ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ
ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΑΠ’ ΟΣΑ ΡΕΥΜΑΤΑ έκαναν την εμφάνισή τους στην ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες, κανένα δεν υπήρξε περισσότερο αντιλεγόμενο από εκείνο που συνέδεσε το όνομά του με την αναβίωση του έμμετρου και ομοιοκατάληκτου στίχου. Το ρεύμα αυτό, που από κάποιους θεωρήθηκε κίνημα και από άλλους σχολή, υπήρξε εξ αρχής φαινόμενο υπερεθνικό, αφού οι πρώτες εκδηλώσεις του παρουσιάζονται σχεδόν ταυτόχρονα στην Ευρώπη και την Αμερική κατά τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, συστηματική θεωρητική θεμελίωση και συλλογική αντιπροσώπευση φαίνεται να έλαβε κυρίως στις ΗΠΑ, όπου και επικράτησε ο όρος new formalism.
Οι θιασώτες του νεοφορμαλισμού έθεσαν στο στόχαστρό τους τις αδυναμίες της σύγχρονης ποίησης, για την οποία ισχυρίστηκαν ότι έχει παγιδευτεί στην τροχιά ενός επιγονικού και γι’ αυτό όλο και πιο αναιμικού και αδιέξοδου μοντερνισμού. Η αποξένωση από το ευρύ ακροατήριο, η αγχώδης και άγονη καινοθηρία, ο εγκεφαλισμός, ο ακαδημαϊσμός, η σοβαροφάνεια, ο εξοβελισμός της μουσικότητας από το ποίημα, η εγκατάλειψη του λυρισμού και των αφηγηματικών τρόπων ήταν μερικά μόνο από τα σημεία όπου στάθηκε η κριτική τους. Απέναντι σ’ αυτά τα παθολογικά συμπτώματα, υποστήριξαν, η αναβίωση των παραδοσιακών μορφών θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αποδειχθεί δραστικό αντίβαρο.
Οι θέσεις των νεοφορμαλιστών προσέκρουσαν συχνά σε έντονες αντιδράσεις, ιδίως απ’ όσους ποιητές και κριτικούς δεν έπαψαν ποτέ να θεωρούν τον εαυτό τους συνεχιστή του νεωτερικού παραδείγματος. Ωστόσο, βρήκαν και σημαντική ανταπόκριση. «Είμαι βέβαιος πως όχι μόνον εγώ θα σας είμαι ευγνώμων», θα γράψει το 1990 ο Άρθουρ Μίλλερ στους συντελεστές του περιοδικού The Formalist, του πιο γνωστού ίσως εκφραστή των ιδεών του ρεύματος στην Αμερική. «Ξεφυλλίζοντας το πρώτο τεύχος, διαπίστωσα με φρίκη ότι είχα σχεδόν εγκαταλείψει την ιδέα ότι η ποίηση είναι τέχνη ικανή να τέρπει».
Οι νεοφορμαλιστές μίλησαν με έμφαση για τις αρετές του έμμετρου στίχου, προ πάντων ζήτησαν να τον απαλλάξουν από τη μομφή του «τεχνητού κατασκευάσματος» που τον βάρυνε από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στην εισαγωγή της ανθολογίας τους Strong Measures: Contemporary American Poetry in Traditional Forms (Νέα Υόρκη 1986), οι επιμελητές της, Φίλιπ Ντέησυ και Ντέηβιντ Τζως, σημειώνουν:
Κανονικός και ελεύθερος στίχος είναι και οι δύο εξίσου «τεχνητοί» και «φυσικοί», αν και βέβαια όχι με τον ίδιο τρόπο. Ο ελεύθερος στίχος διεκδικεί για τον εαυτό του τον τίτλο του φυσικού, επειδή η μέθοδος με την οποία αναπτύσσεται είναι «οργανική»· ο μορφικός στίχος, επειδή έχει τις καταβολές του στην ανθρώπινη φυσιολογία και παρουσιάζει ομοιότητες με δομές της φύσης… H περίτεχνη συμμετρία και μαθηματική ακρίβεια των παραδοσιακών μορφών είναι, με τον τρόπο της, εξίσου «φυσική» με την οργανική μορφή του ελεύθερου στίχου. Αν μια μορφή στα μάτια μας φαντάζει τεχνητή, ας αναλογιστούμε ότι το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για κάθε άλλη μορφή στη φύση.
Την ίδια πάνω κάτω περίοδο στην Ευρώπη, ο Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, ο δημοφιλέστερος Γερμανός ποιητής του καιρού μας, θα αναλάβει την υπεράσπιση της ομοιοκαταληξίας απέναντι στις αιτιάσεις ότι η χρήση της υποθάλπει την επανάληψη και την κοινοτοπία:
«Ο πρώτος που –αιώνες πριν!– έπλεξε ομοιοκαταληξία με τις λέξεις Herz και Schmerz ήταν ιδιοφυΐα. Ο χιλιοστός που τον μιμείται δεν είναι παρά κρετίνος.» Έτσι αποφαινόταν ο Άρνο Χολτς, γύρω στα 1890. Λάθος, μεγάλο λάθος! Ο πρώτος που έβαλε το Herz να ομοιοκαταληκτήσει με το Schmerz ήταν άνθρωπος δίχως άλλο τακτικός και εύστροφος, ο εκατομμυριοστός όμως που θα τα καταφέρει να ζευγαρώσει σε μια ρίμα τις δυο αυτές λέξεις με τρόπο πειστικό, τερπνό ή και απλώς αβίαστο, θα είναι ιδιοφυΐα.
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, όπως είναι γνωστό, «μανιφέστο» της επανεμφάνισης των παραδοσιακών μορφών θεωρήθηκε η έκδοση το 1991 του Τριωδίου, μιας συλλογής με τρεις όλες κι όλες μπαλάντες γραμμένες από τον Διονύση Καψάλη, τον Γιώργο Κοροπούλη και τον Ηλία Λάγιο. Δύο χρόνια αργότερα οι ίδιοι, με τη συνέργεια αυτή τη φορά και του Μιχάλη Γκανά, θα εκδώσουν την Ανθοδέσμη, μια συναγωγή «Ποιημάτων και τραγουδιών για μια νύχτα». Στο έργο των δημιουργών τους, η θέση των δύο αυτών βιβλίων είναι μάλλον δευτερεύουσα και πάντως όχι αντιπροσωπευτική. Ως συλλογική χειρονομία ωστόσο δεν μπορούν να υποτιμηθούν, αφού στην απήχησή τους πιστώνεται εν πολλοίς το ότι η έμμετρη γραφή έπαψε έκτοτε να αποτελεί ταμπού.
Βεβαίως, και στην Ελλάδα η στροφή προς την συστηματικότερη καλλιέργεια του έμμετρου στίχου είναι αρκετά παλαιότερη, αφού τα πρώτα σχετικά δείγματα γραφής ανατρέχουν στη δεκαετία του ’80. Στο σημείο αυτό, μια παρέκβαση είναι ίσως αναγκαία. Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι παραδοσιακές μορφές δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ εντελώς στην ελληνική ποίηση του Μεταπολέμου, αφού τις συναντούμε σποραδικά στο έργο αρκετών, νεωτερικών κατά τ’ άλλα στην τεχνοτροπία τους, ποιητών όλη αυτήν την περίοδο έως την δεκαετία του ’80. Πρόχειρα αναφέρω τους Άρη Δικταίο, Κλείτο Κύρου, Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, Βύρωνα Λεοντάρη, Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, αλλά και τον «Μανούσο Φάσση» του Μανόλη Αναγνωστάκη. Ωστόσο, πρόκειται ως επί το πολύ για απλές επιβιώσεις της κλασσικής μετρικής, που ως τέτοιες δεν αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία του ελεύθερου στίχου, ούτε υπαινίσσονται ότι αυτός έχει περιπέσει σε κρίση. Αντίθετα, αρκετοί από τους ποιητές της τελευταίας εικοσιπενταετίας που στράφηκαν προς την παραδοσιακή μετρική ή δανείστηκαν στοιχεία της, παρακινήθηκαν στο εγχείρημά τους αυτό ακριβώς από τη διάγνωση της εκφραστικής κρίσης του ελεύθερου στίχου και την επιθυμία τους να την υπερβούν. Η περίπτωση του Νάσου Βαγενά (Σκοτεινές μπαλάντες, 2001) είναι εδώ ενδεικτική.
Με την έννοια αυτή, απώτερο προανάκρουσμα του νεοφορμαλισμού στην Ελλάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί η Παρτούζα του Νίκου Φωκά που πρωτοείδε το φως της δημοσιότητας στα 1981. Κι αυτό διότι τόσο η κριτική που ο Φωκάς ασκεί στη σύγχρονη ποίηση με τα όσα προεισαγωγικά παραθέτει, όσο και η έμπρακτη διέξοδος που προτείνει, συμπίπτουν κατά βάση με την κριτική και το πρόγραμμα των νεοφορμαλιστών. Οι πρώτοι δεκαπεντασύλλαβοι αυτού του εκτενούς αφηγηματικού ποιήματος, γράφει ο Φωκάς, προέκυψαν ως «αντίδραση στη μιμητικότητα, την εγκεφαλικότητα και τον κομφορμισμό του μεγαλύτερου μέρους της σημερινής λογοτεχνικής παραγωγής». Και συμπληρώνει:
Στον αγώνα μου με τις λέξεις… απέκλεισα όλες τις σύγχρονες πρακτικές: την αφαίρεση, την αραίωση, την υπαινικτικότητα, την αποσπασματικότητα, σε συνδυασμό με μια ιδεαλιστική έφεση για αθώωση ή εξηρωϊσμό μιας πρωταρχικά υπανθρώπινης ύλης από την οποία –αλίμονο– συνίσταται ο άνθρωπος. Πρέπει ακόμα να προσθέσω πως διασκέδαζα γράφοντάς το, ένα ποίημα τόσο αντιρητορικό, αντιδιδακτικό, αντισοβαροφανές και προπάντων τόσο φρικτά κατανοητό.
ΣΗΜΕΡΑ, ΤΡΕΙΣ ΣΧΕΔΟΝ δεκαετίες μετά τις παρατηρήσεις του Φωκά, μια ματιά στο τοπίο της ελληνικής ποίησης πείθει ότι ο έμμετρος λόγος έχει ξαναπιάσει βαθιές ρίζες. Μολονότι ο ελεύθερος στίχος εξακολουθεί να δεσπόζει και μολονότι οι ποιητές που γράφουν αποκλειστικά με μέτρο και ρίμα είναι συγκριτικά λίγοι, ολοένα περισσότεροι είναι οι ποιητές όλων των ηλικιών που ανακαλύπτουν για λογαριασμό τους τις δυνατότητες του παραδοσιακού στίχου και τον εντάσσουν στο εκφραστικό τους ρεπερτόριο. Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η έμμετρη και ομοιοκατάληκτη γραφή μεταξύ των νεότερων ή και νεότατων ποιητών, και μάλιστα αυτών που δημοσιεύουν στο Διαδίκτυο. Δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις παλαιότερων δημιουργών που στράφηκαν με επιτυχία στις παραδοσιακότερες μορφές, κάποιοι μάλιστα έδωσαν το καλύτερο μέρος του έργου τους μετά τη στροφή τους αυτή.
Η περίπτωση του Ορέστη Αλεξάκη από τα Αγαθά παιγνίδια (1994) και εντεύθεν είναι νομίζω η πλέον χαρακτηριστική. Πέραν του Αλεξάκη, μνημονεύω εδώ από τους παλαιότερους τον Μάριο Μαρκίδη, τον Τάσο Ρούσσο, την Άντεια Φραντζή, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Γιάννη Ευσταθιάδη και τον Κώστα Σοφιανό. Εντελώς ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Νίκου Π. Παπαδόπουλου. Η έμμετρη σατιρογραφία του Γιώργου Κεντρωτή συγγενεύει στενά μαζί του. Με την μορφή του ελισσαβετιανού ή σαιξπηρικού σονέτου πειραματίζεται ο Βασίλης Λαλιώτης. Από τους νεότερους, όσων βιβλίο ή βιβλία έχω υπ’ όψιν μου, στέκομαι στους Δημήτρη Κοσμόπουλο, Δούκα Καπάνταη, Γιώργο Βαρθαλίτη, Δημήτρη Ελευθεράκη, Δημήτρη Σολδάτο, Ιωάννη Ν. Κυριαζή, Κώστα Καρτελιά, Σοφία Κολοτούρου, Θεοδόση Βολκώφ. Κάποιοι από αυτούς πρωτοξεκίνησαν να δημοσιεύουν στο Ίντερνετ. Ιδιαίτερο παράδειγμα διαδικτυακού ποιητή είναι ο «Στιχάκιας», το ύφος του οποίου συγκρίθηκε με τον Σουρή.
Την ίδια στιγμή, είναι βεβαίως φανερό ότι ο αμιγής νεοφορμαλισμός έχει παραχωρήσει τη θέση του σε μια μορφική πολυμέρεια, σ’ έναν multiformalism, όπως αποκλήθηκε προσφυώς, που κείται επέκεινα τόσο της μονοκαλλιέργειας του νεωτερικού ελεύθερου στίχου όσο και της αυστηρά κλασσικής μετρικής. Μένει βεβαίως το ερώτημα αν αυτού του είδους η συνύπαρξη αποτελεί ουσιαστική σύνθεση ή αν είναι μια απλή παιγνιώδης συμπαρεύρεση, ένα ακόμη δείγμα μεταμοντέρνου εκλεκτικισμού. Ωστόσο, το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί γενικά, αλλά θα απαιτούσε την εξέταση του έργου καθενός ποιητή ατομικά. Έτσι, για μια μερίδα των ποιητών που εργάζονται με τις μορφές της κλασσικής στιχουργίας, η επιλογή τους αυτή δεν φαίνεται να συγκρούεται με την καινοθηρική λογική του μοντερνισμού, αλλά αντιθέτως να την προεκτείνει. Απλώς, η επιδίωξη της πρωτοτυπίας, μη έχοντας πλέον ζωτικό χώρο να εκδηλωθεί στο πεδίο του καθ’ αυτό ελεύθερου στίχου, εισέρχεται και στην επικράτεια του παραδοσιακού, ενώ οι θιασώτες της καταφεύγουν πλέον σε άλλα μέσα σκανδαλισμού του αναγνώστη, αυτή τη φορά στην πρόκληση του «αναχρονισμού». Οι πολυσυζητημένες Vidas improbables (1995) του Ισπανού Φελίπε Μπενίτεθ Ρέγες λ.χ., θα μπορούσαν ίσως να ενταχθούν σ’ αυτήν την κατηγορία. Καθώς συντίθενται από ποιήματα γραμμένα σε όλες σχεδόν τις τεχνοτροπίες, από το σονέτο ώς την «νεοπρωτοπορία», συνιστούν μάλλον ειρωνικό σχόλιο για τη σημερινή conditio poetica, παρά θετική πρόταση που αποβλέπει στην υπέρβασή της.
Αντιθέτως, για τους συγγραφείς που συνδιαμόρφωσαν τις βασικές θέσεις του νεοφορμαλισμού τη δεκαετία του ’80, το αίτημα της επιστροφής στο μέτρο και την ομοιοκαταληξία έχει ασφαλώς πολύ βαθύτερο περιεχόμενο. Κατά τη γνώμη τους, ο μοντερνισμός, η ακραία εξατομίκευση της καλλιτεχνικής μορφής δηλαδή, και η συναφής απόρριψη στο όνομα της ελευθερίας του καλλιτέχνη της όποιας μορφικής δέσμευσης, έχουν οδηγήσει την ποιητική γλώσσα στον κατακερματισμό – σε μια πανσπερμία προσωπικών ιδιωμάτων, χωρίς τίποτα κοινό μεταξύ τους. Το πλήθος των ιδιωμάτων αυτών –και η ραγδαία εναλλαγή τους στο προσκήνιο της δημοσιότητας– υπερβαίνει κατά πολύ τη δυνατότητα του κοινού να τα προσεγγίσει και να τα αφομοιώσει, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι συχνά έχουμε να κάνουμε με τρόπους γραφής ερμητικούς και κατάφορτους με λόγια ή και σχολαστικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρης κοινωνική απαξίωση της ποίησης, ο αυτοεγκλεισμός της στα τείχη μιας κλειστής συντεχνίας. Απέναντι σ’ αυτόν τον γενικευμένο σολιψισμό, όπου όλοι γράφουν για λογαριασμό τους αδιαφορώντας επιδεικτικά για το τι γράφουν οι άλλοι δίπλα τους, πόσω μάλλον για τις προτιμήσεις ή τις αντοχές του κοινού, η επάνοδος σε μορφές έκφρασης «δοσμένες», τουτέστιν λιγότερο υποκειμενικές, είναι μονόδρομος.
Για τους ποιητές αυτής της γραμμής, το ζητούμενο δεν είναι λοιπόν η πρόταξη ενός ακόμη αισθητικού προγράμματος, η ανάδειξη ενός ακόμη λογοτεχνικού κινήματος. Αλλά η δημιουργία εκ νέου μιας πραγματικά κοινής ποιητικής γλώσσας, ικανής να συναιρέσει τα γονιμότερα στοιχεία της παραδοσιακής μορφοπλασίας με αυτά της νεωτερικής. Μιας γλώσσας ευρύχωρης μεν αλλά όχι χαώδους, δυναμικής αλλά όχι άναρχης. Σ’ αυτή τους την επιδίωξη, οι νεοφορμαλιστές συναντώνται με τους προβληματισμούς όλων εκείνων όσοι διατύπωσαν ανάλογα αιτήματα στο πεδίο των λοιπών τεχνών αλλά και των κοινωνικών επιστημών τις τελευταίες δεκαετίες. Η αναβίωση της παραστατικότητας στη ζωγραφική και τη γλυπτική, η στροφή προς τη χρήση παραδοσιακών μορφών στη μουσική και την αρχιτεκτονική, το εγχείρημα να ανασυνδεθεί η ιστοριογραφία με την τέρψη της αφήγησης, η κίνηση για έναν νέο ανθρωποκεντρισμό στα κλασσικά γράμματα και τις φιλολογικές σπουδές είναι μερικά μόνο από τα αιτήματα αυτά.
ΕΙΔΑΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΡΕΥΜΑ του νεοφορμαλισμού, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, μετράει ήδη δυόμισι τουλάχιστον δεκαετίες ζωής. Ο χώρος δεν επαρκεί για έναν εκτενή απολογισμό. Ανεξαρτήτως πάντως από το πώς κρίνει κανείς τις προγραμματικές τους προθέσεις, θεωρώ ότι οι νεοφορμαλιστές συνέβαλαν αποφασιστικά στην αναζωογόνηση του ποιητικού λόγου, αλλά και στην άνοδο της ποιότητας του αναστοχασμού των ποιητών για τη θέση της τέχνης τους στον σύγχρονο κόσμο. Βιβλία όπως ο Κρότος του χρόνου του Δ. Καψάλη, για να αναφέρω ένα εντελώς πρόσφατο παράδειγμα, ανήκουν στα ευτυχέστερα, τα πιο ολοκληρωμένα βιβλία όχι μόνο της έμμετρης αλλά εν γένει της ελληνικής ποίησης των τελευταίων ετών. Και η παλαιότερη συλλογή δοκιμίων του ιδίου Τα μέτρα και τα σταθμά (1998) περιέχει μερικά από τα καλύτερα κείμενα που διαθέτουμε στη γλώσσα μας για τον λυρισμό.
Όμως πέρα από τη θετική επίρροια που οι ιδέες του νεοφορμαλισμού άσκησαν στην εξέλιξη του ενός ή του άλλου ποιητή, στην ευεργετική του απήχηση πρέπει να προσγράψουμε και μια σειρά άλλες εξελίξεις που πλούτισαν την ελληνική ποίηση τα τελευταία χρόνια. Σ’ αυτές καταλέγω την αναγέννηση της σάτιρας και της παρωδίας, τις οποίες για λόγους ευνόητους η νεωτερική ποίηση είχε παραμελήσει – ως γνωστόν, η ποιητική σάτιρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εκφραστικές δυνατότητες της παραδοσιακής μετρικής. Και ακόμη, την ανασύνδεση της ποίησης με τη φυσική κοίτη του τραγουδιού και την απόπειρα να καλλιεργηθούν εκ νέου σημαντικά είδη, όπως η παιδική και η αφηγηματική ποίηση, που έως πρότινος είχαν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί.
Και η γόνιμη επίδραση του νεοφορμαλισμού δεν εξαντλείται εδώ. Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της λογοτεχνίας του παρελθόντος, η ανάκαμψη του έμμετρου λόγου στη σύγχρονη ποίηση οδήγησε με σταθερά βήματα στην ανατίμηση και της προνεωτερικής ελληνικής ποίησης. Η ανάσυρση από τη λήθη ποιητών σημαντικών όπως ο Άγρας, ο Μαλακάσης, ο Γρυπάρης, η δυναμική επάνοδος στο επίκεντρο του εκδοτικού και του κριτικού ενδιαφέροντος μεγεθών όπως του Παλαμά και του Σικελιανού, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την εξοικείωση των σημερινών αναγνωστών, ποιητών και κριτικών με τις παραδοσιακές μορφές, που μεσολάβησε. Στον χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης, η ανάκαμψη του έμμετρου λόγου μάς επέτρεψε να δούμε τα έργα αρκετών κλασσικών συγγραφέων με βλέμμα απαλλαγμένο επιτέλους από το άγχος της κυριολεξίας και της κατά λέξιν απόδοσης, που κατατρύχει το μεγαλύτερο μέρος των ποιητικών μεταφράσεων του μοντερνισμού. Για να μνημονεύσω δύο μόνο από τις σπουδαίες έμμετρες μεταφράσεις των τελευταίων ετών, ούτε ο Οβίδιος του Θ. Παπαγγελή (Ερωτική τέχνη, 2000), ούτε ο Καλδερόν του Ν. Χατζόπουλου (Η ζωή είναι όνειρο, 2003), θα ήταν νοητοί έξω από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιούργησε η νεοφορμαλιστική στροφή.
Last but not least, όπως πολλά παραδείγματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό καταδεικνύουν, η αναπάντεχη συνεύρεση της έμμετρης γραφής με το Διαδίκτυο –μιας μακραίωνης στιχουργικής παράδοσης από τη μια πλευρά, και ενός εντελώς νέου τεχνολογικού μέσου από την άλλη– φαίνεται να καθιστά και πάλι εφικτό ό,τι γενιές και γενιές ποιητών είχαν μάθει να πιστεύουν ανέφικτο: την άμεση και απρόσκοπτη επικοινωνία της τέχνης τους με ένα νέο, και νεανικότερο, κοινό.
Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, τχ. 44, Ιούνιος 2008
© Κώστας Κουτσουρέλης











Από το Γαλαξείδι όπου βρίσκομαι εκδρομή μπήκα για να αφήσω ένα σχόλιο στο συγκεκριμένο κείμενο. Η αγάπη μου για το μέτρο και την παραδοσιακή ποίηση γνωστή στους παροικούντες το Ποιείν και όχι μόνο.
Θεωρώ αυτό το δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη ως το σημαντικότερο δοκίμιο σχετικά με την έμμετρη ποίηση σήμερα που έχει γραφτεί εδώ και χρόνια (μετά τα κείμενα περί επαναμάγευσης της ποίησης που γράφτηκαν από τον Βαγενά το 2001 αν θυμάμαι καλά, καθώς και τα δοκίμια του Καψάλη στον τόμο “μέτρα και σταθμά”.)
Με λυπεί το γεγονός ότι κάθε τόσο αναγκαζόμαστε να υποστηρίζουμε και με θεωρητικό-δοκιμιακό λόγο αυτά που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα, δηλαδή ότι ο έμμετρος-ομοιοκατάληκτος λόγος υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει (και όχι μόνον στο τραγούδι) γιατί υπάρχουν και ποιητές που τον προτιμούν και τον αγαπούν.
Ωστόσο, η ανάγκη θεωρητικής υποστήριξης και τεκμηρίωσης προκύπτει από την αμφισβήτηση που εξακολουθούμε (αναίτια, πιστεύω) να δεχόμαστε, εμείς που αγαπούμε την παραδοσιακή ποίηση.
Με αμφισβήτηση ή χωρίς, το γεγονός παραμένει: Υπάρχουμε σήμερα τουλάχιστον 20 ποιητές που προτιμούμε (άλλοι καθ’ ολοκληρίαν και άλλοι μαζί με τον “ελεύθερο” στίχο την παραδοσιακή ποίηση.
Η γνώμη μου είναι ότι οι άνθρωποι είναι αυτοί που δημιουργούν τις γενιές και τα κινήματα. Κι εφ΄όσον οι άνθρωποι υπάρχουμε (και πολλοί εξ ημών αναφέρονται και ονομαστικά στο δοκίμιο) δεν θα αργήσουμε να γίνουμε και….κίνημα.
Για μένα, δεν υπάρχει πλέον α ί τ η μ α επαναφοράς του μέτρου. Υπάρχει αυτό που λέει ο Κώστας Κουτσουρέλης: το μέτρο έχει ε π α ν έ λ θ ει στην ποίησή μας, είτε το αμφισβητούν κάποιοι είτε όχι.
Προσωπικά, χαίρομαι που το ίντερνετ που έχει δώσει τη δυνατότητα γνωριμίας και ανταλλαγής απόψεων με τους ομοτέχνους μου. Αλλιώς θα πίστευα πως μόνο εγώ επιμένω να γράφω “ποίηση που κανένας δεν καταλαβαίνει” , που θα έλεγε κι ο Σεφέρης. Ευτυχώς, δεν είναι έτσι…
Καλή η ευκαιρία, φίλοι, για ένα γόνιμο διάλογο. Νομίζω, και ο Ν. Βαγενάς κινείται από καιρό προς ανάλογες επεξεργασίες. Όπως και άλλοι κριτικοί και δημιουργοί. Όμως ας μη νομισθεί ότι η τάση αυτή για ανάκτηση του έμμετρου στίχου αποτελεί και την “πανάκεια” δια πάσαν νόσον […] της συγχρόνου ποιήσεως. Να διαγράψουμε το απελευθερωτικό στοιχείο στη μορφή και στο περιεχόμενο που αναζήτησαν και πρότειναν οι σοβαροί [τουλάχιστον] υπερασπιστές του ελεύθερου στίχου;
Κι ωστόσο υπήρξε μια κάποια κατάκτησις, μια κάποια χάρις και εις τον στίχον τον ελεύθερον!
Ή ως ο ιερεύς Α. Εμπειρίκος έλεγεν:”Η τρομερή ιστορία δεν τελείωσε […]Το σύστημα δεν απεκρυσταλλώθη…Η εξουσία του ενεστώτος έτους εβάρυνε την κυκλικήν διέλευσιν της ισοβαθμίου χορωδίας..Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας”!
ΕΙΜΕΘΑ ΟΛΟΙ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ;
κ. Μίχο αυτό το “ποίηση, ποιητές και ποιήματα” δεν σας θυμίζει κάτι;
αν όχι θα απευθυνθώ στον κ. Σοφιανό…
κύριε Μίχο
μόλις επιστρέφω από τη σελίδα σας θαμπωμένη στ΄αλήθεια..δε δίνετε τη δυνατότητα σχολιασμού στα λόγια σας, γι΄αυτό σας γράφω από δω να σας ευχαριστήσω ειλικρινά για όσα διάβασα..
να είστε καλά
Μίχο,
δεύτερος μέσα σε ένα 24ωρο που γράφει θετικά για σένα.
Να αρχίσεις να ανησυχείς.
Θα περάσουν πολλά χρόνια ακόμα, για να ανακαλύψουν και πάλι οι κριτικοί – των τωρινών τα εγγόνια – πως σημασία δεν έχει η μορφή, αλλά το περιεχόμενο.
Και ίσως τότε γραφούν λίγες σειρούλες στα μεγάλα λεξικά και τις ανθολογίες , γιά όσους τίμησαν την ουσία και δεν επιδόθηκαν σε “άδειες του λόγου ακροβασίες”….
Η μορφή είναι μάλλον κάτι σαν τρόπος ύπαρξης του περιεχομένου.Αδύνατον να τ’αποσυνδεσεις αυτα τα δύο…
Αν κάποιος προσπαθήσει ν αποδώσει σε πεζό λόγο το…”περιεχόμενο” ενός σονέτου,απ’ τη στιγμή που θα το μεταγράψει σε πεζό λόγο ,θα το εξαφανίσει.
Άλλο περιεχόμενο κι άλλο νόημα.
Και κάτι για τη σχέση ποίησης και φιλολογίας:
Κι οι παλιατζήδες χρησιμοποιούν τα σιδηρικά κι οι αστροναυτες-μα αυτό δε σημαίνει πως θα δούμε παλιατζήδες να πηγαίνουν στο διάστημα…
ΥΓ.Κύριε Μίχο,ξεχασατε το Βάρναλη.
Είτε σε ελεύθερο είτε σε ισόμετρο ομοιοκατάληκτο στίχο, η μορφή του ποιήματος δεν υπαγορεύει και την αξία του. Υπάρχουν καλά και κακά ποιήματα και στις δυο μορφές.
Αυτός ο “διχασμός”, που είναι βαθιά ριζωμένος στο ελληνικό dna, τρώει την ποίηση…
Καλημέρα σας και πάλι. Σας γράφω εξίσου βιαστικά για να πω τούτο μόνο: Εγώ προσωπικά δεν μπαίνω στη διαδικασία σύγκρισης του παραδοσιακού και του ελεύθερου στίχου.
Είναι δύο μορφές που (καιρός είναι πια να) είναι εξίσου σεβαστές απ’ όλους μας, για να σταματήσει πλέον ο ανούσιος διχασμός και η αντιπαράθεση. Κι ας γράφει κι ας διαβάζει ο καθένας μας αυτό που προτιμά.
Σχετικά με τον κύριο Γαραντούδη, επειδή αναφέρθηκε κάπου το όνομά του παραπάνω, κι επειδή τυχαίνει να έχω μαζί μου το βιβλίο που μόλις εξέδωσε (πριν από ένα μήνα) θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι ανάμεσα στα 30 τόσα ποιήματα της συλλογής του βρίσκονται και δύο σονέτα, με αυστηρό μέτρο και ομοιοκαταληξία.
Η σχέση της μορφής με το περιεχόμενο και η αλληλεπίδραση τους είναι ζήτημα που έχει απασχολήσει τους ποιητές .
Θυμίζω το γνωστό ποίημα του Κ. Παλαμά από τη συλλογή “ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΙΡΑ” “ΤΟ ΠΙΟΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ”
“… δόξα στο ποτήρι που είν’ ο θησαυρός
δόξα στο χρυσάφι που έγινε ομορφιά
κι είναι απάνω απ’ τ’ άνθια κι από τα πιοτά……………
Νάξερα τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ!
Α! το πιοτό και το πιοτό και το πιοτό!
δος μου κι όπου και όπως,
ο διψασμένος είναι στρατοκόπος.
Και μες στο ευκολοσύντριφτο κι αστόλιστο φτηνό γυαλί
και στο χοντροπελεκητό χωριάτικο κροντήρι,
κέρνα με κέρνα με σ’ όποιο ποτήρι!
Το πιοτό θέλω το μοιρόγραφτο χωρίς
τον κεραστή. Το χάρισμα κι ας λείπει ο χαριστής
Θέλω τα ρόδα του Απριλιού να μυριστώ,
δε συλλογιέμαι τον Απρίλη..……………………………
Α! το ποτήρι, το ποτήρι, το ποτήρι!
Αυτού ο καημός κι αυτού ο δαρμός μιαν ώρα αρχύτερα στη γης
τη μαύρη θα με γείρει…
… άδειο ή γεμάτο δος μου το να το σφιχτοκρατώ,
κι όποιο κι ας είναι. Το νερό απ’ το ρυάκι,
κι ας είναι της ταβέρνας το κρασί
κι αφιόνι ας είναι και φαρμάκι
Δος μου το εσύ, δος μου το εσύ.
Τάχα για ποιο ξεχωριστά, πιο δυνατά καρδιοχτυπώ
κι από τους δυο σκληρότερα καημούς ποιος θα με δείρει;
Το που με καίει και με χτυπάει και με μεθάει πιοτό;
ή τ’ ολόχρυσο κι ολάκριβο το μέγα το ποτήρι
που με κεράσαν κι ήπια το πιοτό;
Ποιος ξέρει τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ! ”
Εκφράζει πιστεύω με μεγάλη ακρίβεια τον προβληματισμό , γιά την προτίμηση της μορφής ή του περιεχόμενου
Ωστόσο θα συμφωνήσω με τον κ. Ψαραδάκη . Δεν υπαγορεύει η μορφή την αξία του ποιήματος .
Θυμηθείτε το γνωστό λεξιστικό σονέττο του Ναπ. Λαπαθιώτη “ΒΑΟ ΓΑΟ ΔΑΟ”
Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι
με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.
Κι ανέδοντας έν’ άκονο λαβίνι
που ραδαγοπαλούσε τον αλιό
σινέρωσα τον άβο τού ραβίνι,
σ’ έν’ άφαρο δαμένικο ραλιό.
Σούβεροδα στ’ αλίκοπα σουνέκια·
μεσ’ στ’ άλινα που δεν εσιβονεί
βαρίλωσα σ’ ακίμορα κουνέκια.
Και λαδαμποσαλώντας την ονή,
καράμπωσα το βούλινο διράνι,
σαν άλιφο τουνέσι που κιράνει…
Μετρικά και με ομοικαταληξία σχεδόν άψογο. Χωρίς κανένα όμως νόημα .
Το ίδιο και με κάποια ποιήματα – παιγνίδια του Ουράνη στα οποία μιμείται τους υπερρεαλιστές.
Από την άλλη μεριά χιλιάδες ποιήματα , με σωστό μέτρο και ομοιοκαταληξία χωρίς κανένα βαθύτερο περιεχόμενο ή στην καλύτερη περίπτωση με αφόρητες κοινότατες εκφράσεις και αναμασήματα
Στους μεγάλους ποιητές που είναι και σπουδαίοι φιλόλογοι μήπως πρέπει να προσθέσουμε και τον Κ.Γεωργουσόπουλο;
Τώρα που τιμήθηκε μάλιστα και για το σύνολο του έργου του !!
Όλα αυτά (ελεύθερος ή έμμετρος στίχος) είναι ψευτοδιλήμματα και δεν είναι τίποτα άλλο από το υποπροϊόν της διαρκούς σύγκρουσης που μαίνεται μονίμως υπό διάφορες μορφές στο λογοτεχνικό πεδίο.
Τι διακυβεύεται σ’ αυτή τη σύγκρουση; Η θεσιληψία μέσα στο πεδίο.
Το μόνο που αξίζει πραγματικά είναι το αν παράγονται, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, καλά έργα. Αλλά αφού δεν έχουμε ορίσει το τι είναι ποίημα και το γιατί και πότε ένα ποίημα είναι καλό θα αμφισβητούμε από την οπτική γωνία του ο καθένας οτιδήποτε γράφεται από τους άλλους.
Την αξία του ποιητικού έργου δεν την παράγει ο ποιητής αλλά το πεδίο (περιοδικά, κριτικοί, αρθρογράφοι) μέσα στο οποίο απευθύνεται το έργο.
1) Ηράκλειτος: «Δεν είναι δυνατόν να εισέλθουμε δύο φορές στον ίδιο ποταμό ούτε να αγγίξουμε δυο την θνητή ουσία με την ίδια μορφή, αλλά ένεκα της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής γίνεται η διάσπαση και πάλι η ένωση (και μάλλον όχι πάλιν ούτε ύστερα, αλλά συγχρόνως εμφάνιση και εξαφάνιση) και το πλησίασμα και η απομάκρυνση.»
2) Μπάσο (o κορυφαίος Ιάπωνας δημιουργός της ποίησης χαικού): «Μάθε τους κανόνες και μετά ξέχασε τους!»
@ Γιώργο Πρίμπα: Από που άραγε αντλείτε τη βεβαιότητα (κι εσείς και άλλοι) ότι β γ ή κ α μ ε ποτέ από το ποτάμι;
Σας υπενθυμίζω (κάπως πρόχειρα) ονόματα ποιητών που έχουν γράψει κ α ι σε ισόμετρο-ομοιοκατάληκτο στίχο: Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης, Βύρων Λεοντάρης.
κα Σοφία Κολοτούρου, το πρόβλημα στην ποίηση δεν είναι ο τρόπος έκφρασης αλλά αυτό καθαυτό το περιεχόμενο και η υπερβολικά εσκεμμένη αφαίρεση, επί της ουσίας βαθιά μέσα στο μη-νόημα, που απωθεί πάρα πολλούς.
Ένα καλό ποίημα, κατά την άποψη μου, οφείλει κατ’ αρχή, προς τον αμύητο που θα εκτεθεί στη θέαση του, να του προσφέρει ένα βασικό νόημα ή να του προκαλεί κάποια συναισθήματα ή τέλος πάντων να του γεννά κάποιες ιδέες, παραστάσεις ή προβληματισμούς. Οφείλει επίσης, σε ένα επόμενο επίπεδο, να εμπεριέχει/ προκαλεί περαιτέρω ιδέες, σκέψεις, εικόνες, παραστάσεις κλπ σε κάποιον περισσότερο μυημένο (ή και οξυδερκή).
Αφού επίσης ξεκαθαρίσω ότι είναι άλλο πράγμα η ποίηση και άλλο η στιχογραφία, θεωρώ ότι αυτή η απωθητική (ενίοτε και εκ του πονηρού μιας και η ποίηση μπορεί να αποτελέσει κι ένα καλό όχημα κοινωνικής καταξίωσης για κάποιον ατάλαντο αλλά καλό χρήστη ενός απλού ορθογραφικού λεξικού) εικόνα πολλών ποιημάτων είναι που έχει απογοητεύσει πολλούς. Εικόνα που προφανώς και δεν έχει να κάνει με την ομοιοκαταληξία. Είναι άλλο πράγμα η ποίηση και άλλο η ομοιοκαταληξία η οποία είναι απλά ένας από τους τρόπους έκφρασης
Άλλο πράγμα, επίσης, είναι και το να επιλέγει κάποιος να διαβάζει μόνο με ομοιοκαταληξία, που είναι δικαίωμά του, και άλλο το να λέει ότι αυτό που αυτός κάνει είναι και το σωστό και να προσπαθεί να το επιβάλει.
Το να γράψεις, σήμερα, ένα ωραίο κομμάτι μπαρόκ είναι κάτι που πιθανόν και να αξίζει, αλλά το να ισχυρίζεται πως μόνο το μπαρόκ είναι καλή μουσική είναι κάτι άλλο…
Σχετικά τώρα με τη ρήση του Ηράκλειτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση το νόημα προφανώς και δεν αφορούσε σε καταγγελία ότι κάποιοι «βγήκανε», αλλά στο ότι οι νέοι δημιουργοί που θα «μπουν» (αλλά και οι παλιοί καθώς θα εξελίσσονται διότι η μη εξέλιξη σημαίνει θάνατος και η εξέλιξη ζωή) και που θα φέρουν τα δικά τους βιώματα (σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο) και ιδέες είναι αδύνατο να χρησιμοποιήσουν τους ίδιους εκφραστικούς τρόπους.
Να είστε καλά.
Κύριε Γιώργο Πρίμπα,
μα ακριβώς τα ίδια πράγματα λέτε κι εσείς κι εγώ. Αν διαβάσετε τις κατά καιρούς εκτεταμένες τοποθετήσεις μου στο Ποιείν και αλλού, θα δείτε πως συμφωνούμε, στα βασικά τουλάχιστον.
Απλώς με την πρώτη λακωνική σας τοποθέτηση δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς εννοείτε.
Ποτέ δεν έχω γράψει, εγώ προσωπικά, ότι μόνο ο έμμετρος-ομοιοκατάληκτος λόγος αξίζει και ότι μόνο αυτός πρέπει να διαβαστεί. Πάντα λέω και τονίζω πως όλες οι μορφές ποίησης πρέπει να είναι σεβαστές και ισότιμες, αν και διαφορετικές μεταξύ τους.
Μια και μόνη ένσταση έχω σε αυτά που λέτε, δηλαδή ως προς τη στιχουργική. Βεβαίως, υπάρχουν και στιχάκια του συρμού (όπως υπάρχουν και “ποιήματα” που μόνο ποίηση δεν είναι), υπάρχει όμως και ο Νίκος Γκάτσος, ο Αλκης Αλκαίου, ο Μάνος Ελευθερίου και άλλοι που ξεχνώ αυτή τη στιγμή και οι οποίοι κατ’ εμέ είναι επίσης ποιητές.
Φυσικά και δεν απαξιώνω τη στιχοποιία και αν μη τι άλλο στην Ελλάδα έχουμε πολύ καλό στίχο κάτι που χαρακτηρίζει γενικότερα το μεσογειακό χώρο.
Σε κάποιο σημείο όμως στο αρχικό κείμενο αναφέρεται στον «εξοβελισμό της μουσικότητας από το ποίημα» κάτι που θεωρώ λάθος. Το ποίημα (ακόμα και με ρίμα) δεν έχει να κάνει με τη μουσικότητα ή για να είμαι σαφής δεν έχει να κάνει υποχρεωτικά με τη μουσικότητα. Με τη μουσικότητα έχει να κάνει ο στίχος.
Το πόσο επίσης διαφορετικά πράγματα είναι ο στίχος από το ποίημα φαίνεται και από το γεγονός ότι πολύ λίγοι τελικά περπάτησαν καλά και στα δυο και αν μάλιστα σκεφτούμε το Γκάτσο, όχι και ταυτόχρονα.
Το πιο ενοχλητικό πάντως στην αρχική εγγραφή είναι η λογική πάνω στην οποία γράφτηκε και αναφέρομαι στο ότι ξαφνικά «κάποιοι», και για λύσουν το πρόβλημα της αποξένωσης της ποίησης, εμφανίζονται ως τιμητές τρόπων έκφρασης.
Χωρίς να θέλω να απαξιώσω τα υπόλοιπα σχόλια (ναι έχουν τις αλήθειες τους), πρισσότερο συμφωνώ με την άποψη του Γ. Τρίμπα. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως η απάντηση στο ερώτημα της εξόδου της ποίησης από την απαξίωση θα ερχόταν μέσα από καινοτομίες μορφολογικής υφής, αλλά το βασικότερο από την ανακάλυψη νέων ”δρόμων” που σχετίζοναι με το περιεχόμενο. Το πρόβλημα ίσως της σύγχρονης ποιητικής συνίσταται στο ότι ”τα πάντα έχουν ειπωθεί” και η έμμετρη ποίηση δρώντας μάλλον περιοριστικά επιδεινώνει την κατάσταση(πόσες φορές ακόμα αντέχουμε να ακούσουμε ρίμες όπως χέρι – μαχαίρι ή αστέρι, ουρανοί – οιωνοί, βροχή – πληγή κ.τ.λ.). Προσωπικά θεωρώ πως το μέτρο και η ομοικαταληξία λειτουργεί (και πρέπει να λειτουργεί) σαν ένα σχολείο για τον νεόκοπο ποητή. Κατόπιν με την αφαίρεση θα διαμορφώσει τη φόρμα του και θα δώσει το στίγμα του. Και τούτο ως πρακτική ίσως ισχύει για όλες τις τέχνες. Να μην ξεχνάμε τον Μonet που κατηγορήθηκε από τους αδαείς, πως απλά πετούσε κουβάδες με χρώματα στον λευκό καμβά… Αυτά τα έλεγαν αυτοί που δεν είχαν δει τα ρεαλιστικότατα πρώιμα του έργα. Αλλά απ’ τη στιγμή που ανακαλύπτεται η φωτογραφία, τα ”φωτογραφικά” έργα φαντάζουν μάλλον γραφικά..
Αλλά απ’ την άλλη θεωρώ μάλλον αυτονόητο το πέρασμα του ποιητή από τον ίαμβο και το δεκαπεντασύλλαβο, πριν κατακτήσει την όποια ελεύθερη στιχοποιία. Και δεν μου φαίνεται καθόλου άκομψο (ίσα – ίσα που με θέλγει) να βλέπω αυτά τα ”κατάλοιπα” να αιωρούνται ως φόρος τιμής στους παλιούς ρυθμούς και αυτό μέσα σε νεωτερικά ποιήματα: ” Τ’ αηδόνια δεν μ’ αφήνουνε – να κοιμηθώ στις πλάτρες..”
Αναρωτιέμαι αν πρέπει η απουσία ρίμας και μέτρου στον ελεύθερο στίχο να οδηγεί απαραιτήτως και στην απουσία εσωτερικού ρυθμού σε αυτόν.
Οι παρηχήσεις,τα “σπασμένα μέτρα” και η ανάμειξή τους,μαζί με άλλα ποιητικά “τερτίπια” επιστρατεύονται για το λόγο αυτό και στην μοντέρνα ελεύθερη γραφή.
Το ποίημα πέρα από τη νοηματική του μέθεξη πρέπει να στοχεύει και στην ακουστική του απόλαυση.
Οπωσδήποτε αναγκαία λοιπόν η ενασχόληση όλων με τα μέτρα και τις ρίμες-ακόμη και αν κάποτε αποφασίσουν να τ’ αποχωριστούν.
Ο φίλος ποιητής Δημήτρης Σολδάτος ,που καταγίνεται με την έμμετρη-ομοιοκατάληκτη ποίηση,έχει την άποψη ότι σήμερα ακόμη και το πιο καλό ,παραδοσιακής μορφής, ποίημα μοιάζει με μια τέλεια ασπρόμαυρη τηλεόραση την εποχή που κυριαρχούν οι έγχρωμες.Υπάρχει άραγε λόγος ακόμη να παράγονται;…
Προσωπικά πάντως-και δίνοντας έτσι μια έμμεση απάντηση στο ερώτημα “ελεύθερος στίχος” ή “μετρο-ομοιοκαταληξία” -θα πω ότι χωρίς καμιά ρετρό διάθεση απολαμβάνω κάποιες σύγχρονες ασπρόμαυρες ταινίες ή και φωτογραφίες,που αφαιρώντας το χρώμα καταφέρνουν και κερδίζουν την ίριδα του ματιού μου…
Και κάτι ακόμη:οι περιορισμοί που θέτει στον ποιητή η μορφή ενός ποιήματος παραδοσιακής τεχνοτροπίας δεν είναι μόνο δείκτες υποταγής στις επιταγές των ποιητικών κανόνων μα και βαρίδια που σε προ(σ)καλούν να τα μετατρέψεις σε φτερά για ποιητικές πτήσεις-αναλόγως την αξιοσύνη του πιλότου…
Ας αφήσουμε λίγο τη φόρμα κι ας εστιάσουμε στο περιεχόμενο, κύριε Στειακάκη.
Οταν λέτε ότι “τα πάντα έχουν ειπωθεί” φαντάζομαι ότι αναφέρεστε στα γνωστά θέματα: έρωτας, θάνατος, πόλεμος κ.λπ.
Σήμερα όμως, συμβαίνουν πράγματα γύρω μας.
Για να μην το πάω πολύ μακριά, τον Δεκέμβρη, με το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και τα “νέα Δεκεμβριανά” που επακολούθησαν, ένα ολόκληρο κίνημα αναπτύχθηκε μπροστά στα μάτια μας. Τις ίδιες μέρες έγινε η επίθεση στην Κωσταντίνα Κούνεβα και οι επιθέσεις στη Γάζα.
Εσείς, μπορεί να θεωρείτε πως “τα πάντα έχουν ειπωθεί” και να βρίσκετε καταφύγιο σε παλαιούς ποιητές για να μιλήσετε/να διαβάσετε/να ανακουφιστείτε ψυχικά σε σχέση με αυτά τα γεγονότα.
Εγώ πάλι, δεν μπορώ να ανατρέξω στους προγενέστερους ποιητές για να εκλογικεύσω τη φρίκη που αισθάνθηκα από την επίθεση στην Κωσταντίνα Κούνεβα.
Με ενδιαφέρουν οι ποιητές που μπορούν να γράψουν για όσα συμβαίνουν γύρω μας τώρα, αυτή τη στιγμή, για τη μεθαυριανή απεργία της Πέμπτης και τα αίτιά της, είτε γράφουν σε ελεύθερο είτε σε ομοιοκατάληκτο στυλ. (Ομοίως, με ενδιαφέρουν οι ζωγράφοι που μπορούν να συνθέσουν μια νέα Γκερνίκα, με αφορμή τα γεγονότα της Γάζας, είτε αφηρημένα είτε “φωτογραφικά”, που λέτε κι εσείς – αρκεί να καλύπτουν τα δικά μου συναισθήματα).
Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, δεν πιστεύω ότι “έχουν όλα ειπωθεί”. Ούτε θα ειπωθούν ποτέ.
Τώρα, συμβαίνει κάποιοι από μας να μην βαριόμαστε ποτέ τη ρίμα. Η τη φωτογραφική απεικόνιση στη ζωγραφική.
Για να εξακολουθούν να υπάρχουν όλες οι μορφές τέχνης, σημαίνει ότι οι εγκέφαλοι όλων μας (για να μιλήσω με όρους νευροβιολογίας) δεν ανταποκρίνονται στα ίδια ερεθίσματα. Είναι τόσο δύσκολο να το δεκτείτε;
Αγαπητέ Γιάννη Κυριαζή, για άλλη μια φορά θα αναγκαστώ να διαφωνήσω μαζί σου στο συγκεκριμένο θέμα – όπως και με τον Δημήτρη Σολδάτο εν προκειμένω.
Μίλησα πιο πάνω για όρους νευροβιολογίας. Επιτρέψτε μου, μια και αυτό είναι το δικό μου αντικείμενο σπουδών, να καταθέσω και εδώ μια άποψη που έχω ήδη καταθέσει στο διαδίκτυο και σε προφορικές συζητήσεις.
Κατά τη γνώμη μου, πολύ απλά, οι εγκέφαλοι όλων μας ανταποκρίνονται είτε σε ακουστικά κυρίως ερεθίσματα (αυτό που λέμε: “ακουστικοί τύποι” ) είτε σε οπτικά (οπτικοί τύποι) είτε σε ερεθίσματα κίνησης (κιναισθητικοί τύποι, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ).
Οπως φαντάζομαι θα συμφωνήσουν μαζί μου (λόγω σχετικού αντικειμένου) τόσο ο κύριος Παστάκας όσο και ο Δημήτρης Μουζάκης, οι ακουστικοί εξ ημών τύποι (ναι, και εγώ λόγω μιας ειρωνίας της φύσης) θέλγονται περισσότερο από τη ρίμα και την ομοιοκαταληξία, και από τη μουσικότητα του ποιήματος.
Οι οπτικοί κυρίως τύποι θέλγονται από τον ελεύθερο στίχο. Η διάκριση αυτή βέβαια είναι πολύ χοντρική, μια και κανείς από μας δεν είναι 100% οπτικός ή ακουστικός τύπος, παρόλα αυτά, και με βάση τους ποιητές που έχω γνωρίσει και παρατηρήσει από κοντά όλα αυτά τα χρόνια, είμαι βέβαιη ότι ισχύει και ίσως και να αποδεικτεί αργότερα αυτή η θεωρία, αν μας συνδέσουν σε έναν τομογράφο την ώρα που θα ακούμε ή θα διαβάζουμε ποίηση.
Γι’ αυτό, δεν πιστεύω σε έγχρωμη και ασπρόμαυρη ποίηση. Πιστεύω σε διαφορετικούς εγκεφάλους, που θέλγονται από διαφορετικά ερεθίσματα.
Θεωρώ λοιπόν ότι είναι απολύτως παράλογο να μου επιβάλλεται έξωθεν ποιό είδος ερεθίσματος πρέπει να μου αρέσει, και να θεωρώ υψηλή ποίηση, εφ΄όσον ο εγκέφαλός μου αρνείται να το δεκτεί. Οπως κι εγώ δεν προσπαθώ να επιβάλλω σε άλλους αυτά που αρέσουν σε μένα.
Συμπληρώνω ότι υπάρχει (μάλλον, εγώ έχω ανακαλύψει, δεν ξέρω αν το έχουν σκεφτεί και άλλοι) ένα πολύ συγκεκριμένο τεστ για να διαπιστώσετε και μόνοι σας πόσο “ακουστικός” τύπος είστε, ως προς την ποίηση.
Διαβάστε ποίηση σε γλώσσα που δεν γνωρίζετε – αλλά μπορείτε να διαβάσετε, ας πούμε λόγω του λατινικού αλφαβήτου. Πχ (για αγγλομαθείς, γαλλομαθείς): Ισπανικά, ιταλικά – χωρίς τη μετάφραση από δίπλα.
Εάν, παρόλο που δεν γνωρίζετε το νόημα του ποιήματος απολαμβάνετε τον ήχο κατά την ανάγνωσή σας (όπως συμβαίνει και σε μένα) σημαίνει ότι είστε ακουστικός τύπος.
Κάπου ανάφερε ο Ψαραδάκης πρόσφατα ένα α-νόητο ποίημα του Λαπαθιώτη. Με λέξεις που δεν είχαν νόημα, που δεν υπάρχουν καν στη γλώσσα μας. Δεν διστάζω να παραδεκτώ ότι εμένα, εν τούτοις, μου άρεσε ηχητικά.
Αν δεν υπάρχει μουσικότητα-ρυθμός στο ποίημα,για μένα το ποίημα είναι αποτυχημένο.Το ποίημα πρέπει να είναι δεκτικό μιας εσωτερικής έστω απρόσκοπτης απαγγελίας.
Αν ο στίχος κατήντησε απλώς μια γραμμή κι όχι ένα ρυθμικό κομμάτι λόγου,αυτό είναι κατά την άποψή μου ευτελισμός και απομάκρυνση από τη διαχρονική ιδιοτυπία της ποίησης ως ρυθμικής έκφανσης του λόγου.
Χωρίς αυτά όλα να σημαίνουν βέβαια ότι η μουσικότητα και ο ρυθμός επιτυγχάνεται μόνο με τη χρήση της ρίμας και του μέτρου…
Και μιας και αναφέρθηκες στον Μουζάκη Σοφία και χωρίς να θέλω να προκαταλάβω τις θέσεις του,ακούγοντάς τον στο βιντεάκι του ν’ απαγγέλλει την ελευθερόστιχη “Πρόσκληση του σώματος”(http://www.youtube.com/watch?v=59Ys0rvLjGA),φανερώνεται και με το παραπάνω η έγνοια του για τη ρυθμική διάρθρωση του λόγου του.
Όχι δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να το δεχτώ. Απλώς δηλώνω την προτίμηση μου στην συγκεκριμένη μορφολογικά ποιητική. Απ’ την άλλη θεωρώ ότι η Γκερνίκα είναι ένα αντιπολεμικό σύμβολο που αφορά και την κάθε σύγχρονη Γάζα, αλλά και την όποια μελλοντική. Φανταστείτε μια νέα Guernica εμπνευσμένη από το παλαιστινιακό, όπου ο ταύρος είναι καμήλα και οι άμαχοι φορούν αραβικές μαντήλες.. Προσωπικά θα μου έκανε κάτι σε παρωδία. Δεν σας μιλώ εκ του ασφαλούς, έχω κι εγώ διαπράξει ανάλογα ”ατοπήματα” στο παρελθόν για τα οποία ούτε ντρέπομαι ούτε αισθάνομαι και υπερήφανος. Σας παραθέτω ένα (άτιτλο) για του λόγου το αληθές. Σας θυμίζει κάτι;
[………………………………………………………..]
Ήλιοι,βροχές χορτάριασαν της προσμονής τα μάτια
χρόνια θωρούσαν πέλαγα κοιτούσαν ουρανούς
κι όπως διαβαίναν οι καιροί κλείονταν σε δωμάτια
στερέψανε οι θάλασσες ποιός σφίγγει τους κρουνούς.
Ω! της καρδιάς μας ναυαγοί μαράθηκαν τα χέρια
πούν’ τα σινιάλα, που οι φωτιές στεγνώσαν οι λαιμοί
Τι καρτεράς; δε ξέρω πιά θα μας το πουν τ’ αστέρια
στάθη το δείλι ανήμπορο ματώσαν οι ουρανοί.
Στέκει η ψυχή μας σιωπηλή αντίκρα στο λεπίδι
σφίγγει τα χείλη τα πικρά εμπρός στο Θεριστή
πάει καιρός – πιά το ‘μαθε του πόνου το παιχνίδι
χαρακωμένη – σαν ελιά που θα ξαρμυριστεί.
Στο δέντρο της υπομονής κατέλυσε το βράδυ
να στάξουν τ’ άστρα βάλσαμο να μαραθεί η πληγή
να δώσει μιά – ν’ αναστηθεί να σκίσει το σκοτάδι
ν’ απλώσει φως ατέλευτο να σηκωθεί η αυγή.
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι ειν’ όλα βολετά…
Κύριε Στειακάκη,
χαίρομαι ιδιαίτερα που χρησιμοποιείτε τον Λόγο Ερωτικό του Σεφέρη στην κουβέντα μας, γιατί μου δίνετε την ευκαιρία να σας υποδείξω το ποίημα ενός πολύ νέου ποιητή, του Χρίστου Μιχαήλ, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα εδώ στο Ποιείν, στις 22 Οκτωβρίου 2008 συγκεκριμένα. Δείτε και εδώ:
http://www.poiein.gr/archives/3111/index.html
Η άποψή μου, όπως θα δείτε και στα εκεί σχόλια, είναι πως, ακόμα και στον “καμβά” ενός πασίγνωστου ποιήματος (άρα, γιατί όχι, και της Γκερνίκα – αν και γι’ αυτό θα αποφανθούν οι εικαστικοί) μπορούν επίσης να ξαναγραφούν σήμερα πολύ καλά ποιήματα, από νέους ποιητές που διαθέτουν έμπνευση και μεράκι.
Παραθέτω εδώ το σχετικό ποίημα:
Χρήστος Μιχαήλ (Αίολος), “Ανάληψη”
Τα μυστικά ξενύχτια μας ιδρώνουν διάφανο αίμα
νωχελικά μονόπρακτα με τα κεριά σβηστά
μοιάζουμ’ αλήθειες που διψούν και πίνουν φρέσκο ψέμα
κρύα του θάνατου πνοή απ’ τον γκρεμό ξυστά.
Αισθήματα που μέθυσαν για κάποιο ξένο κρίμα
τη θέρμη τους απόθεσαν σε χάδια ηδονικά
καυτό φουσκώνει ενδόμυχα της μοναξιάς το κύμα
βαριά τα μάτια νοσταλγούν κλεμμένα ιδανικά.
Μάτια που θ’ αναβλύσουνε υγρό το μοιρολόι
θωρούν μακριά λογίζοντας με στεναγμούς τη γη
απάτη πρασινότερη η αντικρινή μας χλόη
απλώνει χέρι και τραβά μι’ ακόρεστη φυγή.
Της νιότης τ’ ανατρίχιασμα ξεπλύθηκε με λόγο
μι’ αγάπη μόνο του’ τυχε να ζει τη σκοτεινιά
τις ώρες του αναπαμού μόνο θυμό και ψόγο
κι η φήμη να χρεώνεται τη λάθος ρετσινιά.
Χαρτί μυρίζεις και καφέ· οσμές λησμονημένων
κρυφό ρολόι ζύγιασε για αιώνες τη στιγμή
μοιάζει σημάδι γνώριμο στα μάτια των χαμένων
που πρόωρα το φόρτωσαν αξία και πυγμή.
Οι φλέβες πάντοτε ποθούν το αίμα των αγγέλων
τα γόνατα ξυλιάζουνε στης μνήμης τα σκαλιά.
Πες μου ποιος είδε πάνω του σφραγίδα απ’ το μέλλον
και τα οστά του φύλαξε μακριά απ’ τα σκυλιά.
Σκληρές τις λέξεις ντύνεται η μοίρα από φθόνο
τα λιγοστά φωνήεντα κρεμάει στα μαλλιά
τροχίζονται τα σύμφωνα σαν έτοιμα για φόνο
χωρίς ρανίδα τύψεων και δάκρυ ούτε σταλιά.
Τα μυστικά ξενύχτια μας απλώνονται σαν χιόνια
-το κρίμα δεν χρεώθηκε ποτέ στη χαραυγή-
κι είναι θολά σαν όνειρα, λευκά σαν τα σεντόνια
απόκοσμα τα πάθη τους φιμώνουν την κραυγή.
@ Δημήτρη Μουζάκη: Δεν διαφωνώ καθόλου με όλα τα επιμέρους θέματα που θίγεις. Οπως έγραψα και πιο πριν, η “ταξινόμηση” που επιχειρώ είναι πολύ γενική. Ααφαλώς παίζει ρόλο και η θεματολογία.
Οσο για σένα προσωπικά, επειδή κι εγώ σε έχω “ακούσει” ή τέλος πάντων, καταλάβει, να απαγγέλεις, συμφωνώ με τον Γιάννη ότι έχεις φοβερή αίσθηση του ρυθμού και της απαγγελίας (όπως σου είπα, απήγγειλες τα δικά μου ακριβώς όπως θα τα έλεγα κι εγώ).
Νομίζω πως εσύ συγκεκριμένα έχεις μέσα σου πολύ έντονο το ακουστικό κομμάτι του λόγου. Διαφορετικά εξάλλου, δεν θα είχες γράψει και τρία σονέτα στη συλλογή σου! (τον Υδροβάτη εννοώ).
Χαρίζω ολόκληρη μια μεγάλη βιβλιοθήκη με ποιητικό κυρίως υλικό μαζί με το έπιλο – την οποία κληρονόμησα μόλις σήμερα.
Για πληροφορίες απευθυνθείτε στον κ. Παστάκα.
Ευχαριστώ.
http://pampalaionero.wordpress.com/
κ. Γιάννη Πατίλη, μην παραπονιέστε!
Μπορεί να μην ακολούθησα εγώ τη συμβουλή σας να βάλω τσόντα στο “ποιείν” για να ανεβάσω την επισκεψιμότητα, αλλά την ακολούθησαν άλλοι…
Πρέπει να είστε υπερήφανος!
Τα λόγια σας πιάνουν τόπο…
Hola, esta practica es ilegal en Italia.