Ροβινσών

Χρόνια χελώνες στην αμμουδιά του έρημου νησιού
Τα μάτια του ναυαγού χάθηκαν στη θάλασσα

Σκοτώνει τα πουλιά με τα χέρια του
Και τραγουδάει στον τρομαγμένο ουρανό
Πίνει κρασί κι ονειρεύεται φίδια
Έρωτες στα κόκκινα βράχια

Έδεσε μια σκουριασμένη άγκυρα
Στο γέρικο λαιμό του δέντρου
Γέμισε τις χούφτες του αυγά
Κι έμπηξε στην πλάτη του φτερά

O Mεγάλος Ποιητής

Πληρώνει να τον μαστιγώνουν
Γλείφει τα σκυλιά στους δρόμους
Είναι μεταμφιεσμένος σε καθρέφτη
Φοράει το καπέλο του Περπατητή
Κι ένα μπαστούνι τον ακολουθεί
Το βράδυ γίνεται χρυσός
Αστράφτει
Τον κλέβουν γριες κυρίες
Το πρωί που ξυπνά
Είναι πάνω σʼ ένα βάθρο
Οι άνθρωποι τον κοιτούν
Είναι τόσο λυπημένοι
Τότε γίνεται κόκκινος
Ψάχνει το καπέλο του
Δεν ξέρει πως αυτό έγινε ήλιος
Και με τη σκια ενός ραβδιού
Θα μετρήσει την μεγάλη πυραμίδα

Ιούδας

Ετοιμοθάνατες λάμπες
Ανασκιρτούν στο σκοτάδι
Ο ντεντέκτιβ πίνει σιωπηλός
Στο αόρατο μπαρ
Σκιες του κρεμασμένου
Ανεμίζουν στις κουρτίνες
Το παλιό εκκρεμές σημαίνει
Είναι η ώρα του δείπνου
Θα μαζευτούν στο τραπέζι
Όλοι αυτοί που πίστεψαν
Τα λόγια που ήθελαν
Κάποιος απʼ αυτούς
Αιωρήθηκε στον πιο φριχτό ρόλο
Στʼ όνομα της αλήθειας
Ο ντεντέκτιβ σβήνει το τσιγάρο
Φοράει τα μαύρα γυαλιά
Και δείχνει στον τοίχο
Άδειο τον ξύλινο σταυρό