Ροβινσών
Χρόνια χελώνες στην αμμουδιά του έρημου νησιού
Τα μάτια του ναυαγού χάθηκαν στη θάλασσα
Σκοτώνει τα πουλιά με τα χέρια του
Και τραγουδάει στον τρομαγμένο ουρανό
Πίνει κρασί κι ονειρεύεται φίδια
Έρωτες στα κόκκινα βράχια
Έδεσε μια σκουριασμένη άγκυρα
Στο γέρικο λαιμό του δέντρου
Γέμισε τις χούφτες του αυγά
Κι έμπηξε στην πλάτη του φτερά
O Mεγάλος Ποιητής
Πληρώνει να τον μαστιγώνουν
Γλείφει τα σκυλιά στους δρόμους
Είναι μεταμφιεσμένος σε καθρέφτη
Φοράει το καπέλο του Περπατητή
Κι ένα μπαστούνι τον ακολουθεί
Το βράδυ γίνεται χρυσός
Αστράφτει
Τον κλέβουν γριες κυρίες
Το πρωί που ξυπνά
Είναι πάνω σʼ ένα βάθρο
Οι άνθρωποι τον κοιτούν
Είναι τόσο λυπημένοι
Τότε γίνεται κόκκινος
Ψάχνει το καπέλο του
Δεν ξέρει πως αυτό έγινε ήλιος
Και με τη σκια ενός ραβδιού
Θα μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα
Ιούδας
Ετοιμοθάνατες λάμπες
Ανασκιρτούν στο σκοτάδι
Ο ντεντέκτιβ πίνει σιωπηλός
Στο αόρατο μπαρ
Σκιες του κρεμασμένου
Ανεμίζουν στις κουρτίνες
Το παλιό εκκρεμές σημαίνει
Είναι η ώρα του δείπνου
Θα μαζευτούν στο τραπέζι
Όλοι αυτοί που πίστεψαν
Τα λόγια που ήθελαν
Κάποιος απʼ αυτούς
Αιωρήθηκε στον πιο φριχτό ρόλο
Στʼ όνομα της αλήθειας
Ο ντεντέκτιβ σβήνει το τσιγάρο
Φοράει τα μαύρα γυαλιά
Και δείχνει στον τοίχο
Άδειο τον ξύλινο σταυρό











Η Κριτική με τον ανθρωπισμό δεν έχει σχέση κύριε Μουζάκη. Το να μην αρέσει σε κάποιον η ποίησή σας δεν σημαίνει ότι δεν είναι άνθρωπος. Ή επειδή είναι άνθρωπος να μην σας ασκεί κριτική. Η δική σας η στάση σαν αναγνωρισμένος ποιητής ποία είναι μέσα στο ποιειν? Όταν ασκείτε κριτική στους νέους ποιητές γράφετε το είδος των σχολίων που γράφει ο κ. Μίχος ή ο κ. Παστάκας? Δεν σας κρίνω για το περιεχόμενο των όσων έχετε γράψει έως τώρα. Βρίσκω την ματιά σας διεισδυτική. Αλλά δεν είστε λιγότερο άνθρωπος αν δεν εγκωμιάσετε κάποιον. Όμως το πρώτο μέρος του σχολίου σας είναι κάτι λιγότερο από ανθρωπιστικό.
“Bρε, βρε, ο κύριος Παπαθανασίου… πού πάτε, κύριε, με αυτά τα ποιήματα; Μʼ αυτές τις γελοιότητες καμώνεστε τον κριτικό; Έχετε μούτρα και μιλάτε;”
Το κομμάτι αυτό, με όλον την ειρωνεία που περιέχει αποδεικνύει ίσως την θέση μου.
Τους φιλικούς μου χαιρετισμούς
Η απουσία σημείων στίξης, που ήδη επισημάνθηκε και να θυμίσω ότι είναι χαρακτηριστικό του Πάνου του Κυπαρίσση που είδαμε πρόσφατα στο Ποιείν, δίνει μια αίσθηση για το ποίημα ότι ούτε ξεκίνησε ούτε και τελειώνει. Αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα, αλλά αν υποστηρίζεται από το υλικό ανεβάζει το ποίημα. Η εκτίμησή μου είναι ότι, εδώ, ακριβώς αυτό συμβαίνει.
Οι κατακλείδες και των τριών ποιημάτων συνάδουν με την επιλογή της απουσίας των σημείων στίξης και ιδιαίτερα στο δεύτερο του δίνουν μια γοητεία.
Για παράδειγμα αν τελείωνε
«(…)
Και με τη σκιά ενός ραβδιού
Θα μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα.»,
Τότε προφανώς, η αναφορά στο Θαλή, θα έδινε μια αίσθηση μονόδρομου.
Το τέλος όμως, όπως δίνεται έτσι χωρίς την τελεία, σε αφήνει μετέωρο και κάπου σου υπονοεί τη ματαιότητα.
Μου άρεσε και θα ήθελα να δω και άλλα.
Με ξαφνιάζουν αυτά τα ποιήματα. Και περισσότερο ο ποιητής. Τον Κώστα Παπαθανασίου τον γνωρίζω μέσα από το ποιείν, από τα σχόλιά του στις καθημερινές αναρτήσεις. Εδώ τον γνωρίζω κι απ’ την ανάποδη που λένε. Τα ποίηματα, ειλικρινά, μου άρεσαν πολύ και μάλιστα με την πρώτη ανάγνωση. Στίχοι που αναπνέουν, γεμάτοι ζωντάνια, που σαν μια μικρή μπάντα οργάνων παίζουν σύντομα κομμάτια με ακρίβεια. Ο δε ποιητής σαν να μας περιπαίζει γράφοντας τόσο εύκολα, αβίαστα, θαρρείς γρήγορα σκιτσάκια σε ένα μικρό μπλοκ τη στιγμή που περιμένει στη στάση του λεωφορείου ή στο κόκκινο φανάρι, ή σε έναν απογευματινό περίπατο. Μπορεί απλώς να είναι την ώρα που πίνει μια γουλιά από το ποτό του αναμεταξύ δυο τσιγάρων. Είναι οπωσδήποτε παρατηρητικός κι έχει εξασκημένο χέρι. Τα ξαναδιαβάζω τα ποιήματα και αισθάνομαι ότι πίσω από τις εικόνες, το τέμπο, το μπάσο που δε σταματά, υπάρχει ένα σώμα του οποίου η σκέψη είναι αναπόσπαστο κομμάτι όπως είναι το συκώτι του, ή ο πνεύμονάς του. Αυτό το σώμα ποθεί τη ζωή, τη ζωή που τη ζει με τέτοιο τρόπο ώστε όσα μας λέει δε μας τα λέει με το μυαλό του αλλά με τις κινήσεις του στο χώρο. Δε μας λέει ποτέ την αλήθεια κι έτσι μας κάνει να σταθούμε, να νιώσουμε περισσότερο, να δούμε μέσα από τις πινελιές έναν γυμνό πίνακα που αντανακλά εν τέλει τη δική του στιγμιαία αλήθεια. Όσο στεκόμαστε τόσο αυτή εγκαθιδρύεται. Αν κινηθούμε αρχίζει να χορεύει. Την ίδια στιγμή αδιαφορεί για όλους εμάς που ντρεπόμαστε να χορέψουμε γιατί δεν ξέρουμε βήματα ή γιατί αναζητούμε το νόημα περισσότερο από το σκηνικό που στήνει και θέλει να μας ρουφήξει -ας μην αντισταθούμε λοιπόν. Κι αν το παίξουμε έξυπνοι ως κριτικοί, ως σκεπτόμενοι, αυτός θα γελάσει αθώα πίσω από το τσιγάρο του. Έχει ανάγκη αυτός από τη βαρυτητα; Το όλον είναι το αναληθές και ο ποιητής μας τζαζ.
Μιας και ο κύριος Αναστασόπουλος το επεσήμανε θα ήθελα απλώς να πω, δίχως καμία υποψία εμπάθειας, την πρώτη μου αίσθηση σαν διάβασα το «βρε βρε… και μιλάτε;». Χτύπησε άσχημα στο αφτί και στο μάτι μου σαν δυσαρμονία, σαν κακοτεχνία. Το «για να σοβαρολογήσω» που ακολούθησε ήταν σαν να μην ακούστηκε, θολό και αδύναμο. Να με συγχωρείτε αν δεν έχω αίσθηση του χιούμορ, καμιά φορά προσπαθώ περισσότερο. Να έχω χιουμορ φυσικά -όχι να γίνομαι περισσότερο άνθρωπος. Αυτό όπως και να το σκεφτώ με κάνει να χάνω κάτι από το χιούμορ που θεωρώ ότι έχω. Είτε το σκεφτώ κατά τον τρόπο του κυρίου Αναστασόπουλου (που συμφωνώ με αυτά που λέει μιας και η προσωπική αιχμή κατά του Παπαθανασίου με το «περισσότερο άνθρωπος» είναι εμφανής) είτε ως φιλοσοφική πρόταση -ξεκομμένη από την προσωπική αιχμή. Άνθρωποι είμαστε και έχουμε καταστρέψει τα πάντα. Αν γίνουμε μια στάλα περισσότερο ίσως ν’ αλαφρύνουμε τη γη από την παρουσία μας -είναι πάντα μια λύση. Ο Νίτσε μιλούσε για εκείνον που θα ξεπεράσει τον άνθρωπο, τον υπεράνθρωπο. Ωστόσο αυτό το υπέρ δεν είναι μια αύξηση. Είναι μία αποτίναξη της ανθρωπιάς. Όπως λέμε ορθολογικές δυτικές κοινωνίες και πράττουμε ανορθολογικά, έτσι και με τον άνθρωπο. Λέμε άνθρωπος, ανθρωπιά κι ειμαστε απάνθρωποι. Αν σταματούσαμε να είμασταν ποιητές οι ποιητές, αν παύαμε να μας ενδιαφέρει, τότε ίσως και να κάναμε σπουδαία πράγματα. Υπάρχει μια αλχημιστική επιγραφή που αναφέρει κάπου ο Καρλ Γιουγκ, η οποια λέει: αναζητάς και δεν βρίσκεις, πάψε να αναζητάς και θα βρεις. Και γυρνώντας στα ποιήματα του Παπαθανασίου μπορώ να δω πια ξεκάθαρα αυτό που αισθανόμουν αρχικά αλλά δεν μπορούσα να το συλλάβω καλά μέσα στην έκφραση (και πραγματικά χαίρομαι για τους σχολιαστές που οι σκέψεις τους, είτε συμφωνώ είτε όχι με αυτές, με οδήγησαν σε μια πιο λιτή και ακριβή ματιά). Ο ποιητής μας δεν δίνει δεκάρα αν είναι ποιητής, και ξαλαφρωμένος από τα ποιητικά βάρη του νου που κοπιάζει να διατηρήσει έναν τίτλο και μια αποστολή, γράφει ποίηση. Κώστα Παπαθανασίου με εξέπληξες. Γιατί με εξέπληξες; Δεν ξέρω. Ίσως δεν περίμενα να γράφεις τόσο καλά, και αυτό το «δεν περίμενα» είναι μια γελοία προκατάληψη από μέρους μου που δεν στηρίζεται πουθενά.
Γεμάτος από τη σημερινή δημοσίευση, μια γεμάτη καλημέρα φυσάω.
Y.Γ. κύριε Πρίμπα με συγχωρείτε που δεν “απάντησα” στο σχόλιό σας στην ανάρτηση του Γιάννη Λειβαδά, άργησα, κι έπειτα η συζήτηση πήγε αλλού. Θα έχουμε όμως την ευκαιρία να επανέρθουμε. Είστε καλός συνομιλητής και σας εκτιμώ. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
«Την απουσία στίξης τη θεωρώ δεδομένη σε ένα ποίημα που γράφτηκε προϋποθέτοντας την»
κε Μουζάκη, αυτό προσωπικά δε μπορώ να το ξέρω (όχι γιατί δεν είμαι κριτικός ούτε διεκδικώ τέτοιο ρόλο ούτε και κανένα ρόλο) αλλά γιατί αυτό που βλέπω είναι το τελικό αποτέλεσμα που μου παρουσιάστηκε. Ίσως, αν είχα διαβάσει, όχι μόνο τρία, αλλά σαράντα τρία ποιήματα του κ. Παπαθανασίου και όλα χωρίς στίξη, αλλά και βεβαιωμένα από διαφορετικές περιόδους της ζωής του, τότε ίσως να έπαιρνα το ρίσκο και να ισχυριστώ ότι ο κ. Παπαθανασίου γράφει προϋποθέτοντας την απουσία των σημείων στίξης.
μα για ποιήματα μιλάμε…
η πρόταση επίσης λέει και “που γράφτηκε”
(να μην ορκίζεστε…)
Κύριε Μουζάκη δεν χρειάζεται να στρίψετε. Χρειάζεστε κι εσείς στη συζήτηση. Τουλάχιστον από πλευράς μου, περισσότεροι συμμετέχοντες σημαίνει περισσότερο ενδιαφέρον. Εντάξει δεν γίνεται να συμφωνούμε όλοι με όλους. Και ένταση θα υπάρχει. Το ζήτημα είναι να βγαίνει κάτι γόνιμο. Παρακαλώ μη μου αποδίδεται εμπάθεια. Δεν είπα ότι δεν ακούστηκε το «για να σοβαρολογήσω», αλλά ότι «ήταν σαν να μην ακούστηκε, θολό και αδύναμο» για τον απλούστατο λόγο πως ό,τι προηγήθηκε ήταν ηχηρό και μάλιστα κακόηχο στα δικά μου αφτιά. Κι όπως είπα ίσως να μην έχω χιούμορ, ή απλώς να διαφέρει από το δικό σας. Δεν έχω να χωρίσω τίποτα με κανέναν σας. Και σας παρακολουθώ όλους με ενδιαφέρον. Το δεύτερο μέρος του αρχικού μου σχολίου ας θεωρηθεί σε παρένθεση, θολό και αδύναμο (αυτό δεν σημαίνει πως είμαι εμπαθής ως προς τον εαυτό μου, βεβαίως), μιας και το θέμα είναι τα ποιήματα του Κώστα Παπαθανασίου.
*αποδίδετε
κε Γεωργίου το θέμα που θίγετε είναι ουσίας. Περισσότεροι συμμετέχοντες ναι, αλλά είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι αναγνώστες κοιτούν την παρουσίαση και αδιαφορούν για τα σχόλια. Μια συζήτηση προϋποθέτει αν μη τι άλλο, την απουσία τάσεων επιβολής και καλλιστείων πλουμιστών φτερών και τις απόψεις επί των απόψεων και όχι υπονοούμενα αλλότρια ή τροποποίηση των θέσεων σου ανάλογα με τον ποιον μιλάς σε σημείο αυτό-ακύρωσης σου από σχόλιο σε σχόλιο. Μέχρις ένα σημείο έχει και την πλάκα του, αλλά αν «μπαίνεις» χωρίς φιλοδοξίες, αρχίζει να σε προβληματίζει ένα «γιατί»…
να είστε καλά…
κε Μουζάκη, μια διευκρίνιση. Για σκεφτείτε μήπως η θέση σας υπονοεί ότι το ποίημα «προϋπάρχει κάπως» ενώ η δική μου «όχι» και ότι αυτό εξελίσσεται διαρκώς – και όχι μόνο στο μυαλό αλλά και στο χαρτί – προτού πάρει τη μορφή του (που δε λέω καν τελική). Και το λέω γιατί αν θυμάμαι η θέση σας δεν ήταν αυτή (εκτός αν θυμάμαι λάθος)
Κύριε Πρίμπα @14, συμφωνώ. Η απουσία ή όχι τάσεων επιβολής είναι όλο το παιχνίδι των ανθρωπίνων σχέσεων. Το παρακολουθώ εδώ με πολύ ενδιαφέρον ως αναγνώστης, και που και που ως συμμετέχων. Οι αναγνώστες είναι ελεύθεροι να διαβάσουν ό,τι θέλουν και ο καθένας απ’ αυτούς είναι ελεύθερος να εκφράσει την άποψή του, ακόμα και να μας περιφρονήσει. Δεν αξίζουμε και πολλά, ίσως και τίποτα για την ώρα -μεταξύ μας μιλάμε μιας και είναι ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε, ο καθένας για τους λόγους του βεβαίως. Αν μέσα από όλη αυτή την κίνηση που διαγράφεται αδιάκοπα κάτι αποκτήσει σώμα, τότε δε θα έχουμε απλώς κάνει ένα βήμα, ή περισσότερα, στην ουσία της συζήτησης, αλλά θα μιλάμε για άλλη κατάσταση επικοινωνίας. Και ίσως τότε το σώμα αυτό να ελκύσει και άλλους αναγνώστες που δε θα νιώθουν αηδία από τις δυσμορφίες μας. Φυσικά θα πρέπει μάλλον εμείς να αναμετρηθούμε πρώτα με τον εγωισμό μας παρά με τους άλλους διαφωνούντες. Γι’ αυτό επιμένω πως όλοι χρειάζονται στη συζήτηση, με τους εγωισμούς τους, την χοντροκοπιά τους, τις εκλάμψεις τους, την ομορφιά τους.
Πολύ ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις στο @4
Συμβολσμός, έντονη εικονοποιία, ποιητικός ρεαλισμός- εξαίσια. Φίλε Κώστα, περιμένω κι άλλα-
Κάτι απουσιάζει απο το ποίημα σου “Ιούδας” αλλά φυσικά οι ερμηνείες μπορούν να ποικίλουν.
Μου άρεσε τρομερά αλλά αφήνει αυτό το κενό και με μελαγχολεί.
Μια σιωπή , μια ησυχία. Είναι η απουσία και μονο η απουσία.
Την σημερινή μέρα την αφιερώνω σ’ αυτό το ποίημα.
μου θύμισαν bob dylan. ειδικά τα δύο τελευταία.σαν ασκήσεις αναπνοής.θα μπορούσανε να έχουν από 100 στίχους το καθένα.ή να μην τελειώνουν ποτέ.αυτό το θεωρώ αδυναμία.παρ’ όλα αυτά μου αρέσουν.το πρώτο ξεχωρίζει.
υγ.οι αντιπαραθέσεις σε κάθε ανάρτηση, νομίζω πως έχουν κουράσει
Αντιγράφω το τελευταίο σχόλιο:
υγ.οι αντιπαραθέσεις σε κάθε ανάρτηση, νομίζω πως έχουν κουράσει
Σπαρακτικά τα ποιήματα.
Πόνος, απελπισία και δημιουργική απόσταση.
Ενδεικτικά παραθέτω
[…]
“Σκοτώνει τα πουλιά με τα χέρια του
Και τραγουδάει στον τρομαγμένο ουρανό
[…]
Έδεσε μια σκουριασμένη άγκυρα
Στο γέρικο λαιμό του δέντρου
Γέμισε τις χούφτες του αυγά
Κι έμπηξε στην πλάτη του φτερά
[…]
Φοράει τα μαύρα γυαλιά
Και δείχνει στον τοίχο
Άδειο τον ξύλινο σταυρό”
Σημειώνω και μια θέση:
“Ψάχνει το καπέλο του
Δεν ξέρει πως αυτό έγινε ήλιος
Και με τη σκια ενός ραβδιού
Θα μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα”
Με λύπη διαπιστώνω πως κάποια σχόλια αφαιρούν από το έργο, στρέφουν την προσοχή αλλού, αντί να φωτίζουν τα δημιουργήματα σας.
Σας σέβομαι και σας εκτιμώ (ασχέτως της γνώμης σας για μένα). Εξάλλου σημασία έχουν τα έργα.
Σας χαιρετώ
Μου άρεσαν τα ποιήματα!
“Βλέπω” τα ποιήματα του κυρίου Παπαθανασίου σαν μικρού μήκους ταινίες. (από άποψη “σκηνοθεσίας” και υπόθεσης”)
Απο αυτά τα δείγματα, δεν ξέρω αν είναι ικανός να γράψει και “μεγάλου μήκους” (δεν εννοώ ως προς το μέγεθος τόσο όσο ως προς την ίση εκδίπλωση των στίχων του ποιήματος”.
Ειδικά το πρώτο με άφησε με τη γεύση του μισού.
Σίγουρα, όμως, σε κρατάνε από το χέρι, να μη φύγεις τρέχοντας -όπως όταν διαβάζεις άλλα-.
http://www.youtube.com/watch?v=Otb2tPGn9TA
“ο κύκλος των βλαμμένων ποιητών πάει να σπάσει”
γιατί είναι εύθραυστη η ταυτότητα των ποιητών…
http://www.poiein.gr/archives/139/index.html
κι επιπλέον, ζητώντας συγγνώμην για την αυτοαναφορά, αλλά ορισμένα πράγματα αισθάνομαι την υποχρέωση να τα επαναλαμβάνω…
Περί της ιεραρχίας των ποιητών
Υπάρχει μία αυστηρώς καθορισμένη ιεραρχία ακόμη και στην τάξη των ποιητών. Όταν βρεθούν μεταξύ τους δέκα ποιητές, ο καθένας γνωρίζει αμέσως ποία θέση θα καταλάβει στο τραπέζι. Αυτομάτως επιλέγεται το πρόσωπο στο οποίο θα απευθύνονται η προσοχή και οι ερωτήσεις, και από το οποίο θα ανμένονται οι απαντήσεις ή έστω και μόνον κάποια καλόβουλα βλέμματα. Πριν ακόμη καθίσουν στο τραπέζι, σιωπηλώς έχουν ήδη εκλέξει το προεδρείο και από εκείνη τη στιγμή πλέον η ιεραρχία ακολουθείται πιστά με την ομόφωνη υποστήριξη και την συγκατάθεση όλων των συνδαιτυμόνων. Ακόμη πιο θαυμαστο είναι το γεγονός πως σε μια παρόμοια συνεύρεση ποιητών, ο καθένας γνωρίζει ποία είναι η θέση του, ποίου προηγείται και ποίου έπεται με απόλυτη αριθμητική σειρά, από τον πρώτο μέχρι τον δέκατο.
Όπως μας πληροφορεί ο Ρουτζέρο Γκουαρίνι σε ένα άρθρο του στο περιοδικό L’ Espresso, ο πρώτος που παρατήρησε αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο και του αφιέρωσε μία συστηματική μελέτη, είναι ο πασίγνωστος ψυχίατρος Roger Warin. Στο δοκίμιό του Lebensart des hausdichter (Ήθη και έθιμα από τη ζωή ενός ιθαγενούς ποιητή), που δημοσιεύθηκε στο δωδέκατο νούμερο της Zeitschr.Tierpsych., ο δόκτωρ Warin βλέπει την διαμόρφωση αυτής της ιεραρχίας να βασίζεται στη δημιουργική πράξη του πειράγματος: “την πρώτη θέση καταλαμβάνει ο ποιητής που όλοι αναγνωρίζουν ως ανώτερο και ο οποίος μοιράζει μπηχτές σε όλους τους άλλους. Οι ποιητές που κατέχουν μία ενδιάμεση θέση πειράζουν εκείνους που βρίσκονται χαμηλότερα, αλλά σέβονται τους ανωτέρους. Κλείνει τελικώς την τάξη της ιεραρχίας ένας ποιητής-πραγματικός αγωγιάτης-στον οποίον όλοι απευθύνουν μπηχτές, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να χλευάσει κανέναν”. Η αναγνώριση και η από κοινού αποδοχή μίας δεδομένης ιεραρχίας, που δεν παρατηρείται μόνον στους ποιητές αλλά σε όλη την τάξη των διανοουμένων-με ελάχιστες παραλλαγές πράγματι την διακρίνουμε και στους πεζογράφους και στους κριτικούς και στους φιλοσόφους-όσο και τα σημεία αναφοράς της, η σημειολογία της, αποτελούν θέμα άξιο μελέτης και ερεύνης.
Εδώ, θα μιλήσουμε μόνον για τους ποιητές που ανήκουν στην ίδια πάνω-κάτω γενιά και τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται μεταξύ τους, γνωρίζοντας πως η θέση που θα τους αποδοθεί τελικώς από τους μεταγενέστερους μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική από τη θέση που καταλαμβάνει ο καθένας τους τώρα, γύρω από το φανταστικό μας γιορταστικό τραπέζι.
Θα άξιζε λοιπόν, να μελετήσουμε τα ήθη και τα έθιμα των ποιητών, τις ίντριγκες που εξυφαίνονται, τις δολοπλοκίες, τον κρυφό αγώνα και την ολοφάνερη διαμάχη που διεξάγουν για την κατάκτηση της όποιας εξουσίας. Μία μελέτη η οποία θα κατέδειχνε επίσης τις πολιτικές και τις στρατηγικές που υιοθετούνται από καιρό σε καιρό, και από ποιητές διαφορετικών γενεών, προς επίτευξιν των ιδιαίτερων στόχων τους.
Φυσικά, όσο γελοίοι είναι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη μίας παρόμοιας εξουσίας, άλλο τόσο αξιοκατάκριτοι είναι κι εκείνοι που βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι κρατούν τις λογοτεχνικές τύχες της χώρας στα χέρια τους.
Δεν μας ενδιαφέρουν ούτε οι μεν, ούτε οι δε. Σε αυτό το σημείωμα εξετάζουμε απλώς την αβίαστη κι ελεύθερη αποδοχή της ιεραρχίας από κάποιον ποιητή προς τους ομοτέχνους του. Την ψυχολογική ανάγκη και την αυθόρμητη πειθαρχία, γιατί ο καθένας χωριστά μπορεί να πιστεύει για τον εαυτό του, όπως ο Τζον Κητς, ότι “θα είναι μεταξύ των μεγαλύτερων ποιητών της Αγγλίας μετά τον θάνατό του”, δεν παύει όμως να υπερηφανεύεται και να θεωρεί τίτλο τιμής το ότι συνόδευε τον αναγνωρισμένο ποιητή στη Λαϊκή, κρατώντας μάλιστα αντ’ αυτού την σακκούλα με τα ζαρζαβατικά του.
Όπως λοιπόν, κάθε παιδί που έρχεται στον κόσμο έχει ανάγκη να καθρεφτισθεί στα μάτια κάποιου άλλου για να αντιληφθεί τη μοναδικότητα της ύπαρξής του, έτσι και ο ποιητής δεν υπάρχει χωρίς την συγκατάθεση των ομοτέχνων του.
Οι ποιητές αναζητούν διαρκώς ο ένας την συγκατάθεση του άλλου. Ο τρόπος με τον οποίον ζητείται και χορηγείται αυτή η συγκατάθεση, εξαρτάται σε έναν μεγάλο βαθμό από την διαπραγματευτική ικανότητα που διαθέτει κάθε ποιητής, τις σχέσεις και τις διασυνδέσεις που αναπτύσσει και που καθορίζουν με τη σειρά τους τη θέση του στην ιεραρχία. Όλο αυτό το λεπτό παιγνίδι ισορροπιών, ανταλλαγμάτων και αμοιβαίας χορήγησης συγκαταθέσεων, φθάνει έως εμάς με την μορφή των κριτικών σημειωμάτων και των οπισθόφυλλων που υπογράφουν ο ένας για το βιβλίο του άλλου, τις παρουσιάσεις και τις αφιερώσεις που ανταλλάσουν μεταξύ τους.
Μία πολλαπλή ανάγνωση των οπισθόφυλλων και των αφιερώσεων που χαρακτηρίζουν την πορεία μίας συγκεκριμένης γενιάς ποιητών, θα μας έδειχνε ίσως τις οφειλές και τα δάνεια που τρέχουν ανάμεσα στα μέλη της. Γιατί κάποιο πρόσωπο επιτυγχάνει το σεβασμό και απόοτελεί το σημείον αναφοράς για τους υπόλοιπους; Πως ανακατανέμονται π.χ. οι αφιερώσεις μεταξύ των ποιητών της γενιάς του τριάντα; Ποίος είναι ο γνώμονας επιλογής που κατευθύνει κάποιον ποιητή υπό την σκέπη κάποιου συναδέλφου του; Γιατί πολλές φορές από μία παρόμοια πολλαπλή ανάγνωση βγαίνουν στην επιφάνεια, πέρα από εκλεκτικές συγγένειες και μερικές κοινές αντιλήψεις για την ποίηση και τον προορισμό της, κάποιες άλλες πιο ποταπές ανάγκες και υποχρεώσεις;
Μέχρι να γίνει όμως μία παρόμοια μελέτη, αγαπητέ αναγνώστη, διάλεξε όποια γενιά ποιητών σου αρέσει και ψάξε να βρεις στις συλλογές τους, τα ποιήματα που αφιερώνουν ο ένας στον άλλον, τα ποιήματα που φανερώνουν την επιρροή κάποιου τρίτου ποιητή ακόμη κι όταν δεν κατονομάζεται, αν είναι αλήθεια πως μαθαίνουμε εξίσου πολλά για τις σχέσεις των ποιητών μας, όχι μόνον από τις κραυγαλέες αφιερώσεις αλλά και από τις βεβιασμένες παρασιωπήσεις.
Μη βιαστείς όμως, να διακρίνεις τις λανθασμένες εκτιμήσεις των ποιητών που εξετάζεις. Όλοι μας γνωρίζουμε πόσο ανορθόγραφο είναι το παρόν. Δεν μας ενδιαφέρει αν είναι λανθασμένη η επιλογή των προσώπων, αλλά υπό ποίους όρους και υπό ποίες συνθήκες συνετελέσθει. Π.χ. η αφιέρωση στα Άνθη του κακού από τον Μπωντλαίρ στον Θεόφιλο Γκωτιέ, η αφιέρωση στην Μεριά του Γκερμάντ από τον Προυστ στον Λεόν Ντωντέ.
(Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξατε στο άρθρο του Δόκτωρος Warin: Das soziale leben der Dichter, η κοινωνική ζωή του ποιητή, στο έβδομο νούμερο της Zeitschr. Vergl. Physiol., ή απευθείας στην διεύθυνση του περιοδικού Πλανόδιον).
μπράάάάάάάάάάάτς !
Στελάρας Σιουριγμένος
διαδικτυακός ποιητής-ομότεχνός σας
Καλή επιτυχία κύριε Ρεούση στην παρουσίαση του βιβλίου σας «Ο κρατήρας του γέλιου μου».
Καταπληκτικός χώρος “Τα Καλά Καθούμενα”, μου θυμίζουν καλοκαιρινές jazz βραδιές στην αγαπημένη “παλιά” Λευκωσία.
(Δεν είμαι εκτος θέματος ανάρτησης δίοτι έκανα αναφορά στην jazz…)
Κύριε Παπαθανασίου έχετε κάποιο blog οπου θα μπορούσαμε ίσως να διαβάσουμε κι άλλα ποιήματά σας?