Και τελικά η τραγωδία μου ήταν αυτή, και υπερέβαινε μπορώ να πω κι αυτές του Ευριπίδη. Είχα να επιλέξω. Τον rural γκανγκστερίσκο με το τσόκαρο να περιφέρει την ανοησία του και τα σιδερικά του πρώτη μούρη ή τον provincial λόγιο νάρκισσο με τόσους άσους πονηρούς, νάρκες τόσες πολλές κρυμμένες στο κοστούμι; Θα ήταν λάθος ν’ απαντήσω στο δίλημμα. Θα ανέκοπτε την πορεία μου, θα μου μάραινε όλες τις δάφνες. Ως φαίνεται, ο πρώτος είναι χρήσιμος για το story. Κι ο δεύτερος για να μπορέσω να το κάνω submit.

Καφέ διάδρομοι που υποβάλλουν μυρωδιά παλιού νοσοκομείου. Ίσως και νά ‘ταν κάποτε εδώ. Σήμερα έχουμε Ευριπίδη. Η αίθουσα περιμένει αδιάφορα. Ξύλινες καρέκλες, μερικές σάπιες, να γέρνουν στο δάπεδο. Οι περσίδες, ως είθισται, μισές τσακισμένες. Το ρολόι του τοίχου τρέχει μπροστά ίσαμε τέσσερα λεπτά, μού έκαναν και παρατήρηση μια μέρα. Μία ξανθιά σγουρόμαλλη φοιτήτρια που αγαπούσε την κωπηλασία και μού θύμιζε ποντικό. Ξεκίνησα κατάτι νωρίς. Η έδρα πλήρως εξοπλισμένη με τους υπολογιστές και τους προτζέκτορες να βρυχώνται από το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν τους κλείνει ποτέ. Έχω έτοιμα τα lecture notes και το κλειδί της κονσόλας στην αριστερή τσέπη. Έχω και ένα χάρτινο ποτήρι του καφέ που δεν ξέρω αν οφείλω να πετάξω πριν κλείσω πίσω μου τις θύρες. Δεν είχα ακόμα απαλλαγεί από επιπλοκές σοβαροφάνειας. Συνήθιζα πιο παλιά να έρχομαι στην αίθουσα απ’ τα χαράματα, να χαρτογραφώ τον άδειο χώρο, να προλαμβάνω μια παράσταση που ποτέ δεν ήταν ίδια στ’ αληθινά. Μου άρεσε όμως. Οι άδειες σκάλες, μεγάλες, θηριώδεις, πού και πού έπεφτες πάνω σε μια ψόφια κατσαρίδα, από τις θρεμμμένες, τις γηγενείς, και ήταν δύσκολο πάνω στο σκούρο πάτωμα να τις διακρίνεις, τα αυτόματα της coca-cola που υπολειτουργούσαν σταθερά, το πούσι, μιαν υγρασία που σήμαινε προβλήματα με το μαλλί. Τους ορόφους που ανέβαινα σχεδόν πηδηχτά, αφού έγνεφα γεια στην Ουαλή βιβλιοθηκάριο (αυτή έπαιρνε ακόμα αντιακαταθλιπτικά από τότε που έφερε εδώ την ζωή της), τα ψηλοτάβανα παράθυρα που έβλεπαν όλα σε πράσινο, το ποστεράκι του καλού ανθρώπου του Sezuan στην πόρτα του γραφείου. Τα δέντρα ισχνά και κατάμαυρα κι οι σκίουροι να ικετεύουν για φυστίκια, εκείνα τα μεγάλα με το κέλυφος. Μια χώρα υποτροπική, που όμως τις ώρες τις μικρές μιμείται τον βορά. Όταν πρωτοβγήκα στο αεροδρόμιο, μεσάνυχτα, πήδαγαν παντού αμέτρητες μικρές ακρίδες κι ο αέρας ήταν καυτός. Σαν παρωδία βιβλική, που θα συνεχιζόταν.

Συρροή αρχίζει, και είναι άχαρη, όπως όλοι το πρωί. Μέσα τους βλαστημάνε. Η αισθητική τους μού βγάζει τα μάτια. Κάθονται σε μιαν απόσταση κοντινή με τα σορτσάκια, τις σαγιονάρες, τα καπελάκια, τα τετραδιάκια, τα λαπτοπάκια τους και τα iPods. Χαζοβιολίζονται στο ίντερνετ νομίζοντας πως δεν τους βλέπω. Άλλοι καταβροχθίζουνε πατάτες τηγανιτές με κέτσαπ. Τόσο πρωί, ώστε η ατυχής όρεξη μʼ ανακατεύει. Σκέφτομαι τότε πως δεν μπορεί, δεν μπορεί η ανάγκη για ομορφιά να είναι όλο κι όλο ένα επίκτητο αντανακλαστικό μπουρζουαζίας. Υπάρχει και η άλλη η πλευρά, κάποιου που θά /θελε νʼ ακούσει. Να πάει καλά στην εξέταση. Να μην του πέσει το GPA.

Εγώ τους υποδέχομαι πάντα με το χαμόγελο. Με την ζωντάνια και τον ενθουσιασμό που απαιτεί ο ρόλος. Και τώρα ακόμη, που ξέρω πως λίγο άλλαξε η εκπαιδευτική διαδικασία. Πέρασε νόμος καινούργιος, που όμως δεν αφορά το περιεχόμενο. Ο Ευριπίδης καθόλου δεν άλλαξε, τα lecture notes μου είναι ίδια. Πρόκειται να μιλήσω για πράγματα σημαντικά κι εκλεπτυσμένα. Δεν θα τολμούσα να πω συγκινητικά. Η βρισιά της εποχής μου, η μέγιστη βρισιά κι αφόρητη κατάρα, είναι να σε πούνε γραφικό. Τίποτα πιο βαρύ δεν χρειάζεται για να βρεθείς αμέσως εν αμύνει. Να νοιώσεις πως απειλείται η ουσία σου όλη.

Τα μηχανήματα δουλεύουνε ρολόι. Όπως τα slides εναλλάσσονται, μιαν ηδονή με διατρέχει, που έτσι ανέξοδα κυλά η πληροφορία. Με το πάτημα το απαλό του F5 ο Ευριπίδης γίνεται κοντινός. Τα δάχτυλά μου γυμνάζονται, ελίσσονται πανεύκολα πλέον. Πιέζω το πλήκτρο ξανά, πιο βίαια, και στην οθόνη εκτοξεύεται, χύνεται γνώση. Γνώση που δεν μιλά για πράγματα αναίμακτα. Όπως ο σκοπευτής. Γιατί απέναντί μου, στα ξύλινα σαν πάντα έδρανα, οι κυνηγοί της γνώσης με τα φαιδρά καπέλα του baseball, είπανε να κάνουν την μεταφορά κυριολεξία. Κυνηγός χωρίς όπλο ποτέ δεν νοήθηκε. Το βλέπω πεντακάθαρα στο θρανίο, το πράσινο βιβλίο της LOEB. Μπορεί και να περιλαμβάνει τις Τρωάδες, ούτε θυμάμαι πια ποιον τόμο τους παρήγγειλα. Αλλού βλέπω σακίδια ανάκατα, χαρτιά και στυλό κακομασημένα. Και ταπεράκια ακόμη με φρούτα, εκείνων των παιδιών που είναι χορτοφάγοι. Ένα χάος απροσμέτρητο που δείχνει ζωή, μαζί με τόσες ανάσες παράταιρες κι οσμές απ’ την ακαθισία των σωμάτων. Και στο πράσινο απάνω βιβλίο, ένα περίστροφο που απλώς ξεκουράζεται. Νέα νομοθεσία.

O ήλιος παρεμβάλλεται μέσα από περσίδες σπασμένες. Εμβολίζει κι εκείνος την ροή των πραγμάτων που εκτυλίσσονται τόσο απειλητικά όταν απουσιάζει κι η ελάχιστη υπόνοια φυσικής ενόχλησης είτε ανησυχίας.

Το περίστροφο απλώς ξεκουράζεται. Δεν είναι ένα. Οι επιδράσεις των Σοφιστών στον τραγικό είναι τώρα το θέμα. Δεν μπορώ να πω ότι ζορίζομαι. Ξέρω το ζήτημα καλά. Μηχανικά μπορώ και να το μεταδώσω. Οι μηχανές άλλωστε υπερτερούν σʼ αυτήν την αίθουσα. Δεν ήταν μόνο οι Σοφιστές. Είναι κι ο πόλεμος ο εμφύλιος, κι ο πόλεμος ο Τρωικός. Οι γυναίκες που έμειναν πίσω και τις έσερναν μετά στα πελάγη. Η Εκάβη σε κάτι σελίδες οδύρεται για τον Αστυάνακτα, το βρέφος που γκρέμισαν από τα τείχη. Του τόπου που ήτανε ολόδικός του. Για να μην μεγαλώσει και γίνει εχθρός. Μην πάρει τα όπλα του κι αυτός και τους λιανίσει. Η Εκάβη οδύρεται γιατί θυμάται πώς του φίλαγε το μοσχομυρισμένο στόμα. Κάτι που νομίζω είναι περίπτωση μοναδική στην τραγωδία. Σε κάτι σελίδες της LOEB είναι αυτό, σε ποιες δεν θυμάμαι. Σε κάτι σελίδες πιο κάτω απ’ τα περίστροφα. Πού να τις ψάχνουμε τώρα; Τώρα διαβάζω κομμάτια του Αγαμέμνονα, που και ο ίδιος κομματιάστηκε από τσεκούρι, πέλεκυ ή ξίφος. Πράξη εκδίκησης, λίγο μετά που γύρισε θριαμβευτής από την εκστρατεία. Το αίμα του χύθηκε μες στο λουτρό κι εμείς τώρα κοιτάζουμε τα θέματα της τριλογίας. Τα δίνω με bullet-points για νά’ ναι πιο στρωτά, πιο εύπεπτα. Πόλεμος, νόστος, δίκη, εξουσία, διαφυλικές σχέσεις, θυσία. Τους λέω πόσο αιματόβαφτος ήταν ο οίκος των Ατρειδών, κανιβαλισμός, παιδοφαγία, ακρωτηριασμός, ό,τι μπρουτάλ μπορείς να διανοηθείς, το βρίσκεις μέσα. Κάποια από τα παιδιά χασκογελούν όταν ακούν για τα ερωτικά παραστρατήματα του ζεύγους. Ο Ντίλαν που κάθεται πάντα στις πρώτες σειρές φορά σιδεράκια. Απανωτές και χαζές ερωτήσεις έκανε, αλλά στην πραγματικότητα δεν σκοτιζόταν. Με ρωτά αν όλη η αρχαία τέχνη είναι μόνο σεξ. Ήτανε και κατά της οπλοφορίας κατά δήλωση, όμως συχνά πλέον έφερνε και το δικό του σιδερικό και το άφηνε δίπλα στ’ ακουστικά του.

Αυτά τα περίστροφα δεν θα μας τραυματίσουν. Στέκουν μόνο εκεί ωσάν ουδέτερο αξεσουάρ. Είναι πιο πιθανό το δάχτυλό σου να ματώσει και να σε πονά όπως τσακίζεις άγαρμπα μια χάρτινη σελίδα. Συνήθεια απαράδεκτη, όσο όμως και παγκόσμια. Θα βγω από την αίθουσα σε λίγο. Ούτε θα πυροβοληθώ και δεν θα μαζεύω τʼ άντερά μου απʼ το πάτωμα ως άλλος ήρωας Ιλιάδας. Όχι ακόμα. Αυτό είναι σε άλλη διδακτική ενότητα. Θα βγω και θ’ ακουμπήσω στο τσιμεντένιο τοίχισμα για να κάνω ένα τσιγάρο. Αυτό απαγορεύεται στους χώρους τους εσωτερικούς, όπλα και καπνός θα πολυπήγαινε, μπορώ όμως να καπνίσω έξω, στην μάντρα. Τις τσακισμένες περσίδες να κοιτώ από άλλη γωνία. Θα έχω παρέα τον Άγγλο τον ιστορικό, χρόνια 40 που πέρασε σʼ αυτήν την πολιτεία. Και θα σχολιάζουμε την συνήθεια των ανθρώπων των εδώ να κάνουν τους εγκληματίες φρυγανιά. Εκείνος δεν έχει πρόβλημα. Λέει πως είν’ εκδίκηση κι όχι δικαιοσύνη. Μα η εκδίκηση είναι fine by him. Κι εγώ χαμογελάω πια γλυκά, εφόσον έχω εξαντλήσει όλες μου τις αντιρρήσεις. Μια τρυφερότητα του έχω, έτσι σκληρός και έρημος που ξένεινε σ’ αυτό το άμορφο μακριά. Τα μαλλιά του μάκρυναν και τα δόντια του κιτρίνιζαν ολοένα. Είχε την αύρα του μανιοκαταθλιπτικού, άλλες φορές μιλούσε ακατάπαυστα για τις ιδέες του, τις γυναίκες του, τις φθορές του σπιτιού, την τοπική προφορά που τον ξενέρωνε, την άλλη ζωή του. Άλλοτε μούγκριζε απλώς και κοίταζε ευθεία μπροστά, εκεί που τίποτα έμψυχο δεν διαφαινόταν. Σαν τον λύκο του παραμυθιού, η φωνή του γινόταν πιο βαθιά αλλά και πιο αβέβαιη. Θυμάμαι μόνο γρήγορα κείνο το τραγουδάκι σαν του μιλώ, κι αυτό καμιά φορά:

My kill-hand is called E.V.I.L., Wears a wedding band that’s G.O.O.D., `Tis a long-suffering shackle, Collaring all that rebel blood….

Όμως πολύ ροκιά για τα γούστα του. Ίσως και υποκριτικό.

Δίπλα απ’ την μάντρα, τα παιδιά γιορτάζουν την λήξη του ακαδημαϊκού έτους. Παίζουν με πλαστικά, πολύχρωμα νεροπίστολα. Τεράστια, full στο λαχανί και το κίτρινο. Κάνουνε πως πληγώνονται και ξεφωνίζουν. Η κοκκινομάλλα με τα φθαρμένα δόντια της και τα κοτίσια μάτια, σαν προϊόν αιμομειξίας σωστό, αυτή που ήτανε μονίμως άυπνη και κουρασμένη, πρωτοστατεί. Φορούν μαγιό από την μέση και απάνω. Θέαμα καινοφανές, σ’ ανθρώπους που μέχρι χθες σοκάρονταν με τα γυμνά αγάλματα. Του Δία, του Ποσειδώνα… Έχουνε πλέον πηδήξει στην χωματένια τάφρο, κάτω απ’ την μάντρα. Η κοκκινομάλλα πρωτοστατεί. Γυρνά σε μένα και φωνάζει ‘Shoots us Efi, please shoots us. If you have a real weapon, kill us’. Χαμογελάω άσκοπα, λίγο αφηρημένα. Βλέπω το στόμα της ν’ ανοίγει διάπλατα, μέσα στα χάχανα και τα σάλια, ενώ εκσφενδονίζονται από αλλού μπαλόνια γεμισμένα με μπογιά κι άλλες, παράπλευρες οβίδες. Βλέπω την ίδια την ασχήμια να γελά, έτοιμη να ρουφήξει μέσα της το τελευταίο ψήγμα εύθραυστης θύμησης, άμυνας, μελαγχολίας, και μιαν ευάλωτη χρωματοσυμφωνία να διαλύεται μουσκεύοντας τους κεραμιδί τοίχους. Κάνει κρύο στην πραγματικότητα, παρά την ζώνη την υποτροπική, κάνει κρύο και τα μάτια μου είναι υγρά. Με ρωτούν μάλιστα μην έχω την νέα, άγνωστη γρίπη, μία επιδημία που μόλις ξέσπασε στην πάμφτωχη, δαιμονισμένη πολιτεία. Πέθαναν σαν τα ποντίκια εκεί, μέσα σε δρόμους χωμάτινους που μύριζαν βρωμιά και χημική σαπίλα, όλα, έμψυχα-άψυχα, θαμμένα σε σκόνη και ρύπους. Άνθρωποι τόσο κοινοί, κακομοίρηδες. Άπλυτοι, σκούροι, αχρείαστοι. Κανείς δεν θα το έκανε θέμα εάν τα σύνορά μας δεν αγκαλιάζονταν. Τώρα έγινε πρώτη είδηση και γέμισαν αποστειρωτικά οι τουαλέτες. Απαντώ θρυμματιστά πως είμαι απλώς λίγο συγκινημένη. Κάποιος απ’ την υπόγεια βιβλιοθήκη άξαφνα τούς κάνει παρατήρηση. Γράφουν εξέταση μέσα. Κι εγώ στις εξετάσεις μου θα τους ρωτώ για Ευριπίδη.

Ήρθα εδώ για να διδάξω τα κλασικά ιδεώδη. Το λέει μέσα στο συμβόλαιο, και όχι στα γράμματα τα ψιλά. Κάποια πρωινά μόνο, καθώς κατεβαίνω την Red River, την οδό μου, έτσι συνειρμικά, θυμάμαι αίμα. Όπως σκανάρω την ημερήσια, τοπική εφημερίδα που λέει και για φονικά αλλά και για τις τέχνες. Το μάτι μου απομακρύνεται ενστικτωδώς κι από τα δύο. Περνώ ξανά την μπρασερί με τα μισοψημένα κρουασάν και τα λεπτά ψωμάκια. Στεκόμουν εκεί για καφέ, κάτι Κυριακές που περίμενα να πάει 12 για ν’ αγοράσω ένα μπουκάλι κρασί απ’ την παρακείμενη κάβα. Πριν απ’ το noon η πώληση αλκοόλ ήταν αδύνατη δια νόμου, έτσι ώστε να μην σπιλωθεί η λειτουργία. Οι χριστιανοί όφειλαν να τελέσουν τα καθήκοντά τους χωρίς περισπασμούς. Τελικά τους έπαιρνε όλους η μπάλα. Δίπλα λίγο από το σπίτι, σε δυο-τρεις κήπους με SUV και ψεύτικο γκαζόν, έχουν φυτέψει πινακίδες που γράφουν, με fonts παρδαλά, ‘Bring our Soldiers Home’. Δεν ξέρω ακριβώς σε ποιον το απευθύναν. Τα κουνιστά παγκάκια στο πλάι, στολίδι για κάθε αυλή, καμια φορά σιγο-λικνίζονταν με τον αέρα, πάντα κενά. Κλασικό στιγμιότυπο ανατριχίλας αν έστεκες λίγο να το νοιώσεις. Red River, κόκκινου αίματος ποταμός. Τα λεωφορεία, τόσο αρχαία, τρέχουν δαιμονικά και τρίζουν ετοιμόρροπα. Έχουν κι εκείνες τις παλαιομοδίτικες καμιναδίτσες. Βγάζουν καπνό πραγματικό, μαύρο, που ρέει στην λιακάδα σαν παχουλό ασχημο-πρόβατο. Οι διαφημιστικές ταμπέλες τους ανακουφίζουν. Όποιος καλέσει το police department να καταγγείλει παράβαση παίρνει μια pizza free. Δεν ήταν λίγες οι φορές που χάλασαν στην μέση. Περπατούσαμε τότε στον ήλιο, μεσημέρι πάντα, σε μια λεωφόρο που έμοιαζε να μην έχει ούτε τελειωμό ούτε ορίζοντα και δεν μπορούσες να μην δεις πώς τόσα μαινόμενα τρακς, ποτέ πεζοί αυτοκίνητα πάντα, παράγουν ήχο κανέναν. Πώς τόση ροή αδιάκοπη ζωγράφιζε φύση νεκρή.

Υπήρχε κι εκείνος ο μέγας ο φιλόλογος, ο Μurray, που έγραφε, με αφορμή κάποιον Παγκόσμιο, ότι οι αρχαίοι Έλληνες μάς έμαθαν, εμάς τους δυτικούς, πώς να κάνουμε όμορφο πόλεμο, πώς να νικάμε και πώς να ξεχωρίζουμε, να υπερέχουμε απ’ τους Άλλους. Ή μήπως ήταν ο Fraenkel? Εγώ δεν θα μπορούσα να μετακινηθώ πιο Δυτικά, γιατί το παραέμαθα καλά το μάθημά μου. Κάτι όμως έδειχνε να μην κάθεται (πλέον) σωστά. Το πάθος του Αισχύλου για τους ηττημένους του, τους μελαμψούς αβρούς βαρβάρους, η θάλασσα που κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να εξαντλήσει, ο φόνος που χαμογελά είχανε μείνει τσιτάτα γυμνά και γουίτισισμς. Πολύ χειρότερα, γινόντουσαν όπλα (που και που) στο παραλήρημα κάθε oγκολιθικού γενοδιδασκάλου.

Μπαίνοντας στην τάξη το πρωί, αισθάνομαι κάπως αλλόκοτα, όχι λιγότερο γιατί τα βρίσκω όλα εν τάξει. Όπως κρατώ τις τραγωδίες της LOEB, το πλαστικό κύπελο του καφέ (που τελικά δεν πέταξα), το κλειδί στην αριστερή τσέπη. Και έχω μόλις φρεσκοβουρτσίσει τα μαλλιά και ανταλλάξει τους πρέποντες αστεϊσμούς με τους δοικητικούς εργάτες. Με έκαναν να νοιώθω πότε-πότε ζεστασιά, παρόμοιες σαχλαμάρες. Το βόρειο ρολόι του πύργου δείχνει 9 και 25. Είμαι πάνοπλη, όλες οι ιεροτελεστίες τετελεσμένες. Τα μάτια του ακροατηρίου μοιάζουνε ίδια. Άλλα αδιάφορα, βαριεστημένα, επίμονα, άλλα ζεστά, πιο οικεία. Τα έχουν κάτι κοπέλες που δείχνουν αδιόρατα σαν μακρινές ξαδέλφες μας. Η φωνή μου κυμαίνεται στα ίδια μήκη, πιο κουρασμένη, πιο θαμπή, όσο το τέλος πλησιάζει. Με τον Ευριπίδη άλλωστε πεθαίνει η τραγωδία. Και τώρα φτάνω και εγώ στο τέλος της ζωής του. Έχω σχεδιάσει την ύλη μου άριστα, κινούμαι χρονολογικά και τακτοποιημένα. Ο συρφετός των αντικειμένων προβλέψιμος. Μόνο τα περίστροφα νοούνται ως προσθήκη. Τα βλέπω και εγώ, είναι αξεσουάρ καινούργια. Καμιά φορά γλιστράνε απ’ το έδρανο, από απροσεξία. Παράγουν κρότο βαρύ και μπόλικο, όπως περίπου και τα κινητά. Είναι αστείο που ο ήχος τους δεν είναι διακριτός, ούτε καν ενδιαφέρων. Τα παιδιά σκύβουν και τα μαζεύουν με κινήσεις ευέλικτες. Ενώ οπωσδήποτε έχουνε κάποιο βάρος και θέλουν και δεξιοτεχνία στην λαβή. Συνεχίζω να μιλώ για τον Ευριπίδη. Για τις Ανδρομάχες του και τους ζαρωμένους νεκρούς του. Για τις διαχρονικές κραυγές και τις κορώνες του. Για τους δούλους και τους απόκληρους, που τους πετάγαν στα σκυλιά χωρίς ταφή. Όλο και κάποιο κινητό μπορεί και να διακόψει. Δεν ήμουνα ποτέ υστερική με τέτοιες παρεμβάσεις. Τα μάτια από κάτω με κοιτούν, μπορεί χωρίς να βλέπουν. Ίσως ούτε και να ακούν. Τις διδακτικές τις ώρες μου όμως πρέπει να τις γεμίσω. Όχι από καθήκον, αλλά κι από αγάπη για τους τραγικούς.

Βεβαιωθείτε ότι πήρατε τα προσωπικά σας αντικείμενα κατά την έξοδο. Ό,τι ξεχνούν το κρατώ στο γραφείο. Μια κάσκα ποδηλάτου, σημειώσεις πρόχειρες με καρδούλες και love και τα τέτοια, ένα ορφανό γάντι. Κάποτε μένουν για πάντα στην κατοχή μου. Τα περίστροφα όμως δεν πρέπει να τα ξεχάσουν. Δεν μου επιτρέπεται να τα αγγίξω, αφού είμαι resident alien και μέτοικος και μετανάστης. Η νομοθεσία παραμένει, πάντοτε ήταν, σαφής. Είναι και κάπως άχαρο ν’ αναζητείς τον κάτοχο ενός τόσο απρόσωπου αντικειμένου. Έτσι και τώρα, ο νόμος μάς λέει πως ένα περίστροφο στο έδρανο κάνει πιο ήσυχη και πιο προστατευμένη την ζωή. Όσο και την διδασκαλία. Αρκεί να μην το πιάσει χέρι ξένο, παράταιρο ή σκοτεινό. Αρκεί να προκόψεις να γαζώσεις τον μανιακό, προτού αυτός υπάρξει. Χρόνια πολλά πριν, άλλωστε, ένας ολόκληρος, σχηματισμένος μανιακός είχε ανέβει στον πύργο, σύμβολο της εντόπιας πνευματικής υπεροχής, παρέα με τα όπλα του και θέρισε καμιά δεκάδα. Αφού τον σκότωσαν πολίτες κι αστυνομικοί (γιατί και οι καθηγητές είχαν ανοίξει πυρ απ’ τα γραφεία), του βρήκαν έναν όγκο στο κεφάλι. Και είπαν πως αυτός μπορεί να έφταιγε για την συσκότιση της εγκεφαλικής του λειτουργίας. Λίγο μετά γύρισαν κι ένα χολυγουντιανό masterpiece που δραματοποιούσε τα συμβάντα. Τώρα ο όγκος στο κεφάλι ήτανε προαιρετικός. Και δίχως αυτόν, μπορούσαμε πολύ καλά να βυθιστούμε σε αυνανιστική οπλολαγνεία. Στα χνάρια αυτών των ανηρωικών πεσόντων, στην ίδια σκιερή αλέα, βαδίζουμε κάθε πρωί, λαβωμένοι από αμέτρητες εκκρεμότητες. Διαγράφουμε την πορεία μας με σιγουριά, όπως κι εκείνος διέγραψε τα άγνωστα, τυχαία σώματα με σφαίρες, από πολύ ψηλά, σαν εναλλακτικός αφηγητής-παντογνώστης. Κι ό,τι χωρίζει τον τόσο εξωτικό, παρότι ντόπιο, θεριστή απ’ τα χαρούμενα παιδιά με τα κουμπούρια είναι το πάτημα μίας σκανδάλης. Αυτός ο πύργος είχε μίαν ιδιατερότητα, πέραν ότι αρχιτεκτονικώς ήτανε κραυγαλέο σύμφυρμα ρυθμών και τάσεων. 4 κυκλικά ρολόγια είχε και στις 4 όψεις του, τεράστια. Να μπορείς από κάθε σημείο του ορίζοντα να κανονίζεις τις δουλειές και την πορεία σου. Ενίοτε και να χωρέσεις όλη την ζωή σου. Εγώ συνήθως κεντράριζα το ρολόι το δυτικό, όπως υπνωτισμένη ψώνιζα αναλώσιμα στο mall, γεμάτο μπύρα ξεραμένη στα κράσπεδα, περιττώματα περιστεριών και υπερδιογκωμένα τζιπ με φιμέ τζάμια. Του κάθε παρία το παράπονο μπορεί να άκουγες εκεί, ανάμεσα στα εισαγόμενα φραγκόσυκα και τη λαστιχένια σαγιονάρα που τόσο ο ήχος της στο δάπεδο με στοίχειωνε. Πολλοί από αυτούς έπασχαν και φυσικά, ηπατίτιδες κι άλλα. Ξεγραμμένοι ήταν, κι από τα λεωφορεία ακόμα τους πέταγαν. Λίγο πιο πέρα, οικογένειες έκαναν τις προμήθειες του μήνα, σωρεύοντας πολυσυσκευασίες σε μεγέθη τερατώδη, στοιβάζοντας τις στο πορτ-μπαγκάζ σαν τον φίλεργο μέρμηγκα, ώστε να περάσουν πιο πολύ ζωή μέσα στις μηχανές, να μην αγγίξουν το έδαφος, να μην κουνήσουν τα μέλη, να μην αναλωθούν σε νεύματα και κινήσεις περιττές. ‘Have a good one’, ο χαιρετισμός του ταμίων μου έσπαγε τα νεύρα και το ηθικό. Ήμουνα και εγώ άνθρωπος της πόλης. Μα τούτο έμοιαζε overdose εφιάλτη φουτουριστικού, που κάπου-κάπου με διασκέδαζε, αφού γελιόμουν πως τον έβλεπα στον ξύπνιο.

Όμως το κάθε ένα απ’ τα ρολόγια έδειχνε ώρα διαφορετική. Όχι απόκλιση κοσμογονική, μα υπαρκτή μολαταύτα. Έτσι κανείς δεν ξέρει ποιαν ακριβώς στιγμή ολοκληρώθηκε το φονικό. Μα ο φονιάς έτσι κι αλλιώς κατέληξε σε μια ηλεκτρική καρέκλα. Γιατί ο νόμος ήταν ρητός. Ο Ευριπίδης απ’ την άλλη, σαν να μάς τά’ λεγε πιο μπερδεμένα. Σαν το νερό να κυλoύν οι στοχασμοί του και οι εικόνες του, αίτιο-αιτιατό γύριζαν όλα κουβάρι, κάτι αντινομίες εξώφθαλμες, και πώς λοιπόν να τον χωρέσεις στον κανόνα; Τόσο μελάνι χύθηκε για τις αράδες του. Τόσα slides κι εγώ ξαμολώ για να τον συμπυκνώσω. Όσο αίμα δεν θα χυθεί ουδέποτε από αυτά τα κοιμισμένα revolvers. Που έμεναν έτσι αμήχανα, γυαλιστερά, καμπυλόγραμμα, χαριτωμένα. Ίσκιοι ομαδικής παραφροσύνης, που τόσο πολύ περισσότερο σε αφοπλίζει σαν είναι ανέμελη, χωρίς, διαστροφικό ακόμη, βάθος. Δεν θα μπορούσαν καν να χρησιμεύσουν σε μια παράσταση θεατρική. Αφού είναι αληθινά και απαγορευόταν.

Ο πράσινος τόμος της LOEB είχε μετατραπεί σε φορητό οπλοστάτη. Ίσως να μην ήτανε αυτό το κορύφωμα της παράνοιας. Υπήρχαν πάντα άλλωστε κι οι τύποι με τις κουκούλες τις λευκές, καθημερινοί και αμνημόνευτοι κατά τ’ άλλα. Παρήλαυναν στης πόλης το κέντρο που και που, να παραπονεθούν για κάτι που τους πείραζε, μπροστά στο καπιτώλιο. Δεν δημιουργούσαν εντάσεις ούτε περιπλοκές. Μαζεύονταν μετά στις γύρω καφετέριες (αλυσίδας πάντα) και μίλαγαν για τα παιδιά τους, τα μαγαζιά τους και τους αγώνες φουτμπόλ. To πολύ-πολύ μια photo τους να έβλεπες στ’ αυριανά νέα, κάτω δεξιά. Κι έπειτα ήμουν κι εγώ.

Που ρόλος μου ήτανε να βρίσκω και να εξηγώ μεμονωμένες κλασικές ‘αλήθειες’. Πράγματα δηλαδή ξεκομμένα, απόμακρα. Πολύ συχνά μιλώ για θάνατο και αίμα. Είναι loci classici, πώς όχι; Δεν με σοκάρει μια τέτοια μνημόνευση, καθώς πνίγεται μέσα στην αύρα του στοχαστικού. Του αποστειρωμένου. Όμως αυτά τα περίστροφα είναι μιαν άλλη ιστορία. Το πρόβλημα είναι πως μένουνε πάντα ζεστά μέσα σε μια παλάμη, πως εναλλάσσονται δώθε κι εκεί με μια σπατάλη, μιαν ευκολία, μια τεμπελιά. Το πρόβλημα είναι επίσης πως όσο ήσυχα κι αν μένουν, κραυγάζουν την αστοχία, τον αυτισμό, το υπερτροφικό εγώ χωρίς ασπίδα. Και πως αντί γι’ απογοήτευση, γεννάνε φόβο. Μόνο αυτό. Οι αντιρρησίες εξανίσταντο γιατί φαντασιώνονταν κάποιο μοιραίο λάθος, κάποιον φρικώδη λανθασμένο υπολογισμό, τραγωδίες στο γόνατο. Εξοστρακισμούς κι εκπυρσοκροτήσεις και headlines στην τοπική φυλλάδα (δεν άξιζε ένα low scale μακελειό να μπει και στους New York Times!)

Εγώ δεν ήμουνα αντιρρησίας τέτοιος. Να φοβάμαι μην με πετύχει κανα μαλακισμένο που δυσαρεστήθηκε ή τα πήρε, να φυλώ τα νώτα μου σαν φοβισμένο ζώο, ζώο χειρότερο κι από τους γκανγκστερίσκους που οπλίζονταν για ν’ ανταποκριθούν στο αντανακλαστικό της επιβίωσης ή της αγελαίας μόδας. Εμένα με σοκάριζε η επαφή του όπλου με τα βιβλία των τραγικών (είχανε και χρυσαφί σιρίτια της LOEB οι εκδόσεις). Ένα τέτοιο εξάμβλωμα να μιαίνει την ιερή γνώση! Είχα αγγίξει δηλαδή την κορυφή της ελιτίστικης υποκρισίας. Δεν μ’ ένοιαζε, δεν το σκεφτόμουν, πόσοι φονεύονται από όπλα που όντως έλιωναν στην χρήση, συνήθως σε μέρη μακρινά (αλλά και στις εγχώριες φυλακές, αν και υπό μορφή ενέσιμη). Στα ιδρύματα τα ανθρωπιστικά η παρουσία τους κρίνεται εκφυλιστική και μάς χαλά το συννεφάκι. Αυτήν την μιλιτέρ ατμόσφαιρα δεν την ανέχομαι στο πλαίσιο της πνευματικής διαδικασίας.

Έξω από δω! Να πάτε πιο πέρα!

Το τραγικό είναι ότι στ’ αλήθεια δεν την ανεχόμουν. Με ανατρίχιαζε.

Και δεύτερη υποκρισία στο καπάκι. Τα ανθρωπιστικά ιδρύματα είχαν κι αυτά, έτσι κι αλλιώς, κάτι από ροντέο, μόνο που καθαρίζαμε συχνά-πυκνά τις λάσπες, τινάζαμε τα πόδια μας και στο χαλάκι. Το κάναμε να φαίνεται σαν στάδιο κλασικό. Κινήσεις ύπουλης στρατηγικής και αλληλοεξόντωσης, κοκορομαχίες, γυμνάσια επαρχιωτισμού και γκρίνιες ατέρμονες χωρίς σθένος.

Μ’ ενόχλησε όμως που έφεραν μέσα τα όπλα. Μήτε παιδεία θανάτου ούτε παιδείας θάνατος. Μας στέρησαν απλώς το ξεκάρφωμα, έβαλαν πινελιές ρεαλισμού στην αρένα, μάς χάλαγαν την μόστρα, ένα πιασάρικο ριάλιτι-τσεκ στον ξιπασμένο αυτισμό της συντεχνίας. Ο Ευριπίδης δεν θα χαμπάριαζε. Όταν κατάλαβε ότι το κλίμα και το σινάφι δεν τον εσήκωνε, πήρε των ομματιών του και τράβηξε για τον βορά. Χωρίς κλάψες πολλές, θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Εγώ ανατριχιάζω περιμένοντας (θα λήξει βέβαια το συμβόλαιο, δεν είναι πρόβλημα αυτό), μ’ όλα τα όπλα μου τα κρυφά, να πάρω φύλλο διορισμού για την κατοπινή πνευματική κοιτίδα.