco και την ενδόμυχη στροφή του Πιραντέλλο. Τώρα πια η πλοκή του λογοτεχνικού έργου δεν δεσπόζει. Ο Πασκάλ δεν έχει θέση στη ζωή του: η γυναίκα του και η πεθερά του τον σέρνουν από τη μύτη, έχει ξεζουμιστεί οικονομικώς, άσκοπη η δουλειά του σαν βιβλιοθηκάριος και άχρηστη η βιβλιοθήκη. Το σκάει, κερδίζει χρήματα στο τζόγο, ανακαλύπτει ότι τον διέγραψαν ως αυτόχειρα, κι έτσι πάει στη Ρώμη με ψεύτικο όνομα. Τώρα πρέπει να εφεύρει μια ταυτότητα μα δεν μπορεί, κι έτσι επιστρέφει σπίτι του. Όμως η γυναίκα του έχει ξαναπαντρευτεί, και βρίσκει πως αν και ζωντανός είναι «νεκρός». Αυτό περιέχει το σπέρμα όλων των επόμενων έργων του Πιραντέλλο. Ζούμε και δεν βλέπουμε τους εαυτούς μας, είπε. Κατά συνέπεια δεν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Είμαστε κανείς; Αλλά ο Πιραντέλλο διαπίστωσε πως η δραματική μορφή ήταν απαραίτητη για να φέρει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον εαυτό του, ώστε να νιώσει τον πόνο που θα τον οδηγήσει σε μια γνήσια ύπαρξη. Εκτός αυτού, η ανθρώπινη πολυπροσωπικότητα (ένα από τα βασικά θέματα του Πιραντέλλο) μπορεί άριστα να απεικονιστεί με δραματικό τρόπο.
Από τα άλλα του μυθιστορήματα, το πιο αμφιλεγόμενο, το τελευταίο, ΄Ενα, κανένα και εκατό χιλιάδες (Uno, nessuno e centomila, 1926) είναι το πιο συναρπαστικό. Πρόκειται για τη σπουδή κατάτμησης μιας οντότητας, μια βύθιση στη τρέλα. Ο Μοσκάρντα συνειδητοποιεί πως είναι άγνωστος του εαυτού του όπως για τους άλλους γύρω του. Υπάρχει; Αποφασίζει να παίξει το παιχνίδι της ζωής του σαν πράγματι να μην υπάρχει. Καταλήγει σε πτωχοκομείο, έχοντας «πετύχει» το σκοπό του.
Τα αντιπροσωπευτικά θεατρικά έργα του Πιραντέλλο βασίζονται στη θεωρητική προϋπόθεση ότι η αλήθεια είναι σχετική και ότι η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν είναι μοναδική και αμετάβλητη, αλλά πολύμορφη και ρευστή.
Το πρώτο και πράγματι σημαντικό θεατρικό έργο του Πιραντέλλο είναι το Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε (Così è se vi pare, 1917), που περιγράφει την σχετική αλήθεια τριών διαφορετικών απόψεων. Πάντως τα αριστούργηματά του είναι Έξι χαρακτήρες ζητούν συγγραφέα (Sei personaggi in cerca di autore, 1921), Ερρίκος Δ’ (Enrico IV, 1922), Kαθένας με τον τρόπο του (Ciascuno a suo modo, 1924) και Απόψε αυτοσχεδιάζουμε (Questa sera si recita a soggetto, 1930). Το πρώτο και τα δυο τελευταία μπορεί να χαρακτηριστούν ως τριλογία μιας και το καθένα χρησιμοποιεί την θέατρο-εντός-θεάτρου τεχνική: Έξι χαρακτήρες το έργο εντός έργου, Καθένας με τον τρόπο του το έργο εκτός έργου, και Απόψε αυτοσχεδιάζουμε ο γραπτός αυτοσχεδιασμός. Σε κάθε περίπτωση εδώ ο Πιραντέλλο εξαλείφει την εξωτερική μορφή, την καθαγιασμένη δομή του δράματος. Αναμφίβολα είχε προβλέψει το πνεύμα του επικού θεάτρου του Μπρεχτ. Ήδη είχε, ούτως ειπείν, συντρίψει τη μορφή του παραδοσιακού ακέραιου μυθιστορήματος που στηρίζεται στο χαρακτήρα, γράφοντας ένα μυθιστόρημα που αποδείκνυε ότι τέτοιος χρακτήρας δεν υπήρχε ή παρουσιάζοντάς το με μια λογικά ορθή διαδικασία διάλυσις. Στο έργο-εντός-έργου δράμα προσπαθεί να καθιερώσει με το είδος ειρωνείας umorismo που ήδη είχε καθορίσει σ’ ένα βιβλίο με κριτικά δοκίμια το 1908, την αληθινή αυτονομία της ανθρώπινης φαντασίας. Ερρίκος Δ’ είναι πιο προσωπικό, αφού στη ζωή του ο Πιραντέλλο βρισκόταν σε κατάσταση αναστάτωσης με τα προβλήματα που του παρουσίαζε η ανίατη φρενοβλάβεια της γυναίκας του (αυτός ο πόνος ήταν που συνέβαλε ως επί το πλείστον στα αισθήματα που εμφανίζουν τα θεατρικά του έργα το δεύτερο μισό της ζωής του). Ερρίκος Δ’ αφορά την φρενοβλάβεια και την σχέση της με την πνευματική υγεία και την πραγματικότητα. Ο Πιραντέλλο θέτει συνεχώς την πραγματικότητα υπό αμφισβήτηση. Αυτό ισχύει και για την ταυτότητα, όπως στο ΄Ετσι είναι αν έτσι νομιζετε, όπου η γυναίκα έρχεται στο προσκήνιο και λέει στο κοινό ότι απλώς είναι αυτό που θέλουν να είναι. Επίσης στο Όπως με θέλεις (Come tu mi vuoi, 1930). Ο Πιραντέλλο ήταν ιδιαίτερα τρωτός επειδή η ζηλότυπη σύζυγός του πίστευε πως επρόκειτο για κάτι που αυτός δεν ήταν για παράδειγμα αιμομείκτης, έχοντας πάρει την παρθενιά της κόρης του. Ήταν; Αναμφίβολα διερωτήθηκε. Να πούμε πως ο Πιραντέλλο δεν ενδιαφέρεται για χαρακτήρα προκαλεί την απάντηση ότι ναι, δεν τον πίστευε. Ωστόσο ο ίδιος, παρά το umorismo του, είχε χαρακτήρα και το τον εγκατέλειψε με την εμφάνιση του Μουσολίνι. Αυτή είναι και η αδυναμία του έργου του: λίγη σοφία, αυτό που η κοινή λογική ονομάζει «χαρακτήρα», θα τον είχε βοηθήσει όσον αφορά τον Ιλ Ντούτσε, έτσι, μερικές φορές, τα δραματικά του έργα στερούνται λάμψη.
Η επιρροή του Πιραντέλλο στο μοντέρνο θέατρο ήταν τεράστια, αν και συχνά αγνοείται, και μέσω αυτού και στην μοντέρνα λογοτεχνία.











Αλβανός κι αυτός;
😉
Απομονώνω τη φράση “Να πούμε πως ο Πιραντέλλο δεν ενδιαφέρεται για χαρακτήρα προκαλεί την απάντηση ότι ναι, δεν τον πίστευε.” Μήπως λείπει κάτι; Δεν βγάζει νόημα…