A binary tale
11111111111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111Μπροστά στο στρογγυλό καθρέφτη, το 2 τίναξε το λαιμό του σαν τον κύκνο, έστρωσε τα φτερά στην άκρη της ουράς του και κορδώθηκε. Είμαι το 2, είπε, κανένας άλλος δεν είναι σαν εμένα.
Μερικά σπίτια πιο κάτω, το 8, μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη του κι αυτό, χαλάρωσε τη ζώνη γύρω απʼ τη μέση του και θαύμασε τις καμπύλες του. Όποιος σε δει και πει ότι είσαι 4+4 ή 3+5, είναι οπωσδήποτε ανόητος, σκέφτηκε χαζεύοντας στον καθρέφτη. Δεν έχει μάτια να σε δει ως ξεχωριστή, ανεξάρτητη, ολοκληρωμένη ύπαρξη.
Στην άλλη άκρη της πόλης, μπροστά στο στρογγυλό του καθρέφτη, το 1283 αναλογιζόταν τις συνέπειες του να είσαι το 1283. Δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε αριθμός. Είμαι ακέραιος και πρώτος. Και μήπως υπάρχει κανείς άλλος που να εκφράζει την έννοια του 1283; Εκφράζω μια μοναδική έννοια – κι αυτή η έννοια δικαιολογεί κι ευλογεί μια αντίστοιχα μοναδική ύπαρξη.
Κάθε βράδυ, χιλιάδες αριθμοί αφήνουν σκέψεις και λόγια σαν κι αυτά μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη τους – σπονδή και πρόσφορο στον στρογγυλό θεό που έχει τη μορφή τους. Ύστερα σταυρώνουν το μαξιλάρι τους, ξαπλώνουν και κλωσούν τα όνειρά τους: καθένα τους μοναδικό, όπως κι ο ονειρευτής τους.
Κάθε βράδυ, όταν όλοι οι αριθμοί έχουν αποκοιμηθεί, το Ένα περνά απʼ όλα τα σπίτια της Αιώνιας Πόλης και ξεσκονίζει τους μεγάλους, στρογγυλούς καθρέφτες. Κι αυτοί, μες στο σκοτάδι, για λίγες ώρες ξαναγίνονται μεγάλα, στρογγυλά μηδενικά. 00000000000000 0000000000000000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000
00000000000000000000000000000000000000000000
0000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000000000000000000000
000000000000000000000000000
00000000000000000000000000
A truly Bohemian rhapsody
Δεν θα μας έθλιβε ο θάνατος κάποιου, αν ξέραμε ότι αμέσως μετά θα πεθαίναμε κι εμείς. Ο φόβος θα μας λύτρωνε από την θλίψη.
(Ανώνυμος)
Τον σφίγγει στην αγκαλιά της, δεν τον αφήνει. Ό,τι κι αν έκανε, εκείνη τον έχει συγχωρέσει.
«Μην κλαις μανούλα μου. Δεν υπάρχει λόγος να πονάς. Δεν υπάρχει λόγος να πονάς με το θάνατο κανενός. Σκέψου μονάχα να γνώριζες ότι, αμέσως μετά από το θάνατό μου, θα σκότωναν κι εσένα, και τον πατέρα και τα αδέλφια μου. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο;»
Τον κοιτά στα μάτια. Αγάπη μου, ζωή μου.
«Σκέψου τώρα ότι, καθώς περιμένεις τόσο θάνατο, έρχεται ξαφνικά μια δύναμη και δίνει χάρη στα αδέλφια μου. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο; Και σκέψου τώρα ότι, καθώς περιμένετε με τον πατέρα τη σειρά σας να πεθάνετε, η ίδια δύναμη έρχεται ξανά, φέρνοντας στο δήμιο την απαλλακτική απόφαση για σένα και τον πατέρα, πριν προλάβει ο δήμιος να σας πάρει τη ζωή. Θα πονούσες το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο;»
Δεν σταματά να τον κοιτά στα μάτια. Αγάπη μου, ζωή μου.
«Τον πόνο του ανθρώπου για το θάνατο τον γλυκαίνει η ζωή, γλυκιά μου μανούλα. Και πιο πολύ, η ζωή που του χαρίζεται, όταν φοβάται ότι θα πεθάνει κι αυτός.
Ορίστε, λοιπόν, το δώρο μου για σένα. Σου χαρίζω τη ζωή, κι εσένα και του πατέρα και των αδελφών μου. Ζήστε για μένα, κι εγώ θα ζω μέσα σας.»
Δεν σταματά να τον κοιτά βαθιά στα μάτια, με ένα βλέμμα τόσο πυκνό που αραιώνει το δικό του Όλο της το πρόσωπο κατακλύζεται από την εικόνα του και παίρνει τη μορφή του. Και εκείνος δεν τη βλέπει πια. Μονάχα ακούει, μακριά, τη φωνή της.
Εγώ το έκανα! Δική μου είναι αυτή η θηλιά!
Και πιο μακριά:
Εκείνος δεν είναι άξιος ούτε ψωμί να κόψει!
Εδώ και καιρό έχω πάψει να αναρωτιέμαι γιατί οι άνθρωποι ζωγραφίζουν τυφλή τη δικαιοσύνη: κάτω από τον ήλιο, όλα τυφλώνονται μες τη σκιά τους. Μόνο το Μάτι του Θεού, πάνω από τον ήλιο, κοιτάζει αλάνθαστο.
Κι ωστόσο, δεν ξέρω αν ήταν η δικαιοσύνη των ανθρώπων ή του Θεού αυτή που σήμερα είδα να αλληθωρίζει.
Και τι μπορεί να ξέρεις εσύ, ένας άθλιος φύλακας;
Άνοιξα την πύλη για να περάσει το κάρο. Ξοπίσω ακολουθεί κι εκείνος. Κρατά στα χέρια ένα κομμάτι σκοινί, δυο πήχες μακρύ, μακάβριο λάφυρο ή θλιβερό ενθύμιο. Καθώς πλησιάζει προς το μέρος μου, βλέπω στα μάτια του την αγάπη της, τη ζωή της – μα πουθενά δε βλέπω τη δική του. Δεν ξέρω γιατί του μίλησα. Από τη σκόνη και την απογοήτευση, είχα μια πικρή γεύση στο στόμα, το σάλιο μου γίνηκε λάσπη. Καθώς πέρασε από δίπλα μου, έφτυσα καταγής:
– Μάνα είναι μόνο μία.
Κοντοστάθηκε. Μείναμε για λίγο να κοιτάζουμε το κάρο να ξεμακραίνει, να χάνεται πίσω από το λόφο με τα κυπαρίσσια. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σακουλάκι καπνό και μου πρόσφερε.
– Ίσως να ʼναι κι έτσι. Πάντως, όσες κι αν ήταν, τώρα δεν είναι καμία.











Στο πρώτο ποίημα οι λέξεις δεν χρειάζονται.
Θα ταν πιο ενδιαφέρον έτσι, μόνο μ’αριθμούς.
Το πρωτο ποιημα ειναι πολυ ενδιαφερον .Σε ορισμενες περιπτωσεις ξεπεφτει αλλα αυτο δεν ειναι κακο.
Οι αριθμοι μπορουν να δειχθουν αλλα οχι, οταν χρησιμοποιουνται απο αδυναμια να παραγεις το ”κατι αλλο”
Οι μεταμοντερνιστες ειναι συνηθες να καταφευγουν στη βωμολοχια και στους αριθμους-συμβολα-σημειολογια εξαιτιας της αδυναμιας τους να ξεπερασουν τις ευκολιες του πολυ πολυ βαθεος ρευστου και απροσδιοριστου ορου ”μοντερνα τεχνη”
φυσικα
και δεν αναφερομαι στο τεχνικο κομματι του θεματος
αλλα στο εγκεφαλικο, σ’ αυτο που εχει σχεση με το νοημα και τη νοηματοδοσια .
Το δευτερο ποιημα δεν μου αρεσε,
δεν ειναι αλογα συντριμμενο
αλλα συντριμμενα αλογα,τουλαχιστον.
Αν ειχαν εκτεθει περισσοτερα ποιηματα του κυριου ποιητη θα μπορουσαμε να μιλησουμε σαφως
τωρα, απλα εικαζουμε ή εστω
εικαζω.
Το πρώτο είναι σαφώς καλύτερο, μπολιασμένο με μια δόση αγγλικού nonsense.
Για περισσότερα κείμενα και ποιήματα εδώ:
http://www.poiein.gr/archives/4814/index.html
I can’t resist a temptation to post this:
http://cattapancomics.com/yahoo_site_admin/assets/docs/ZEEKpoem.19524354.jpg
😀 😀 😀
Τα δυο κείμενα πραγματεύονται – καθένα με τον δικό του, αποσπασματικό και αβέβαιο τρόπο – το ζήτημα της μοναδικότητας. Στο πρώτο, οι επιμέρους μοναδικότητες διαιρούνται με το μηδέν, εξασφαλίζοντας για τον εαυτό τους μια αυτοσυνειδησία άπειρων διαστάσεων.
Στο δεύτερο, αμφισβητείται η μοναδικότητα ενός πλάσματος μοναδικού par excellence, προκειμένου να αναδειχθεί ο αποσπασματικός και αβέβαιος χαρακτήρας αυτής της μοναδικότητας.
Ευχαριστώ τον κύριο Παστάκα για την ανάρτηση, καθώς και όλους εσάς που βρήκατε στα κείμενά μου αφορμές για τα σχόλιά σας.
Αυτή είναι η άποψη του συγγραφέα ή του αναγνώστη τους, Παναγιώτη Πάκου;
Κυριε Πακο εγω ,ως αναγνωστης, δεν εξηγαγα αυτο το συμπερασμα
και με ενοχλησε ,σε εισαγωγικα, η προθεση σας να κατευθυνετε τη διαθεση μου απεναντι στο ποιημα σας,
Θα ηθελα κι εγω με τη σειρα μου να σας ρωτησω
αν η αποψη σας ειναι αυτη ως αναγνωστη των ιδιων σας των ποιηματων
η ως συγγραφεα τους,
Έχει νόημα αυτή η διάκριση, κύριε Αραβανή; Και αναρωτιέμαι ειλικρινά, τι όφελος θα προέκυπτε από τη μια ή την άλλη απάντηση, πέρα από μια μεροληπτική εξήγηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας ενός κειμένου;
Ενστερνίζομαι το δόγμα Λειβαδά: “Η Ελλάδα δεν έχει πια ποιητές παρά μόνο απόψεις. Και η άποψη είναι σαν την κωλοτρυπίδα. Όλοι έχουν από μία.” Δεν θα αυξήσω τον αριθμό των απόψεων, αποδεχόμενος τη διαίρεση του φορέα τους σε συγγραφέα και αναγνώστη. Γράφω ό,τι διάβασα μέσα μου. Ύστερα διαβάζω ό,τι έγραψα. Συχνά αυτό δεν συμπίπτει με ό,τι διάβασα μέσα μου. Και τότε το δημοσιεύω.
Anyway, ευχαριστώ για την πάσα, ήταν καλή αφορμή για σκέψη.
Αγαπητή Λαμπρινή, το σχόλιό μου ήρθε 38 ώρες μετά το δικό σας, ακριβώς για να μπορείτε να εκφραστείτε ανεπηρέαστα. Εάν, παρόλα αυτά, κατάφερα να σας επηρεάσω αναδρομικά, σε σημείο να “ενοχληθείτε” (ενοχληθείτε, σε εισαγωγικά), πού να δείτε τι κάνω με τα κουταλάκια του γλυκού 🙂
Κυριε Πακο
φροντιστε να μετριασετε την ειρωνεια των σχολιων σας
Οσον αφορα στο ποιημα καθ’ αυτο μην συντηρειτε τις εμμονες σας ,γιατι δεν προκειται να τις εξωτερικευσετε παρα μονο να τις εκφρασετε
Σχετικα με το ποιημα και τα διαιρεμενα ολα προφανως και δε συμβαινει κατι τετοιο
Τελος, σχολιαζοντας τις κωλοτρυπιδες
ολοι εμεις που σας σχολιαζουμε εχουμε 1
οπως και η αποψη μας
εφοσον μας ευχαριστειτε για τα σχολια μας
γιατι λογοκρινετε (με τον τροπο σας βεβαια)
το περιεχομενο τους;
Αν τα σχολια ειχαν αυτο το περιεχομενο
” Ω Ω Ω τι ποιηση τι συμπερασμα ”
θα εμποδιζατε και παλι την προσπαθεια μας να σας διαβασουμε;
Δεν ανακαλυψατε δα το κουταλακι του γλυκου,
κυριε Πακο…
Ο λόγος σας συντρίβεται με κρότο επάνω στην αγωνία σας να μιλήσετε και στην επιθυμία σας να σας προσέξουν.
Ευτυχείτε: και σας άκουσα και σας πρόσεξα!
Πάμε παρακάτω…
Κυριε Πακο
μιας και κανατε λογο για τα κακα της ελλαδας
ξεχασατε να πειτε οτι το μεγαλυτερο κακο δεν ειναι οτι ολοι εχουμε μια αποψη πανω στην ποιηση, ας πουμε
-αυτο,αντιθετως, ειναι καλο-
αλλα οτι βιαζομαστε να κρινουμε και να χαρακτηρισουμε καποιον ενω δεν τον ξερουμε καν.
Τελος αγαπητε αν ηθελα τοσο πολυ να με προσεξουν ,οπως λετε,
θα ανεβαζα τα ποιηματα μου στο ποιειν
ή εστω τη βιογραφια μου-
οπως εσεις
ας πουμε.
Καλησπερα.
Λαμπρινή, ξέρεις, δεν χρειάζεται να ελέγξει ο Παστάκας ή ο Αραβανής τα ποιήματά σου.
Πολλοί σχολιαστές απαντούν κατευθείαν με δικά τους ποιήματα. Τους έχεις δει τί πλάκα έχουν;
Απόγνωση κυρα Λαμπρινή μου.
Ας πούμε ο Τάδε που απαντά με 14 ποιήματά του
στη σειρά και τέλος το μπλογκ του για
να τον τιμήσουμε και ιδιαιτέρως.
Πάντως ο Παναγιώτης Πάκος δεν μου άρεσε.
Μου άρεσε όμως μια προοπτική
που διαισθάνθηκα αυτομάτως.
Αν δεν είσαι πρώτα Ράκος πώς θα γίνεις Πάκος;
🙂
Κάποια στιγμή θα γράψει πολύ πιο ενδιαφέρουσα
ποίηση.
“Τελος αγαπητε αν ηθελα τοσο πολυ να με προσεξουν ,οπως λετε,
θα ανεβαζα τα ποιηματα μου στο ποιειν
ή εστω τη βιογραφια μου-
οπως εσεις”
Και ποιος σας είπε, Λαμπρινή, οτι θα δημοσιεύονταν αυτόνομα εδώ;
Κύριε Πάκο, για μένα έχει λόγο αυτή η διάκριση από τη στιγμή που ο ίδιος το είπατε:
“Συχνά αυτό δεν συμπίπτει με ό,τι διάβασα μέσα μου”
Πάντως γι αυτό με τις κωλοτρυπίδες υπάρχει ένα μεγάλο δίκιο….Και στην σεξουαλική σου ζωή επιλέγεις εκείνη που σε εκφράζει περισσότερο…Πάντως είναι τυχαίο ότι ο κ Μίχος κάνει μακράν τα πιο επιτυχημένα σχόλια? Καθόλου, γιατί βγαίνει από τα προσωπικά like και dislike και μπαίνει στην ουσία των πραγμάτων. Λαμπρινή ποιος σας είπε ότι θα γίνετε γνωστή μέσα από το ποιειν? Και κάτι ακόμα, προτιμότερο είναι να γίνετε γνωστή μέσω των ποιημάτων σας παρά μέσω σχολίων…Δεν είστε υπεράνω πάντων Λαμπρινή, και μην ξεχνάτε ότι οι κριτικοί είναι αποτυχημένοι συγγραφείς (όπως και οι περισσότεροι συγγραφείς) αλλά εσείς δεν είστε καν κριτικός…είστε μία εν είδη blogger με ψευδώνυμο…βγάλτε τα ποιήματά σας λοιπόν…αλλά μάλλον φοβάστε την κριτική…
Κυριε Ποζουκιδη καταρχην δεν καταλαβαινω την επιθετικη χροια του σχολιου σας
μιας και ΠΟΤΕ δεν επιδιωξα να ασκησω κριτικη.
Ειναι κριμα να διωχνουμε
τους ανθρωπους απ’ την ποιηση
κατηγορωντας τους για κριτικη
ενω αυτοι το μονο που κανουν ειναι να λενε την
αποψη τους, αποδεκτη η οχι ,βασανισμενη ή βιασμενη (το καλυτερο)
Οσο για το μπλογκ μου αυτο που λετε ειναι αστειο
μαλλον με μπερδευεται με καποια-ον συναισθηματικη σας απογοητευση.
δεν με ενδιαφερει να βγαλω τα ποιηματα μου
και δεν καταλαβαινω γιατι θα πρεπει να το κανω με το ζορι
οταν μου ρθει θα το κανω.
Αν ενδιαφερομουν αγαπητε να γινω γνωστη μεσα απ’ το ποιειν θα υπογραφα με ονοματεπωνυμο και μαλιστα κοκκινουλι οπως εσεις.
Ειμαι μια ανωνυμη σχολιαστρια που προφανως περναει την ωρα της στους διαδυκτιακους ιστοτοπους
και δεν καταλαβαινω γιατι θα πρεπει να κατηγορηθω γι αυτο
Μηπως θα πρεπει να επαναλαβουμε την ιστορια του κ. Μιχου απ’ την αναποδη;
μπερδευετε *
@18
Ο μοντερνισμός τελείωσε με την πτώση του γνωστού τείχους. Οι περισσότεροι “μοντερνιστές” όμως, μη μπορώντας να βρούν νόημα πέρα και έξω απο το υποκείμενο (όποια εύρος κι αν του δώσει κανείς), αδυνατούν να το κατανοήσουν αυτό.
Ο μεταμοντερνισμός υπάχει μόνο με την έννοια του “κάτι” μετά απο αυτό που τελείωσε. Οι μόνες ορατές κινήσεις σ’ αυτό το θολό τοπίο είναι αυτών που κάνουν μεταβολή και λακίζουν προς τον κλασσικισμό και το ρομαντισμό χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους. Ούτε τα απαραίτητα.
Αντι επιμυθίου:
” – Κοριτσάκι, πάρε με απ’ το χέρι, δείξε μου τον κόσμο
– Δεν έχω χέρι, δεν υπάρχει κόσμος”
(απο τη ΒΑΡΔΙΑ του Ν.Καββαδία)
Κύριε Μίχο,
Αυτή η κακεντρέχεια μερικών πραγματικά με ενοχλεί. Όσον αφορά στις κωλοτρυπίδες τα παμε ξανά…Κύριε Μίχο δεν είχα κάποιο όφελος λέγοντας αυτά που είπα, μια παρατήρηση έκανα γενικότερη…και αυτό είναι το μειονέκτημα της αμεσοδημοκρατίας, ο καθένας έχει μια άποψη τόση ισχυρή όσο κάθε άποψη (σχεδόν)…Αλλά η ποίηση δεν είναι δημοκρατική συγγνώμη που σας ο λέω. Τες πα Λαμπρινή ναι το κατάλαβες συναισθηματική απογοήτευση…
Και βεβαια κυριε Ποζουκιδη ο καθενας εχει μια αποψη
και δεν καταλαβαινω γιατι θα πρεπει μαχομαστε ωστε αυτο να παψει
Φυσικα, οι αποψεις δεν εχουν ολες την ιδια ισχυ
και αυτο γιατι οι ισχυροι ,ας πουμε,
ειναι μεσα στα πραγματα και εχουν τη δυναμη να μας προωθησουν
ετσι δεν ειναι;
Γι’ αυτο λοιπον οι νεοι ποιητες,καλη ωρα, στελνουν τα ποιηματα τους σε 2-3 βολεμενους και
αν τυχει να τους πουν καλα πραγματα
σηκωνουν μπαιρακι
και αρχιζουν να μοιραζουν προστιμα
σ’ οσους παρεμβαινουν στο
λειτουργημα τους.
Αλλα δυστυχως τα πραγματα δεν ειναι ετσι
δεν υπαρχει ωραιο η ασχημο
καλο η κακο
και ολοι εμεις οι ασχετοι
που δεν εχουμε ιδεα απο τεχνη
και ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ
μπορουμε καλως η κακως να κρινουμε τον καθενα
Παρτε το χαμπαρι κυριε Ποζουκιδη
η κλαψα και οι Δρυιδες
ψ-ο-φ-η-σ-α-ν.
Υγ Τι ειναι η ποιηση Μαθιοου μου;
ΠΩ, ΠΩ τι ωραίο που είναι το πρώτο ποιήμα!
κρίμα για τα σχόλια.
Μου άρεσε η αυστηρή του δομή και το ελεγιακό τέλος, θα ήθελα όμως κάτι πιο αισιόδοξο. Γιατί φυλάξατε για τον ευατό σας αυτό υπέροχο :οι επιμέρους μοναδικότητες διαιρούνται με το μηδέν, εξασφαλίζοντας για τον εαυτό τους μια αυτοσυνειδησία άπειρων διαστάσεων
.
Σας παρακαλώ πείτε μου θα μπορούσε να λειτουργήσει έτσι:
Κι αυτοί, μες στο σκοτάδι, για λίγες ώρες διαίρουνται με»… μεγάλα, στρογγυλά μηδενικά, διαφυλάττοντας για τον ευτό τους μια σσυνειδητότα απείρων διαστάσεων.
@14 Αγαπητέ κύριε Αραβανή,
σας ευχαριστώ που επιμένετε στο ερώτημά σας. Σχετικά με τη φράση μου “Συχνά αυτό δεν συμπίπτει με ό,τι διάβασα μέσα μου”, η αξία της δεν βρίσκεται στο ότι εισάγει (ή έστω υπαινίσσεται) τη διάκριση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη, αλλά στο γεγονός ότι υπογραμμίζει μια άλλη, προφανή και αυτονόητη διάκριση: αυτή μεταξύ του “εντός” και του “εκτός”. Από αυτή τη διάκριση προκύπτει μια δεύτερη, για κάποιους εξίσου προφανής, για άλλους αμφισβητήσιμη και αυθαίρετη, ανάμεσα στον “αναγνώστη του εντός” και στον “αναγνώστη του εκτός”. Αν υποθέσουμε ότι αυτή η διάκριση ισχύει (επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω), τότε ο συγγραφέας θα έπρεπε είτε να τοποθετείται απέναντι στους δυο (τριχοτομώντας έτσι το εν λόγω πρόσωπο), είτε ανάμεσά τους (επανασυνδέοντας έτσι τους “εν διαστάσει” αναγνώστες).
Το γεγονός ότι το “εντός μου κείμενο” ενίοτε (βλ. πλειστάκις) δεν συμπίπτει με το κείμενο που έγραψα δεν συνεπάγεται ότι υπάρχουν δυο αναγνώστες, αλλά ότι το “εντός μου” κείμενο δεν μπορώ να το ελέγξω, ούτε να το διαβάσω όπως θέλω, ενώ το κείμενο που γράφω μπορώ να το επεξεργαστώ, να το φιλτράρω, να το λογοκρίνω, να του αλλάξω τα φώτα. Ασφαλώς, πρόκειται για ένα κείμενο στο οποίο συναντιώνται το εντός μου κείμενο και όλες οι αναδρομικές του ερμηνείες, γεγονός που προικοδοτεί το τελικό κείμενο με εγγενείς αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις αυτές προδίδουν την παρουσία τους στις αντιρρήσεις και στην απορία του τελικού αναγνώστη, ο οποίος, όπως εσείς, αναμένει ως φυσική την ταύτιση ανάμεσα στο συγγραφέα Πάκο και στον αναγνώστη Πάκο – κι επιμένει στη διάκρισή τους μόνο όταν ο αναγνώστης Αραβανής δεν συμφωνεί με τον Πάκο (είτε ως συγγραφέα είτε ως αναγνώστη).
Σας ευχαριστώ για την αφορμή που μου δώσατε να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις σκέψεις.
@23 Το ερώτημα είναι αν λειτουργεί για σας. Αν ναι, τότε απολαύστε την προσωπική σας ανάγνωση και μη χολοσκάτε. Αν δεν λειτουργεί για σας, ό,τι κι αν σας πω εγώ δεν έχει καμιά σημασία.
Μόνο ο καθρέφτης διαβάζει ακριβώς αυτό που βλέπει. Κι αυτό επειδή, πέραν των φυσικών του περιορισμών, δεν έχει κανένα όφελος ή βλάβη από αυτό που διαβάζει. Δεν υπάρχει “εντός του” κείμενο, που να του υπαγορεύει τρόπο και πλαίσιο ανάγνωσης, γιʼ αυτό και ο καθρέφτης δεν σκοντάφτει στις λέξεις, στα νοήματα, στα επίπεδα. Εξάλλου, ο καθρέφτης διαβάζει το κείμενο δια μιάς, το τέλος μαζί με την αρχή, συγχρονικά. Δεν διαβάζει σαν διαβάτης, δεν έχει ρυθμό στο βήμα του, δεν έχει καν βηματισμό. Ακίνητος, απορροφά μονομιάς ό,τι βρεθεί μπροστά του – και το επιστρέφει απαράλλαχτο.
Ο διαβάτης περπατά το δρόμο του, χαλαρώνει το ρυθμό για να απολαύσει το τοπίο, ανοίγει το βήμα όπου δεν βρίσκει ευχαρίστηση, ιδρώνει στα δύσκολα, ξαποσταίνει όταν κουραστεί. Σκονίζει τα ρούχα του, λερώνει τις φτέρνες του, μαζεύει βότανα, καρπούς, λουλούδια. Όμως τα χνάρια του αλλάζουν το τοπίο – ελάχιστα, ανεπαίσθητα, το αλλάζουν. Θέλει χρόνο για να γίνει, όπως όλα, όμως γίνεται: στο τέλος του ταξιδιού, ο διαβάτης και ο τόπος δεν είναι πια δυο ξένοι.
Να μην ξεχάσω:
Σήμερα, 30 Νοεμβρίου, πέθανε ο Μίλοραντ Πάβιτς. Σήμερα,
όχι “σαν σήμερα”.