Ο Φόρντ Μάντοξ Φόρντ (αρχικά Ford Madox Hueffer), αν και μόνο για πέντε μυθιστορήματα που έγραψε (δημοσίευσε επίσης κριτικές σκέψεις, ταξιδιωτικές περιγραφές, ιστοριογραφίες, φιλολογικές μελέτες και απομνημονεύματα), είναι ένας από τους δώδεκα μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα. Άνθρωπος με γενναιόφρονα χαρακτήρα, μόνον ο Έζρα Πάουντ (Ezra Pound, 1885-1972)  εμφανώς πιστός σʼ αυτόν  ήταν τόσο γενναιόδωρος και εξυπηρετικός σε άλλους συγγραφείς. Αναφέρεται πως ο Φορντ ήταν ένας καυχησιάρης και συχνά γελοίος ψεύτης και τη ζωή του την είχε κάνει θάλασσα. Πάντως ήταν μια πολύ καλύτερη ύπαρξη από πολλούς άλλους που τον κακολογούσαν. Η για πολλά χρόνια σύντροφός του, η Στέλα Μπάουεν (Stella Bowen), με την οποία απέκτησε μια κόρη, είχε πει: «Του Φορντ ο αδύνατος χαρακτήρας, η αδικία του, η αδιαφορία του προς την αλήθεια και η ματαιοδοξία του θα πρέπει να είναι αποδεκτά… Από την άλλη πλευρά, η τρυφερότητα, η κατανόηση, η σοφία του (για πράγματα που δεν τον αφορούσαν προσωπικά) και η καταπληκτική έλξη του υπέροχου μυαλού του, θα πρέπει να τον καθιστούν μετανιωμένο….»
Η έλλειψη εκτίμησης και αναγνώρισης της Αγγλίας (κατακριτέα γιʼ αυτό) κατά το μάλλον ή ήττον τον απέρριψε. Μόνο ο συγγραφέας Γκρέαμ Γκρην (Graham Greene, 1904-91), ο οποίος, μεταξύ των άλλων, έγραψε και τα θρίλερ The Third Man (Ο τρίτος άνθρωπος, 1950), και Our Man in Havana (Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα, 1958), έκανε μια εκτεταμένη προσπάθεια την δεκαετία του εξήντα για την ανάδειξη του Φορντ. Όλες οι άλλες μελέτες γιʼ αυτόν, όπως και η επίσημη βιογραφία του από τον Άρθουρ Μάιζενερ (Arthur Mizener, 1971), έγιναν από Αμερικανούς. Με το ζόρι οι Άγγλοι κριτικοί μιλούσαν επαινετικά για το έργο του, ή υπό τη σκιά του φίλου του, τον Τζόζεφ Κόνραντ (Joseph Conrad, 1851-1924). Εδώ θέλω να σημειώσω για μερικούς πως το πραγματικό όνομα του Κόνραντ ήταν Teodor Jozef Konrad Kornzeniowski, Πολωνός, γιός φιλολόγου που εξορίστηκε για πολιτικούς λόγους. Ο Κόνραντ έγινε ναυτικός, υπηρέτησε σε Αγγλικά εμπορικά πλοία, πήρε το δίπλωμα πλοιάρχου το 1880, και απέκτησε τη Βρετανική ιθαγένεια το 1886. Η επιρροή και η βοήθεια του Φορντ έχουν εκ προθέσεως υποτιμηθεί από τους κριτικούς, αν και ζωτικής σημασίας για την εξέλιξή του ως λαμπρός μυθιστοριογράφος. Ο Κόνραντ και ο Φορντ συνεργάστηκαν για την γραφή τριών μυθιστορημάτων: The Inheritors (Οι κληρονόμοι, 1901), Romance (Ρομάντσο, 1903) και The Nature of a Crime (Η φύση ενός εγκλήματος, 1924). Το τελευταίο είχε γραφτεί το 1906-7 και ο Φορντ το πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό του The English Review.

Τα πέντε μεγάλα μυθιστορήματα του Φορντ είναι The Good Soldier (Ο καλός στρατιώτης, 1915), η τετραλογία Τίτζενς (Tietjens) που αποτελείται από Some Do Not… (Μερικοί δεν…, 1924), No More Parades (Όχι άλλες παρελάσεις, 1925), A Man Could Stand Up (Ένας άνθρωπος μπορούσε να σταθεί όρθιος, 1926) και The Last Post (Το σιωπητήριο, 1928). Αργότερα συγκεντρώθηκαν υπό τον τίτλο Paradeʼs End (Το τέλος της παρέλασης). Καλά του βιβλία, αν και με κάποιες ατέλειες, είναι επίσης η τριλογία Fifth Queen (Η πέμπτη βασίλισσα, 1906-8), σχετικά με την Κάθριν Χάουαρντ (Katherine Howard), σύζυγο του Ερρίκου Θʼ (Henry VIII), και When the Wicked Man (Όταν ο άθλιος άνθρωπος, 1931).
Κανένας άνδρας δεν βασανίστηκε τόσο πολύ από τις γυναίκες όσο ο Φορντ. Η σύζυγός του τον ταλαιπωρούσε αδικαιολόγητα, αλλά όχι στο βαθμό που τον καταπίεζε η Βάιολετ Χαντ (Violet Hunt), που γιʼ αυτήν την είχε εγκαταλείψει. Ήταν τυχερός να βρεί κάποια ευτυχία με την Στέλα Μπάουεν και μετά ακόμη μεγαλύτερη, τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του, με την Τζάνις Μπιάλα (Janice Biala). Ο Αμερικανός ποιητής Ρόμπερτ Λόουλ (Robert Lowell, 1917-77) που είχε γνωρίσει τον Φορντ, συνοψίζει την όλη κατάσταση στον τελευταίο στίχο ενός από τα πιο συγκινητικά του ποιήματα: «Ήσουν καλός άνθρωπος, Φορντ, και πέθανες στερημένος.»
Καθʼ όλη του τη ζωή, ο Φορντ έγραφε γοητευτική ποίηση. Η σειρά των ποιημάτων που συνέθεσε την δεκαετία του 1930, αφιερωμένα στην Τζάνις Μπιάλα, είναι περισσότερο από γοητευτικά, και δεν γνωρίζω αν έκτοτε ήλθαν ξανά στο φως. Είναι ποιήματα που αποδίδουν μια αίσθηση της απόλυτης και ιερής γλυκύτητας στα βάθη της καρδιάς του Φορντ  τον ρομαντικό, ματαιόδοξο και όλο αυταπάτες άνθρωπο. Αυτή η συνετή γλυκύτητα λάμπει σε όλα τα καλύτερά του έργα.
Ο Φορντ, σπρωγμένος στον Ρωμαιοκαθολικισμό από τους γονείς του από νεαρή ηλικία, παρέμεινε ονομαστικά Καθολικός όλη του τη ζωή. Όταν τον βόλευε γινόταν Καθολικός και με το παραπάνω, όπως λέει ο βιογράφος του, ο Άρθουρ Μάιζενερ. Αλλά δεν πίστεψε ποτέ στον Καθολικισμό. Λαμβανομένου υπʼ όψιν τον αμερόληπτο τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τους Ρωμαιοκαθολικούς στα μυθιστορήματά του, ειδικά στο Ο καλός στρατιώτης, παίζεται αν ο Φορντ ήταν πράγματι πιστός στα δόγματα αυτής της Εκκλησίας. Ως το 1914 είχε περιγράψει τον εαυτό του  δεν απεικόνιζε πιστά την πραγματικότητα, όπως πιστή δεν είναι κανενός η περιγραφή του εαυτού του  σαν έντιμο, ριζοσπαστικό, ρομαντικό Tory (οπαδό του Συντηρητικού Κόμματος). Ήταν πρόσωπο με φιλάνθρωπα αισθήματα και φιλανθρωπική δράση όσον αφορά τις πολιτικές του απόψεις, που σπάνια εμφάνιζαν τις ανοησίες που ήταν απόλυτα ικανός να κάνει. Είχε μια καταπληκτική αίσθηση της ιστορίας και για τα πολιτικά δρώμενα. Πολλά έχουν γραφτεί για την ομοιότητα του Φορντ με τους ήρωες του μυθιστορήματος Ο καλός στρατιώτης. Και ενώ πράγματι υπάρχουν στοιχεία της γυναίκας του και της Βάιολετ Χαντ στους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, και του εαυτού του στον Τζων Ντόουελ (John Dowell), τον αφηγητή, όπως στον ΄Εντουαρντ Ασμπέρναμ (Edward Ashburnham), εδώ ο Φορντ ξεπερνά σε πλήρη βαθμό τις δικές του δυσκολίες. Καλύτερο ρεαλιστικής τεχνοτροπίας μυθιστόρημα δεν εμφανίστηκε τον περασμένο αιώνα σε καμιά γλώσσα.
Η υπόθεση είναι απλή: ο λευκός γάμος του Αμερικανού αφηγητή με μια επιπόλαια αλλά λάγνα και δόλια γυναίκα, και η προφανώς γαλήνια μα μοιραία σχέση τους μʼ ένα ζευγάρι Άγγλων: αυτός ένας «καλός στρατιώτης», ένας έντιμος και γενναίος άνδρας ο οποίος εκμαυλίζεται σε ψεύτη και προδότη από το πάθος του για τις γυναίκες, και από την Καθολική Ιρλανδή σύζυγό του. Υπάρχει διαφωνία όσον αφορά τον αφηγητή: πρόκειται για ένα σεξουαλικό και διεφθαρμένο ηλίθιο, ή ένα ευαίσθητο άτομο; Η πρώτη άποψη προσθέτει συνολικά περισσότερη ειρωνία στο μυθιστόρημα. Μάλλον αβάσιμο, γιατί δεν υπάρχει τίποτε στο κείμενο να υποδηλώνει ότι ο Ντάουλ θα ήταν καλύτερος ως άνδρας με τα όλα του. Υπάρχει αρκετή ειρωνία στο γεγονός ότι οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι «φέρονται καλά». Ο Έντουαρντ Άσμπερναμ είναι ένας ευσυνείδητος ειρηνοδίκης, ένας ευγενικός, καλόψυχος ιδιοκτήτης, αλλά βλάκας. Ειρωνική είναι και η αποτυχία του Ντόουελ να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τη γυναίκα του, και αποδείξεις ότι την ποθεί. Πάντως ηλίθιος δεν είναι. Ο συγγραφέας έχει απόλυτο έλεγχο. Σε μορφή δεν υπάρχει πιο τέλειο μυθιστόρημα στην Αγγλική γλώσσα.
Ο Άρθουρ Μάιζενερ αναφέρει ότι ο Φορντ έφθασε να μην είναι ικανοποιημένος με Το σιωπητήριο, της τετραλογίας Το τέλος της παρέλασης, και σημειώνει: «αλλά δεν μπορείς να το εξαφανίσεις». Ήταν αναμφίβολα λάθος η επανέκδοση της σειράς μετά από πολλά χρόνια δίχως να περιλαμβάνει αυτόν τον τόμο. Βασικά, Το τέλος της παρέλασης περιγράφει πώς ο Κρίστοφερ Τίτζενς (Christopher Tietjens), ένας Tory της εποχής της βασιλείας του Εδουάρδου Ηʼ (1901-10), μεταμορφώνεται σε σύγχρονο άνθρωπο: μια ιστορία αντοχής (πολέμου, παρεξηγήσεων, ενός παλιοθήλυκου) και τελικά επιβίωσης και αγάπης. Σε αντίθεση, ο αδελφός του Κρίστοφερ, ο Μαρκ, προτιμάει να πεθάνει παρά να ζήσει σε μια καινούρια εποχή. Κανένα λογοτεχνικό πεζογραφικό έργο καθρεφτίζει με τόση ακρίβεια και με τέτοιο βάθος τις ριζικές αλλαγές της Βρετανικής κοινωνίας μεταξύ το 1910 και 1925.
Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τον Φορντ, σαν μυθιστοριογράφο, συγγραφέα ταξιδιωτικών εκδόσεων, κριτικό, αρχισυντάκτη περιοδικού (δεν υπάρχει δεύτερος στον 20ο αιώνα), και σαν άνθρωπο. Για το είδος, δεν έχει υπάρξει άλλος Άγγλος μυθιστηριογράφος σαν τον Φορντ. Δεν ξέρω άν, και κατά πόσο, η αξία του έχει επί τέλους αναγνωριστεί από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Αγγλίας, από τότε που έφυγα από την Αγγλία για να εγκατασταθώ στην Ελλάδα.