Ο έρωτας, o χρόνος και η φθορά

 

Ήδη από τον τίτλο της ποιητικής συλλογής του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, Τσιαλίκ, Η λευκή αθωότητα της Βιλελμίνης, το το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που μοιάζει να διαθέτει περισσότερο την υπόσταση ποιητικής μορφής παρά συγκεκριμένης γυναίκας.

Το ασυνήθιστο, κάπως παλαιικό άκουσμα του ονόματος, σε συνδυασμό με τη «λευκή αθωότητα» που του αποδίδεται, απομακρύνει εξαρχής τη Βιλελμίνη από την καθημερινότητα και την περιβάλλει με την αχλύ του ιδεατού. Θα μπορούσε αρχικά να θεωρηθεί μια εξιδανικευμένη ερωμένη, ένα πλάσμα που συγκεντρώνει επάνω του την ομορφιά και το άφθαστο της ερωτικής επιθυμίας. Όσο όμως προχωρεί η ανάγνωση, η μορφή της περιπλέκεται. Η Βιλελμίνη μετακινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, στο σώμα και στη μνήμη, στην παρουσία και στην απουσία, ώσπου γίνεται ο τόπος όπου συναντώνται ο έρωτας, ο χρόνος, η φθορά, η ιστορική εμπειρία και η ίδια η ποίηση.

Η συλλογή αναπτύσσεται ως σπονδυλωτή ποιητική σύνθεση σε δύο μέρη, των οποίων οι τίτλοι χαρτογραφούν μια εσωτερική διαδρομή. Στο Α΄ μέρος, που ανοίγει με το Σώμα ακίνητο, κυριαρχεί αρχικά το ερωτικό και αισθησιακό πεδίο («Το σύνταγμα του έρωτα», «Τα οράματα του ερωτισμού», «Γιάφκες της ηδονής»), για να εμφανιστούν σταδιακά τα «Ρήγματα των συναισθημάτων» και, προς το τέλος, τα «Σημάδια της μοίρας» και τα «Αφυδατωμένα όνειρα». Το Β΄ μέρος μοιάζει να αρχίζει ακριβώς από το σημείο όπου καταλήγει το πρώτο: η «Ανατροπή των πραγμάτων» και η «Ανακαίνιση των ψευδαισθήσεων» δίνουν πλέον τη θέση τους στο «Βλέμμα του αποχωρισμού», στην «Τέχνη της απώλειας» και στα «Γρανάζια του παρελθόντος». Ωστόσο, η πορεία δεν ολοκληρώνεται με τη ματαίωση. Τίτλοι όπως «Το βάθος της αγνότητας», «Το ρήγμα της αθανασίας» και, κυρίως, «Τα κοντέρ της αντοχής» υποδηλώνουν μια αντίρροπη κίνηση απέναντι στη φθορά. Τα δύο μέρη σχηματίζουν έτσι μια ενιαία τροχιά: από την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας στη δοκιμασία της και από την εμπειρία της απώλειας στην αναζήτηση της αντοχής. Ο έρωτας παραμένει ο συνεκτικός ιστός της συλλογής, αλλά διευρύνεται σε υπαρξιακή εμπειρία, καθώς η επιθυμία αναμετριέται με τον χρόνο, τη μνήμη και τη φθορά χωρίς να ακυρώνεται.

Κεντρική θέση σε αυτή την περιπέτεια έχει ασφαλώς η Βιλελμίνη. Το β΄ πρόσωπο, στο οποίο εκφέρονται πολλά από τα ποιήματα, εγκαθιδρύει έναν επίμονο διάλογο μαζί της. Η προσφώνηση την καθιστά πότε σχεδόν σωματικά παρούσα και πότε, αντιθέτως, υπογραμμίζει την απόστασή της. Η Βιλελμίνη υπάρχει επειδή κάποιος αδιάκοπα της μιλά, τη φαντάζεται, τη θυμάται, την παρατηρεί και την προτρέπει. Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο γίνεται αντικείμενο του λόγου τόσο δυσκολότερο είναι να αποκτήσει μια σταθερή ταυτότητα. Αναδύεται πρωτίστως ως μορφή της επιθυμίας, ως αντικείμενο μιας αναζήτησης που αντλεί ίσως τη δύναμή της ακριβώς από την αδυναμία της να ολοκληρωθεί.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται ο ισχυρός ρομαντικός πυρήνας της συλλογής. Η επιθυμία κατευθύνεται προς ένα απόλυτο που παραμένει απρόσιτο, ενώ η φύση συμμετέχει στην ερωτική εμπειρία: θάλασσα, ουρανός, άστρα, πουλιά, χωράφια, καλοκαιρινά τοπία, νύχτα και σελήνη δεν αποτελούν απλό διάκοσμο αλλά προεκτάσεις της εσωτερικής ζωής. Η Βιλελμίνη προβάλλεται πάνω στο τοπίο και συγχρόνως μοιάζει να διαχέεται μέσα του. Η αισθησιακή εμπειρία συνδέεται έτσι με μια λαχτάρα υπέρβασης της κοινής πραγματικότητας. Ωστόσο, ο ρομαντικός αυτός πυρήνας δεν οδηγεί σε έναν περίκλειστο αισθητισμό. Η εξιδανίκευση υπονομεύεται διαρκώς από την επίγνωση ότι το απόλυτο δεν μπορεί να κατακτηθεί και ότι ακόμη και η ομορφιά βρίσκεται υπό την απειλή του χρόνου.

Το Β΄ μέρος αποδεικνύει ακόμη καθαρότερα ότι η Βιλελμίνη δεν είναι απλώς η άφθαστη ερωμένη. Στην «οδό της μοναχικότητας» αναζητεί και η ίδια τον «πολύφημο έρωτα» και χαρακτηρίζεται τελικά «ναυαγός» που εξακολουθεί να ονειρεύεται. Από αντικείμενο της επιθυμίας γίνεται επομένως και υποκείμενο της ματαίωσης. Αποκτά δική της διαδρομή, ευθραυστότητα, μνήμη και δοκιμασίες. Ενισχύεται έτσι η δυνατότητα να διαβαστεί ως ένα είδος alter ego του ποιητικού υποκειμένου, όχι με την έννοια μιας απλής ψυχολογικής ή βιογραφικής ταύτισης, αλλά ως κατοπτρική μορφή. Αυτός που μιλά και εκείνη στην οποία απευθύνεται μοιράζονται την ίδια δοκιμασία της επιθυμίας, του χρόνου και της απώλειας.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά βαθύτερη σημασία και η «λευκή αθωότητα» του τίτλου. Δεν φαίνεται να δηλώνει απλώς την αγνότητα μιας εξιδανικευμένης γυναικείας μορφής. Η Βιλελμίνη κινείται μέσα σε έναν κόσμο που κάθε άλλο παρά αθώος είναι. Ήδη στο Α΄ μέρος εμφανίζονται οι «παράνομοι μετανάστες», οι άστεγοι και οι «εξαγορασμένες συνειδήσεις». Στο Β΄ μέρος η δυστοπική όψη της πραγματικότητας εντείνεται: η αδικία, η βία, η προδοσία και η ανελευθερία εισβάλλουν στον ερωτικό κόσμο, μαζί με απροσδόκητα σύγχρονα στοιχεία, όπως οι «αλγόριθμοι» και η «οθόνη του υπολογιστή», ενώ ακούγεται το αγωνιώδες ερώτημα «πόσες ξανασηκώνεται η Ελπίδα». Η αθωότητα επομένως δεν είναι εξασφαλισμένη ιδιότητα, αλλά κάτι εύθραυστο που δοκιμάζεται. Και ο τίτλος «Το βάθος της αγνότητας» προς το τέλος του Β΄ μέρους μοιάζει να επιστρέφει στον κεντρικό τίτλο της συλλογής και να τον επανερμηνεύει: η αγνότητα δεν προηγείται αναγκαστικά της εμπειρίας· μπορεί να είναι και εκείνο που αναζητείται ύστερα από αυτήν, έχοντας περάσει μέσα από το τραύμα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρονική και πολιτισμική διαστρωμάτωση της συλλογής. Η Σαπφώ, οι Ερινύες, ο Τειρεσίας, η Μήδεια, η Σκύλλα, η Πενθεσίλεια και ο Κρόνος συνυπάρχουν με το κινητό, το διαδίκτυο, την οθόνη και τους αλγόριθμους. Το μυθικό δεν χρησιμοποιείται για να απομακρύνει την ποίηση από το παρόν, αλλά για να συνομιλήσει μαζί του. Αντίστοιχα, το υψηλό, λυρικό και ενίοτε εξιδανικευτικό λεξιλόγιο συναντά το καθημερινό και το κοινωνικό. Από αυτή τη συνύπαρξη γεννιέται μια χαρακτηριστική ένταση: ο έρωτας και η ομορφιά δεν προστατεύονται μέσα σε έναν άχρονο ποιητικό θύλακο, αλλά δοκιμάζονται μέσα στις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου.

 

 

Ισχυρότερος ίσως αντίπαλος της επιθυμίας παραμένει ο χρόνος. Τα «βαρετά ψηφία του ρολογιού», το σούρουπο, η νύχτα, τα περασμένα, η φθορά του σώματος και η προοπτική του θανάτου επανέρχονται σε ολόκληρη τη σύνθεση. Στο Α΄ μέρος η οδυνηρή απογραφή «τόσα που δεν είπα, / τόσα που δεν έγραψα, / τόσα που δεν αγάπησα» μετατρέπει το ανεκπλήρωτο σε απολογισμό μιας ολόκληρης ζωής. Στο Β΄ μέρος, ένας «ποταμός άγνωστος» πηγαινοφέρνει το υποκείμενο «από το “παρά πέντε” στο “και πέντε”», σε μια εύγλωττη εικόνα της ύπαρξης μέσα στη ροή και τη μεταβολή. Το νερό, που επανέρχεται ως θάλασσα, ποτάμι, βροχή ή πηγή, γίνεται έτσι όχι μόνο στοιχείο του φυσικού τοπίου αλλά και φορέας του χρόνου, της μεταμόρφωσης και της μνήμης.

Απέναντι όμως στη φθορά αναπτύσσεται σταδιακά μια αντίρροπη δύναμη. Η Βιλελμίνη δεν είναι μόνο ευάλωτη ή ηττημένη. Μπορεί να εμφανίζεται ως «δυνατή, αλύγιστη ψυχή», ακόμη και μέσα στις «ριπές ήχων, ριπές οραμάτων, ριπές εξέγερσης». Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προτροπή «Σκέψου, σκέψου τραγικά, Βιλελμίνη», όπου η Πενθεσίλεια λειτουργεί ως παράδειγμα μιας ζωής που άλλαξε και χάθηκε εξαιτίας του έρωτα. Η διέξοδος αναζητείται στην «ανοιχτότητα του ποιητικού σύμπαντος», μέσα στην οποία μπορεί να συντριβεί η «δυστοπία» ενός παρόντος που συντηρείται από το παρελθόν. Η ποίηση αποκτά εδώ σαφή υπαρξιακή λειτουργία: δεν καταγράφει απλώς το τραύμα αλλά γίνεται δυνατότητα αυτοπροστασίας και αντίστασης.

Έτσι φωτίζεται αναδρομικά και η εικόνα των λέξεων που βγαίνουν από τα «χρυσοκόκκινα πατώματα» και ανήκουν στα «ποιήματα που δεν έγραψες». Όσα δεν αγαπήθηκαν, όσα δεν ειπώθηκαν και όσα δεν γράφτηκαν φαίνεται να ανήκουν στην ίδια περιοχή του ανεκπλήρωτου. Ερωτική και ποιητική επιθυμία καθρεφτίζονται η μία στην άλλη: και οι δύο στρέφονται προς κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί οριστικά, αλλά μπορεί ίσως να διασωθεί, έστω πρόσκαιρα, μέσα στη λέξη. Η Βιλελμίνη μπορεί επομένως να θεωρηθεί και μορφή συγγενική προς τη Μούσα ή την ίδια την ποιητική λειτουργία, χωρίς ωστόσο να εξαντλείται σε μια τέτοια αλληγορία.

Γι’ αυτό άλλωστε αντιστέκεται σε κάθε μονοσήμαντη αποκωδικοποίηση. Είναι ερωμένη και φαντασίωση, σώμα και μνήμη, παρουσία και απουσία, τραύμα και επιθυμία, πιθανό alter ego και ποιητική δυνατότητα. Η ρευστότητά της δεν αποτελεί ασάφεια που πρέπει να αρθεί, αλλά έναν από τους όρους της ποιητικής της λειτουργίας.

Από αυτή την άποψη, η διαδρομή από το εναρκτήριο Σώμα ακίνητο έως την ίδια απογευματινή ώρα στο τέλος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ανάμεσα στους δύο αυτούς τίτλους αναπτύσσεται ολόκληρη η περιπέτεια της Βιλελμίνης. Η ακινησία του σώματος αντιπαρατίθεται στην αδιάκοπη κινητικότητα της επιθυμίας και της φαντασίας: η Βιλελμίνη ταξιδεύει, περιπλανιέται, αναζητεί, αποχωρίζεται, ναυαγεί, θυμάται και εξακολουθεί να ονειρεύεται. Η συλλογή δεν οδηγεί επομένως από την αθωότητα στην οριστική διάψευση, αλλά από την ευάλωτη επιθυμία στη συνείδηση της αντοχής.

Η λευκή αθωότητα της Βιλελμίνης είναι ασφαλώς μια ποίηση του έρωτα, αλλά όχι μόνο. Είναι κυρίως μια ποιητική σύνθεση για την επιθυμία που δοκιμάζεται από τον χρόνο και τον κόσμο. Η δεν παραμένει αλώβητη ούτε η συλλογή υπόσχεται ότι μπορεί να παραμείνει. Η άσπιλη αθωότητα της Βιλελμίνης βρίσκεται στην επίμονη δυνατότητα να επιθυμεί, να θυμάται και να ονειρεύεται έχοντας γνωρίσει την απώλεια. Απέναντι στη φθορά διαθέτει εύθραυστα μέσα: το σώμα, τη μνήμη, τη φαντασία και τις λέξεις. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει διαρκώς παρούσα στη συλλογή: ως μορφή αθωότητας που, παρά τις δοκιμασίες της, αντέχει στον χρόνο.