Ο Αναστάσης Κουλουριώτης γεννήθηκε στο νησί της Σαλαμίνας, ή Κούλουρη επί το λαϊκότερον, από γονείς Αρβανίτες. Ειδικότερα, το όνομα του πατέρα του, Ιωάννης Κουλουριώτης ή Γιάννο-Κουλουριώτης συναντάται σε μία λίστα πεσόντων στα 1821 -1827 «γύρωθεν του Φρουρίου της Ακροπόλεως» το οποίο σημαίνει πως ο υιός Αναστάσης δε γεννήθηκε μετά το 1827. Αφού πήρε τα πρώτα του μαθήματα στη Σαλαμίνα, σπούδασε στη συνέχεια στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη Πλάκα, την πιο παλιά συνοικία, κατοικημένη από αρβανίτες της Ελλάδας, οι οποίοι μιλούσαν την γλώσσα τους στις οικογένειες τους.
Μέσα σε ένα ρευστό και υπό δημιουργίας κλίματος εθνικής συνείδησης, με σαφή όμως την τάση της ελληνικότητας να υπερισχύει, ο ίδιος, αυτοπροσδιοριζόμενος ως Αρβανίτης, ένιωσε να απειλείται. Η φαντασιακή, μα καθόλα εκβιαστική επιταγή των ισχυρών για δημιουργία ενός ομογενοποιημένου και ομόφυλου έθνους, τοποθετούσε και το αρβανίτικο ιδίωμα στο περιθώριο της ιστορίας. Προσπάθησε να αντισταθεί: «Έχοντας παραμάσχαλα δέμα με βιβλία του, πήγε στη Σαλαμίνα χαρούμενος με τη σκέψη ότι εκεί θα βρει τόπο-αλώνι, για να αγωνιστεί, να δράσει. Όπου όμως, τον περίμενε μια διαφορετική τύχη-έκπληξη. Ο δήμαρχος, του μίλησε εκνευριστικά και με ύφος σκληρό: «Εμείς, είπε, προσπαθούμε να τους κάνουμε τούτους τους ανθρώπους (τους κατοίκους Αρβανίτες) να ξεχάσουν τούτη τη γλώσσα και συ μας κουβάλησες και βιβλία;…!»
Ουσιαστικότερα, η αγωνία του για πολιτισμική ύπαρξη τον οδήγησε στην έκδοση αρκετών βιβλίων του, με πολιτικό κυρίως περιεχόμενο, από ένα μικρό τυπογραφείο που ο ίδιος διατηρούσε στην Αθήνα. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το αλφαβητάριο της Αλβανικής γλώσσας, απ’ όπου και το ποίημα που παραθέτω, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον ίδιο, αλλά και η επιτυχής προσπάθειά του για έκδοση εφημερίδας με τίτλο η φωνή της Αλβανίας, η οποία βέβαια δε διατηρήθηκε περισσότερο από ένα χρόνο.
Τολμώ να πω, με τα λιγοστά στοιχεία που υπάρχουν για τον «γραμματικό» και πολύγλωσσο Αναστάση Κουλουριώτη, πως όλη του η ζωή αποτελεί ένα ψυχομάχημα για την διάσωση της οντότητάς του ως πολιτικό υποκείμενο, μια αγωνία όχι επιβολής αλύτρωτων προταγμάτων αλλά αγωνία αποδοχής μιας απωθούσας κουλτούρας που θα πέρναγε μέσα από διαδικασίες ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Και τελικά, βρισκόμενος ο ίδιος σε έναν τόπο εθνικής εξορίας, αποτόλμησε να ωθήσει τη μνήμη στην απενοχοποίησή της, προσπάθησε να γίνει κοινωνός μιας ιστορίας που δε θα ντρέπεται να υμνήσει, γιατί όχι, ακόμη κι έναν τζίτζικα.
Στράφι.
«Ο Τσίντσικας»
Πως σ’ αγαπάω τσίντσικα τραγουδιστά!
Σ’ ένα κλαρί ψηλά-ψηλά καβάλα
Πρωί ‘ναι ή μεσημέρι, δεν ρωτάς, γλεντάς
Κι ουδέ λεπτό δε δίνεις για τα άλλα.
Φαγί, πιωτό, να κλέψης άλλου ας να μη!…
Και φόρτωμα δεν είσαι• τα κλαράκια
αν βαρεθείς εκείνα, πάεις παρακεί
κι άμα σε διώξουν φεύγεις δίχως κακία.
Να κλάψεις να στενάξεις δεν τ’ ώχεις στο
νου, αν δε σε θέλ’ η μία βρίσκεις άλλη,
δεν χάθηκεν ο Κόσμος! συ ‘σαι γνωστικός
κι ας λένε που έχεις άδειο το κεφάλι.
Εσύ ΄γεννήθης μόνο για να τραγουδάς,
και το τραγούδι ‘ ξέρεις απ ‘τη φύση
και δε ζητείς με το στανιό ό,τι ο Θεός
δεν θέλησε σ’ εσένα να χαρίσει.
Σε λένε ζητιάνο, τσίντσικα φτωχιέ!
που γύρεψες του μύρμηγκα σιτάρι…
οι παλιοψεύτες! ενώ εσύ
ποτέ σου δεν άφηκες το κλωνάρι…
Δεν φταις! ετσ’ είν’ ο κόσμος, πάντοτε κακός,
εχθρεύετ’ ο πεζός τον καβαλάρη,…
μήπως χωνεύει ο έμπορος τον ποιητή
γρηά τη νιά, ή γέρος το παλληκάρι;
Τραγούδα φίλε, για τον κόσμο μη ρωτάς
Τραγούδησε της γης τα τόσα κάλλη,
κι αν σκάσεις απ’ την πείνα; Αί! υπομονή!…
μήπως δε θα ψοφήσουν κι όλοι οι άλλοι;
Κάλλιο απ’ την πείνα να ψοφάς, ή τρώγοντας
ό,τι με πόνο μάζεψαν οι άλλοι…
κι αν τώρα είσαι δυστυχής, έχει ο Θεός!
θαλθή καιρός, να ξαναζήσεις πάλι.
Αναστάσης Ι. Κουλουριώτης
(Anastasas Kullutioti)
Τα περισσότερα στοιχεία αντλήθηκαν από την, γραμμένη στα αρβανίτικα και φυσικά ακόμη αμετάφραστη για εμάς, πραγματεία του Zihni Reso με τίτλο “Anastas Kullutioti…” τα οποία και περισυνέλλεξε ο Νίκος Σαλτάρης στο τρίτο μέρος του βιβλίου του “Μήτρος – Τρούκης (αρβανίτης ποιητής του 19ου αιώνα)”, εκδόσεις Γέρου, Αθήνα 1987.











– Η φράση «πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη» προέρχεται από τους Αρβανίτες κατοίκους της προ του 1821 Αθήνας και οι οποίοι, όταν γινόταν κάποια εισβολή στην αττική από Τούρκους, προτιμούσαν να πάνε να κρυφτούν στην Κούλουρη (Σαλαμίνα) και όχι στα μεσόγεια διότι και είχαν μεγαλύτερη εθνολογική συγγένεια, και μιλούσαν την ίδια διάλεκτο, με αυτούς παρά με τους Αρβανίτες των μεσογείων [Μπίρης «Αρβανίτες οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού»] αλλά και τους ήταν ευκολότερο να ξεφύγουν προς τα εκεί.
– το 1912 στην περίφημη ναυμαχία της Έλλης, με την οποία ουσιαστικά η απελευθερώθηκαν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, ο ναύαρχος Κουντουριώτης δίνοντας το σύνθημα για επίθεση φώναξε στους Υδραίους (Αρβανίτες) ναύτες του: βράς (δηλαδή φωτιά) διότι αν τους φώναζε φωτιά ή πυρ δε θα καταλάβαιναν [με βάση μαρτυρία που ανεφέρει ο Νίκος Εγγονόπουλος]
– μια πολύ αξιόλογη επίσης καταγραφή, στην αρβανίτικη γλώσσα, δημοτικών τραγουδιών, μπορεί να βρει κάποιος στο cd «Μονωδίες από τον Παρνασσό και τον Ελικώνα» από το ίδρυμα Μουσικό και Λαογραφικό Αρχείο Μέλπω Μερλιέ
να συμπληρώσω ότι από το ίδρυμα Μουσικό και Λαογραφικό Αρχείο Μέλπω Μερλιέ κυλοφορεί και το διπλό cd Αρβανίτικα τραγούδια για το οποίο όμως δεν έχω ιδίαν άποψη.
Το βιβλίο του Μπίρη «Αρβανίτες οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού» αξίζει να το διαβάσει κανείς ανεξάρτητα αν είναι Αρβανίτης ή όχι. Οι Αρβανίτες έχουν παίξει άλλωστε καθοριστικό λόγο στην ιστορία αυτού του τόπου. Εγώ, σαν πρόσφυγας Πόντιος, δεν έχω παρά να το αναγνωρίσω.
Παρόμοιες ιστορίες με αυτές στο Μαρτίνο υπάρχουν σε πολλά μέρη. Στο Καπανδρίτι για παράδειγμα ακόμα ομιλούνται τα αρβανίτικα αν και αρκετά περιορισμένα πλέον, ενώ στα Μεσόγεια έχουν εκλείψει .
Ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο του «Τα Καπάκια» έχει επίσης αρκετές αναφορές στους Αρβανίτες αγωνιστές του ʼ21 με μερικά περιστατικά τα οποία τώρα μας φαίνονται χαριτωμένα τότε όμως ήταν απολύτως φυσιολογικά.
Θα ήθελα να δω με ενδιαφέρον μια συγκριτική μελέτη ανάμεσα στην επίδραση της Αρβανίτης και της Σλάβικης γλώσσας, εθίμων, κτλ. στον Ελλαδικό χώρο.
Να προσθέσω κι εγώ μια χάντρα σ’ αυτό το κομπολόι των βιβλιογραφικών αναφορών 🙂
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τέλλου Άγρα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης: “Έμαθε θαυμάσια τρεις ξένες γλώσσες – τα γαλλικά, τα ιταλικά, τ’ αγγλικά. (Μιανής τέταρτης -εννοώ τα… αρβανίτικα, που είναι, καθώς εκείνος έγραφε τότε στη Νέα Εστία, κάτι εντελώς άλλο από την αλβανική- εσχεδίαζε ένα Λεξικό.)”
Περιοδικό “Νέα Εστία”, τεύχος 398-399, 1 και 15 Ιανουαρίου 1944, σελ. 96.
μεγαλωμένος στη σαλαμίνα, κάποιες εικόνες της δεκαετίας του 90′ είναι απροσπέλαστες. γιατί δε ξεχνώ τις γιαγιάδες από τη γειτονιά, που χωρίς δυσκολία αντάλλαζαν κουβέντες με τα ταλαίπωρα κύματα των ξενιτεμένων σκιπτάριων. αυτές υποδέχτηκαν, ως διερμηνείς, τους αλλόγλωσσους εμιγκρέδες στα μέρη μου -χωρίς να πολυθέλουν είναι η αλήθεια-
και παιδί εγώ τότε, δεν ήξερα τι να πιστέψω.
με λίγα λόγια, η σχέση μου με τα αρβανίτικα είναι περισσότερο βιωματική παρά βιβλιογραφική, οπότε αυτό που προτείνω είναι ένα υπέροχο αρβανίτικο τραγούδι, ερμηνευμένο εξίσου υπέροχα από τη δόμνα σαμίου:
http://www.youtube.com/watch?v=J-E3F9qZP0g&feature=PlayList&p=08DA82D0D35E9BB2&playnext=1&playnext_from=PL&index=5
σαμσών, ευχαριστώ για την αναδημοσίευση του σχολίου.
χαρά μου.
Κανονικά θα έπρεπε να δακρύσω στο άκουσμα της πατρίδας μου, αλλά θα το σημειώσω για μια άλλη φορά. Εξάλλου, όπως ο κος Κουλουριώτης, έτσι κι εμείς κάποτε θα βγάλουμε εισιτήριο (ενώ χρόνο το χρόνο θα αλλάζουμε συνεχώς), η Σαλαμίνα όχι μόνο δεν θα πάει πουθενά, αλλά δεν θα αλλάξει και στο ελάχιστο (έχω με το μέρος μου τη στατιστική των ψυχών). Όπως ο δήμαρχος έτσι και όλοι (μας) εδώ. Στην ανάγκη μας μην πέσεις, δεν θα σηκωθείς πότε.
Το αρβανίτικο στοιχείο του παππού μου εξαλείφθηκε εν τέλει, ήρθε το νεοελληνικό που με τη σειρά του έφερε, ανέθρεψε και καθιέρωσε την πιο κακή μορφή του νεοαλβανικού.
Την καλησπέρα μου.
φίλε χρήστο, πολύ καλά κάνεις και δε σπαταλάς τα δάκρυα σου διότι δε περισσεύουν. κράτησε τα για πιο κατάλληλες στιγμές. νομοτελειακά η εκδίκηση θα είναι αυτεπίστροφη,
κι ο θρήνος μας τότε μαγευτικός.
Με ενδιαφέρει πολύ το θέμα των αρβανιτών και της γλώσσας τους. Είμαι αρβανίτισσα και από τους δυο γονείς. Στο χωριό του πατέρα μου και του άντρα μου, 71 χρονών και 40 αντίστοιχα, μιλούν τα αρβανίτικα, μέχρι και τα μικρά παιδιά ακόμη και σήμερα. Όσοι, δε, είναι μέχρι και την ηλικία του άντρα μου, την είχαν για μητρική γλώσσα. Το χωριό λέγεται Λίμνες Αργολίδος και νομίζω αποτελεί μελέτη περίπτωσης για όποιον ενδιαφέρεται σχετικά.
Όποιος δε, έχει βιβλιογραφία για το θέμα της αρβανίτικης γλώσσας στην εκπαίδευση (εκτός από τα βιβλία που αναφέρθηκαν παραπάνω) θα παρακαλούσα να μου τη στείλει.