A binary tale

11111111111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111Μπροστά στο στρογγυλό καθρέφτη, το 2 τίναξε το λαιμό του σαν τον κύκνο, έστρωσε τα φτερά στην άκρη της ουράς του και κορδώθηκε. Είμαι το 2, είπε, κανένας άλλος δεν είναι σαν εμένα.
Μερικά σπίτια πιο κάτω, το 8, μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη του κι αυτό, χαλάρωσε τη ζώνη γύρω απʼ τη μέση του και θαύμασε τις καμπύλες του. Όποιος σε δει και πει ότι είσαι 4+4 ή 3+5, είναι οπωσδήποτε ανόητος, σκέφτηκε χαζεύοντας στον καθρέφτη. Δεν έχει μάτια να σε δει ως ξεχωριστή, ανεξάρτητη, ολοκληρωμένη ύπαρξη.
Στην άλλη άκρη της πόλης, μπροστά στο στρογγυλό του καθρέφτη, το 1283 αναλογιζόταν τις συνέπειες του να είσαι το 1283. Δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε αριθμός. Είμαι ακέραιος και πρώτος. Και μήπως υπάρχει κανείς άλλος που να εκφράζει την έννοια του 1283; Εκφράζω μια μοναδική έννοια – κι αυτή η έννοια δικαιολογεί κι ευλογεί μια αντίστοιχα μοναδική ύπαρξη.
Κάθε βράδυ, χιλιάδες αριθμοί αφήνουν σκέψεις και λόγια σαν κι αυτά μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη τους – σπονδή και πρόσφορο στον στρογγυλό θεό που έχει τη μορφή τους. Ύστερα σταυρώνουν το μαξιλάρι τους, ξαπλώνουν και κλωσούν τα όνειρά τους: καθένα τους μοναδικό, όπως κι ο ονειρευτής τους.
Κάθε βράδυ, όταν όλοι οι αριθμοί έχουν αποκοιμηθεί, το Ένα περνά απʼ όλα τα σπίτια της Αιώνιας Πόλης και ξεσκονίζει τους μεγάλους, στρογγυλούς καθρέφτες. Κι αυτοί, μες στο σκοτάδι, για λίγες ώρες ξαναγίνονται μεγάλα, στρογγυλά μηδενικά. 00000000000000 0000000000000000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000
00000000000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000
00000000000000000000000000

A truly Bohemian rhapsody

Δεν θα μας έθλιβε ο θάνατος κάποιου, αν ξέραμε ότι αμέσως μετά θα πεθαίναμε κι εμείς. Ο φόβος θα μας λύτρωνε από την θλίψη.
(Ανώνυμος)

Τον σφίγγει στην αγκαλιά της, δεν τον αφήνει. Ό,τι κι αν έκανε, εκείνη τον έχει συγχωρέσει.
«Μην κλαις μανούλα μου. Δεν υπάρχει λόγος να πο­νάς. Δεν υπάρχει λόγος να πονάς με το θάνατο κανενός. Σκέ­ψου μονάχα να γνώριζες ότι, αμέσως μετά από το θάνατό μου, θα σκότωναν κι εσένα, και τον πατέρα και τα αδέλφια μου. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο;»
Τον κοιτά στα μάτια. Αγάπη μου, ζωή μου.
«Σκέψου τώρα ότι, καθώς περιμένεις τόσο θάνατο, έρχε­ται ξαφνικά μια δύναμη και δίνει χάρη στα αδέλφια μου. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο; Και σκέψου τώρα ότι, καθώς περιμένετε με τον πατέρα τη σειρά σας να πεθάνετε, η ίδια δύναμη έρχεται ξανά, φέρνοντας στο δήμιο την απαλλακτική απόφαση για σένα και τον πατέρα, πριν προλάβει ο δήμιος να σας πάρει τη ζωή. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο;»
Δεν σταματά να τον κοιτά στα μάτια. Αγάπη μου, ζωή μου.
«Τον πόνο του ανθρώπου για το θάνατο τον γλυκαίνει η ζωή, γλυκιά μου μανούλα. Και πιο πολύ, η ζωή που του χα­ρίζεται, όταν φοβάται ότι θα πεθάνει κι αυτός.
Ορίστε, λοιπόν, το δώρο μου για σένα. Σου χαρίζω τη ζωή, κι εσένα και του πατέρα και των αδελφών μου. Ζήστε για μένα, κι εγώ θα ζω μέσα σας.»
Δεν σταματά να τον κοιτά βαθιά στα μάτια, με ένα βλέμμα τόσο πυκνό που αραιώνει το δικό του Όλο της το πρό­σωπο κατακλύζεται από την εικόνα του και παίρνει τη μορφή του. Και εκείνος δεν τη βλέπει πια. Μονάχα ακούει, μακριά, τη φωνή της.

Εγώ το έκανα! Δική μου είναι αυτή η θηλιά!

Και πιο μακριά:
Εκείνος δεν είναι άξιος ούτε ψωμί να κόψει!

Εδώ και καιρό έχω πάψει να αναρωτιέμαι γιατί οι άνθρωποι ζωγραφίζουν τυφλή τη δικαιοσύνη: κάτω από τον ήλιο, όλα τυφλώνονται μες τη σκιά τους. Μόνο το Μάτι του Θεού, πάνω από τον ήλιο, κοιτάζει αλάνθαστο.
Κι ωστόσο, δεν ξέρω αν ήταν η δικαιοσύνη των ανθρώπων ή του Θεού αυτή που σήμερα είδα να αλληθωρίζει.

Και τι μπορεί να ξέρεις εσύ, ένας άθλιος φύλακας;

Άνοιξα την πύλη για να περάσει το κάρο. Ξοπίσω ακο­λουθεί κι εκείνος. Κρατά στα χέρια ένα κομμάτι σκοινί, δυο πήχες μακρύ, μακάβριο λάφυρο ή θλιβερό ενθύμιο. Καθώς πλησιάζει προς το μέρος μου, βλέπω στα μάτια του την αγάπη της, τη ζωή της – μα πουθενά δε βλέπω τη δική του. Δεν ξέρω γιατί του μίλησα. Από τη σκόνη και την απογοήτευση, είχα μια πικρή γεύση στο στόμα, το σάλιο μου γίνηκε λάσπη. Καθώς πέρασε από δίπλα μου, έφτυσα καταγής:
– Μάνα είναι μόνο μία.

Κοντοστάθηκε. Μείναμε για λίγο να κοιτάζουμε το κάρο να ξεμακραίνει, να χάνεται πίσω από το λόφο με τα κυπαρίσσια. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σακουλάκι καπνό και μου πρόσφερε.
– Ίσως να ʼναι κι έτσι. Πάντως, όσες κι αν ήταν, τώρα δεν είναι καμία.