ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΕΔΕΜ

«…Και είπε ο Διάβολος στον Ιησού: Αν είσαι ο Γιος του Θεού, διάταξε αυτή την πέτρα να γίνει ψωμί. Και απάντησε ο Ιησούς: Οι Γραφές λένε ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λέξη από το στόμα του Κυρίου.
Ύστερα ο Διάβολος τον ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και του παρουσίασε σε μια στιγμή όλα τα βασίλεια της οικουμένης. Και είπε ο Διάβολος σε αυτόν: Θα σου δώσω όλη αυτή την εξουσία και τη δόξα, γιατί μου ανήκει και μπορώ να τη δώσω σε όποιον θέλω. Προσκύνησέ με κι όλα αυτά θα γίνουν δικά σου. Και απάντησε ο Ιησούς σε αυτόν: Χάσου από μπροστά μου, Σατανά. Οι Γραφές λένε ότι μόνο τον Κύριο πρέπει να προσκυνάς και μόνο Εκείνον να λατρεύεις.
Και ύστερα ο Διάβολος τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ και τον έβαλε να σταθεί στην κορυφή του ναού και του είπε: Εάν είσαι ο Γιος του Θεού, πέσε κάτω. Γιατί οι Γραφές λένε ότι θα διατάξει τους αγγέλους του να έρθουν στο πλευρό σου και να σε σώσουν και ότι θα σε σηκώσουν στα χέρια τους, για να μη χτυπήσεις ούτε το πόδι σου στις πέτρες.
Και του απάντησε ο Ιησούς: Οι Γραφές λένε επίσης ότι δεν πρέπει να βάζεις σε πειρασμό τον Κύριο το Θεό σου…»

Ο Ιησούς έκλεισε το Βιβλίο. Το πήρε στον κόρφο του και το αγκάλιασε, σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά στο στήθος του. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις, ψιθύρισε. Ολόκληρη η ζωή μου είναι μια συνεχής παραπομπή.
Δίπλα του, ο Εωσφόρος χάραζε με ένα κλαδάκι σχήματα και σύμβολα στο χώμα. Σήκωσε το βλέμμα, κοίταξε κατά το ηλιοβασίλεμα και είπε: Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι ο καθένας θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση σου, εάν ψάχνει τον εαυτό του σε παλιά βιβλία.

ΟΝΟΜΑΣΤΟΙ (Nominati)

Λήμμα από την Ανθολογία Mayor Tesoro de los Filosofos Antiguos (μετάφραση από τα Ισπανικά)

Μυστική εταιρία (αδελφότητα) στωικών φιλοσόφων και συγγραφέων, με έδρα τα Σαμόσατα της Μεσοποταμίας (Αντιόχεια εν Κομμαγηνή, σημερινό Samsat). Τίποτε δεν είναι γνωστό με απόλυτη βεβαιότητα για τη δράση της, η οποία τοποθετείται μάλλον στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο Κοϊντιλιανός, στο De Causis Corruptae Eloquentiae, καταφέρεται συχνά εναντίον μιας ομάδας «ονομαστών» ρητόρων από τις ανατολικές επαρχίες, την οποία ωστόσο αποφεύγει να κατονομάσει. Στη σύντομη αναφορά του Τάκιτου στον Κοϊντιλιανό, ο τελευταίος παρουσιάζεται να παραπονιέται συχνά στον Κλούβιο Ρούφο (Cluvius Rufus, 1ος αιώνας μ.Χ.) για την παρακμή της ρητορικής, αποδίδοντάς την στις ορδές των ψευδορητόρων που έρχονται από τη «Βαβυλώνα» (sic) στη Ρώμη «ξεσηκώνοντας τον κόσμο με το γκάρισμά τους» (Annales, 8.10-12).
Περισσότερο διεξοδικός ο Σουητώνιος, στο Peri blasphe-mion, περιγράφει μια οργανωμένη συντεχνία στωικών φιλοσόφων και ρητοροδιδασκάλων στη Ρώμη, η οποία προέρχεται από τα Σαμόσατα και έχει ως έμβλημά της μια κεφαλή γαϊδάρου. Ο Σουητώνιος σχολιάζει με συμπάθεια το γεγονός ότι ο γάιδαρος, ως σύμβολο ταπεινότητας, εργατικότητας και υπομονής, προσφέρεται ως ιδανικό σύμβολο για τους στωικούς φιλοσόφους. Αρχικά απορεί για το γεγονός ότι αρνούνται να τραφούν με άχυρα, αμέσως όμως σπεύδει να αναγνωρίσει ότι η πεισματική τους άρνηση συμπλη-ρώνει την πνευματική δυσκαμψία και ισχυρογνωμοσύνη που ταιριάζει στους γαϊδάρους.
Σε άλλο έργο του (De Claris Rhetoribus), ο Σουητώνιος, στην αναφορά του για τον Γάιο Ασίνιο (Caius Asinius Pollio), καταδικάζει όσους υπαινίσσονται ότι ο Ασίνιος ηγείται του κινήματος των Ονομαστών, καθώς, κατά τον Σουητώνιο, βασίζουν τον αστήρικτο ισχυρισμό τους στην παρετυμολογία του ονόματος του Ασίνιου (από το asinus=όνος. Βλ. Arsenius [1]). Τέλος, ενδιαφέρον προκαλεί η ειρωνική του αναφορά στο δόγμα των Ονομαστών, το οποίο στηρίζεται, κατά τον Σουητώνιο, «γερά στα πισινά του πόδια». Σύμφωνα με τον Arsenius [1], η επωνυμία Nominati (λατινική απόδοση της ελληνικής λέξης Ονομαστοί) είναι προφανώς εσφαλμένη, καθώς το όνομά τους σημαίνει «μαστοί του Όνου», μέσω των οποίων «ο θεός Όνος τρέφει το σώμα και το πνεύμα της ανθρωπότητας» (βλέπε και Garisson [2]).

________________________________________

Αρχαίες πηγές

Τάκιτος, Annales
Σουητώνιος, Peri blasphemion, De Claris Rhetoribus
Μάρκος Φάβιος Κοϊντιλιανός, De Causis Corruptae Eloquentiae

Σύγχρονη βιβλιογραφία

[1] Arsenius, P., Philosophy during the Cretaceous Era, N.Y., 1967
[2] Garisson, A.H., Extinct thinkers and other animals, London, 1981

MANY WORLDS

Ο γιος του Hugh Everett, ο Mark Oliver Everett, βρήκε νεκρό τον πατέρα του στο κρεβάτι το 1982. Ο Mark, γνωστός επίσης ως “E”, είναι ο τραγουδιστής και στιχουργός του συγκροτήματος Eels. Σε μελλοντική δουλειά των Eels, που δεν είναι απίθανο να κυκλοφορήσει κάποτε, υπάρχει το τραγούδι “One swallow makes no spring” που ξεκινά ως εξής:

One swallow makes no spring;
so people use to say.
But hereʼs a little verse
which I would never sing:
A photon led astray
can start a universe.

Το 1996, καρκινικά κύτταρα από τον πνεύμονα του Hugh Everett, ο οποίος δεν σταμάτησε να καπνίζει μανιωδώς ακόμη και ύστερα από το θάνατό του, προσέβαλαν την κόρη του Elizabeth, η οποία αυτοκτόνησε την ίδια χρονιά. Στο σημείωμα που άφησε, ανέφερε ότι πήγαινε σε ένα παράλληλο σύμπαν, για να βρεθεί κοντά στον πατέρα της. Κατά τη μετάβασή της σε εκείνο το σύμπαν, πιθανότατα δημιούργησε γέφυρα για τη μεταφορά των καρκινικών κυττάρων που προσέβαλαν τη μητέρα της, Nancy, η οποία πέθανε από καρκίνο, το 1998.

________________________________________
Σημ. 20/11/07: Το κείμενο αυτό εμφανίστηκε στο λήμμα της Wikipedia ʽHugh Everett IIIʼ, στις 11 Νοεμβρίου 2007. Εξαφανίστηκε μερικές μέρες αργότερα, προφανώς επειδή οι πληροφορίες που παραθέτει είναι ανακριβείς ή/και θίγουν τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται.

Lonely Street movie

(Σημείωση στο περιθώριο, 24/11/2007:
Σε κάποια παράλληλα σύμπαντα, το όνομα Hugh Everett δεν σημαίνει τίποτε, αυτοκτονίες δεν υπάρχουν και η έννοια «παράλληλο σύμπαν» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Brevity is the soul of wit.
The rest is silence.

[9.17] …Η αναφορά, ωστόσο, σε έναν τόσο σπουδαίο βασιλιά με οδηγεί να αναπτύξω στους ανα-γνώστες μου μερικές σκέψεις που μου έρχονται συχνά, όταν θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα “Ποια θα ήταν τα αποτελέσματα για τη Ρώμη εάν είχε εμπλακεί σε πόλεμο με τον Αλέξανδρο;” […] Δεν αμφισβητώ ότι ο Αλέξανδρος ήταν εξαιρετικός στρατηγός, αλλά η φήμη του ενισχύεται από το γεγονός ότι πέθανε ενώ ήταν ακόμη νέος, προτού αντιμετωπίσει τις αλλαγές της τύχης. Για να μην αναφέρω άλλους βασιλείς και εξέχοντες αρχηγούς, που αποτελούν εκπληκτικά παραδείγματα για την αβεβαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, θα σταθώ μόνο στον Κύρο, τον οποίο οι Έλληνες τιμούν ως μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες. Για τις κακοτυχίες και τις συμφορές που αντιμετώπισε, τι άλλο φταίει, εκτός από την ίδια τη διάρκεια της ζωής του, όπως πρόσφατα είδαμε και στην περίπτωση του μεγάλου Πομπήιου; […]

[9.18] … Αυτοί που εκθειάζουν το μεγαλείο του με το επιχείρημα ότι η Ρώμη, αν και δεν έχει χάσει κανέναν πόλεμο, έχει χάσει πολλές μάχες […] συγκρίνουν τη δράση ενός ανθρώπου, και μάλιστα νέου, με τα επιτεύγματα ενός λαού που πολεμούσε επί 800 χρόνια […] Πόσους και πόσους Ρωμαίους στρατηγούς θα μπορούσα να απαριθμήσω, που να μην έχασαν ούτε μία μάχη! Και οι άντρες αυτοί είναι πιο αξιοθαύμαστοι από τον Αλέξανδρο ή οποιονδήποτε άλλο βασιλιά. […] Οι βασιλείς είναι απαλλαγμένοι από όλα τα εμπόδια, είναι κύριοι του χρόνου και των περιστάσεων και σχεδιάζουν τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους…

Τίτος Λίβιος, Ab Urbe Condita

Βλέπω τον Αλέξανδρο καθισμένο στο μισοσκόταδο, κρατώντας στα γόνατά του, σαν βιβλίο, το φαλακρό κεφάλι του Πομπήιου. Τι να διαβάζει άραγε μέσα στα κλειστά μάτια του Ρωμαίου;
Ίσως γνωρίζει ο Βασιλιάς.
Ίσως και η Οφηλία…

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΑΧΜΙΑΣ

Πριν από μερικές μέρες, βρέθηκε στα χέρια μου μια σύντομη, χειρόγραφη επιστολή, γραμμένη τον Ιανουάριο του 1941. Ως επιστολογράφος υπογράφεται κάποιος Γαβριήλ Ναχμίας. Στις πρώτες γραμμές της επιστολής διαβάζω ότι συντάχθηκε στο Πόγραδετς, στο αλβανικό μέτωπο. Κρίνοντας από την εποχή και τις συνθήκες, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι δεν αναφέρεται πουθενά ο βαθμός και η μονάδα στην οποία υπηρετεί ο επιστολογράφος. Ο φάκελος, από τον οποίο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε συμπεράσματα για την ταυτότητα του αποστολέα και, ενδεχομένως, για την τύχη της επιστολής, προφανώς δεν διασώθηκε ή, για κάποιο λόγο, ο άνθρωπος που μου παρέδωσε την επιστολή ίσως έκρινε σκόπιμο να μην μου παραδώσει και το φάκελο.
Η επιστολή είναι έμμετρη. Πρόκειται για ένα σύντομο γράμμα-ποίημα ενός στρατιώτη προς την αγαπημένη του, της οποίας το όνομα αναφέρεται με τα αρχικά Ε.Μ. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα εάν ο επιστολογράφος κατάφερε να στείλει το γράμμα, ούτε εάν το γράμμα έφτασε στον προορισμό του. Είναι άγνωστο εάν ο Γαβριήλ Ναχμίας επέζησε, εάν επέστρεψε στην πατρίδα του και στην αγαπημένη του. Ως ελάχιστο φόρο τιμής προς τον ίδιο και τη γεμάτη αγάπη και θλίψη καρδιά του, σας παραθέτω το ποίημα αυτούσιο, αποφεύγοντας, ως ανάρμοστο, οποιοδήποτε φιλολογικό σχόλιο.

Αυτός ο χρόνος χίλιες μοιάζει να ʼχει νύχτες.
Μέρες κουτσές κι ο ήλιος φέγγει με το ζόρι.
Μες στο ρολόι μου λες και κόλλησαν οι δείχτες.
Κολλά απʼ τη λίγδα στο κορμί το πανωφόρι.

Χαρά δεν έχω, αφού ʼσʼ εσύ, κι εσύ μου λείπεις.
Δε λαχταρώ γιʼ άλλη καρδιά ʼπό τη δική σου.
Βρες τρόπο, ζέστανε την παγωνιά της λύπης,
γρήγορα να ʼμαστʼ αγκαλιά και πάλι, ευκήσου.

Δεν το χωράει ο νους μου ακόμα. Είμαι στρατιώτης,
μʼ όπλο κι εξάρτυση με στέλνουνε και πάω…
Απόψε πήρε η σκέψη μου των ομματιώ της
κι ήρθε να σʼ εύρει, να σου πει πως σʼ αγαπάω.

________________________________________
Στην ανθολογία Η άγνωστη ελληνοεβραϊκή ποίηση (έκδοση του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, 2006), υπάρχει ένα άτιτλο τετράστιχο με την υπογραφή Γ.Ν. 1938. Ευχαριστώ το φίλο μου Κ.Φ. για την επισήμανση. Sleepless in Seattle dvdrip

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

download Cat People

Συνωστισμός επικρατεί στη διμοιρία•
μια νυχτερίδα απʼ το παράθυρό μας μπήκε
κι όλος ο λόχος μαζεμένος, τη χαζεύει,
λες και δεν έχουν ξαναδεί πουλί ποτέ τους

(και τι πουλί; Ένα ποντίκι με φτερά,
σαν όλʼ αυτά που σουλατσάρουν στην κουζίνα,
στις αποθήκες κι όπου μένει φαγητό•
τρώνε συνέχεια μπας και βγάλουνε φτερά
και μας αφήσουνε και φύγουν κάποια μέρα.
Μα τα ποντίκια είναι ποντίκια ό,τι κι αν φάνε,
πουλιά δε γίνονται, κι ας βγάλουν και φτερά…)

Στην αγκαλιά μου κελαηδάει ένα πουλάκι,
φωλιά-αγκαλιά, φιλί-πουλί κι ας μην πετάει.

ΑΠΟΨΕ

Απόψε θα ʼθελα οι δυο μας, δίχως ρούχα,
μαζί στο ίδιο το κρεβάτι να πλαγιάσουμε.
Δε θα σʼ αγγίξω, σου τʼ ορκίζομαι• μονάχα
θα ζωγραφίσω στο σεντόνι τη λαχτάρα μου
μέσα στα χέρια μου να νιώσω την καρδούλα σου,
τις πιο κρυφές σου επιθυμίες να χαϊδέψω.
Γλυκά κι αθώα να γλιστρήσω στο κεφάλι σου
και να φιλήσω τα ματάκια σου από πίσω
– αφού δεν κάνει από μπροστά να τα φιλώ.
Με χρώματα φανταχτερά, πάνω στο στρώμα,
θα γράφω ποιήματα, τραγούδια, ανοησίες
κάθε λογής, σαν το παιδί που πρωτοπιάνει
μπογιές στα χέρια του και τοίχο δεν αφήνει
που να μη γράψει ό,τι ξέρει κι αγαπάει.
Κι άμα ξεφύγει το μολύβι από το χέρι μου
και σου λερώσει τʼ όμορφο, λευκό σου γόνατο,
μην ταραχτείς• ξανακοιμήσου, κι ενός άγγελου
θα ζωγραφίσω να σʼ αγγίζει τʼ άγιο χέρι,
πάνω στο γόνατό σου (εκεί που σαν παιδί
συχνά θα χτύπησες, θα πόνεσες, θα μάτωσες).

Δε θα σʼ αγγίξω, σου τʼ ορκίζομαι• μονάχα
θα ζωγραφίσω στο σεντόνι τη λαχτάρα μου
μαζί στο ίδιο το κρεβάτι να πλαγιάσουμε.

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

Ένα μικρό κοχύλι
κρυμμένο μες σε μια φουντίτσα μαύρα φύκια

σαν αχιβάδα που τα χείλη ανοιγοκλείνει
και σιωπηλά τραγούδια λες πως ψιθυρίζει
– τραγούδια αθώα των κοριτσιών…

…θυμάμαι κάποτε,
τότε πʼ ακόμα με κοντούς λινούς χιτώνες
στις αμμουδιές, του Ήλιου τʼ άρμα κυνηγούσαμε
με τα σανδάλια μας στα χέρια παραβγαίναμε
ποιος απʼ τους δυο θα φτάσει πρώτος στη θεά,

την πρωτοθώρητη κι άγνωστη εδώ στα Κύθηρα
που μοίρα ανάξια για θνητούς εμάς ευλόγησε
πρώτοι να δούμε να γεννιέτʼ από τα κύματα
τούτο το πλάσμα τʼ απειρόκαλλο,

Θυμάσαι;
Ήταν γυμνή, σαν τον καθένα όταν γεννιέται,
και τα μαλλιά της, όπως τα ʼχεις εσύ τώρα,
τα ʼχε λυτά, κι αυτά ξεχύνονταν ελεύθερα,
μακριά ως τους ώμους και το γαλατένιο στήθος.

Σου ʼπα: «Σου μοιάζει» και, θυμάμαι, χαμογέλασες
κι ύστερα τρέξαμε κι οι δυο μας προς το μέρος της.
«Στάσου», μου φώναξες, «πού πάμε μʼ άδεια χέρια;»

«Σωστά• μα πώς καλωσορίζουν μια θεά;»
είπα μʼ αφέλεια κοκκινίζοντας.
«Ορίστε:
ένα σανδάλι δώσʼ εσύ και τʼ άλλο εγώ»
– «κι ας ήταν να ʼχαμε δυο πόδια αντί για τέσσερα»,
μέσα μου ευχήθηκα κρυφά, μη σε τρομάξω,
μα εσύ ʼχες κιόλας βήμα ανοίξει

κι η θεά
πατούσε πια στην αμμουδιά και τότε ξέκρινα
πούθε κρατιότανε στο κύμʼ απάνʼ ορθή
– ένα κοχύλι ʼχε για κούνια η νιογέννητη,
κούνια και βάρκα και σκαμνί βασιλικό,

κι όπως κοντεύαμε, θυμάμαι, να τη φτάσουμε
πήρʼ η θεά στα δυο της χέρια το κοχύλι,
που τώρα χώραγε άνετα μες στην παλάμη της
– θάμα στʼ αλήθεια, μα δεν κρίνοντʼ οι θεοί.

Και τότε πια μπροστά της στάθηκες γελώντας
κι εγώ ξοπίσω σου έτρεχα λαχανιασμένος,
τη μια κοιτώντας τη θεά, την άλλη εσένα
που τα σανδάλια μας στα πόδια της φορούσες

κι ήσουνα ίδια αυτή, κι εγώ ʼμουνα δικός σου.

Τα χέρια έβαλʼ η θεά πάνω στους ώμους σου
και το λινό χιτώνα αργά τραβούσε κάτω
μέχρι τα γόνατα, κι απλώνοντας το χέρι της
– το χέρι εκείνο που κρατούσε το κοχύλι –
τα γαλατένια σου τα στήθη γλυκοχάιδευε,
τον αφαλό, κι εκεί πιο κάτω όπως σε άγγιζε
σύγκορμη σʼ έκανε να τρέμεις•…
…θείο μυστήριο:

αέρας γίνηκʼ η θεά, κι ένα χαμόγελο
άφησε πίσω της σα χνάρι νʼ αχνοσβήνει.
Μʼ ένα σανδάλι απʼ τον καθένα μας στα χέρια
απόμεινα να σε κοιτώ,
πάνω στην άμμο
πεσμένη, αμίλητη να δίνεσαι στο φως,
χαμογελώντας να χαϊδεύεις το κορμί σου

κι ένα μικρό κοχύλι ανάμεσα στα πόδια σου,

σαν αχιβάδα που τα χείλη ανοιγοκλείνει
και σιωπηλά τραγούδια λες πως ψιθυρίζει
– τραγούδια αθώα των κοριτσιών…Seven Servants psp