Ι

Ποιά πεφταστέρια γρατζουνάν τον ουρανό
Ποιές ησυχίες μες στη νύχτα σπάζουν
Ποιοί τροβαδούροι τραγουδάνε στο κενό
Κι εκστρατείες ξαφνικά χαράζουν

Ποιός μας μιλάει με στομφώδη τη φωνή
Ποιός ψιθυρίζει φοβισμένος στο σκοτάδι
Μην τον ακούσουν οι αλλόφρωνες εχθροί
Και του σφραγίσουνε της μνήμης το πηγάδι

Ποιοί αποφάσισαν να ρθούνε εδώ ξανά
Με μοιρασμένες τις μορφές τους σε συντρίμμια
Ποιοί αποστάτες λάμπουν κάτω απ τα νερά
Πάνω απ τα κεφάλια τους ουρλιάζουνε αγρίμια

Ποιοί μεθυσμένοι έρωτες σαν έρθει το πρωί
Σε ύπνο αιθέριο μουδιασμένοι θα σιγήσουν
Ποιοί είναι αυτοί που θα μας πουν πως η ζωή
Είναι πολύ αργά για να την τραγουδήσουν

ΙΙ

Είμαστε απόγονοι μιας γκρίζας εποχής
Που στα σπλάχνα της μας έθρεψε μοιραία
Κρυφές σταγόνες μελαγχολικής βροχής
Που απ τα σύννεφα τρυπώσαμε λαθραία

Ζούμε απροσπέλαστοι σε δρόμους νοερούς
Με τις ματιές μας να σπιθίζουν φευγαλέα
Πίνουμε κάθαρση κι ακούμε κεραυνούς
Σε μια απόμακρη και ήσυχη αλέα

Κι οι νώθοι κόλακες με δόλο αναζητούν
Ποιόν πεθαμένο βασιλιά να ζωντανέψουν
Ποιόν ανυπόστατο παράδεισο να σκαρφιστούν
Και ποιόν αόματο Μεσσία να διαλέξουν

Μα θα ρθει κάποτε η ώρα κι η στιγμή
Που του μυαλού μας οι λεωφόροι θα ανθίσουν
Και των ονείρων μας οι άφωνοι λυγμοί
Της φαντασίας μας τα τείχη θα γκρεμίσουν

ΙΙΙ
Είδα απαστράπτοντες καπνούς
Σα φωτοστολισμένα πνεύματα του ορίζοντα
Παραδομένα κάγκελα σε μαυρισμένους τοίχους
Είδα τις μουγγές επάλξεις των προσώπων
Πάνω σε γυαλί φτιασιδωμένο
Mορφασμούς χωρίς ψυχή
Αλήθεια χωρίς πάθος
Ψιθύρισα
Ψέμα, χωρίς σκοπό.
Είδα την απατηλή δόξα των ονείρων
Να σπαράζει πάνω σε πολύχρωμα υφάσματα
Και βελούδινα καδρόνια
Το ιερατείο της επίσημης γνώσης
Να εξετάζει από το μικροσκόπιο τον άνθρωπο
Αποσαφηνίζοντας τον
Αναπροσαρμόζοντας
Και επαναδιατυπώνοντας τον
Επανεφευρίσκοντας
Και ξανά – ανακαλύπτοντας τον.
Δ