Άτιτλο (Λονδίνο, Μάρτης 2002)
Οι μέρες που έφυγαν και τις είπαμε θάλασσες,
τότε που ήταν άγριοι ταύροι οι βάρκες, μα τώρα άψυχα σκιάχτρα.
Τα σώματα ίππευαν τα ξαφρισμένα κύματα και με δύναμη χτυπούσαν στα βράχια.
Παράλυτα τώρα μυρίζουν την άμμο.
Οι νύχτες που πέθαναν και τις είπαμε μάγισσες.
Σαν αγίες φυσούσαν των νουφάρων τα πέταλα κάτω από το ασημένιο φεγγάρι.
Στης πυράς τις ροζιασμένες παλάμες δαιμονισμένες γελούσαν.
Οι αντίλαλοί τους τώρα των κυμάτων το σύρσιμο, η βουή του ανέμου.
Δρόμος (Ι)
(Κέρκυρα, Ιούνιος 2000 – αναλογίζοντας το ταξίδι που έρχεται…)
Είναι το ταξίδι μακρύ κι ατέλειωτος ο Δρόμος. Για που βαδίζω,
δεν το γνωρίζω.
Δεν με τρομάζει το Άγνωστο, μα αυτές που αφήνω πίσω μου οι εικόνες,
τα γιασεμιά και οι ελαιώνες.
Ένας διαβάτης μονάχος εγώ, στο δάχτυλο του δρόμου αργά περπατάω.
Μου είπαν να μην γυρίζω πίσω ποτέ να κοιτάω.
Σκοτάδι πίσω κι εμπρός μου. Γύρω μου ορθώνονται μακάβριες οι σκιές,
των γέρικων δέντρων. Κυπαρισσία, φτελιές.
Μια βαλίτσα σαν φίδι σέρνεται δίπλα μου και γρατζουνάει το δέρμα του δρόμου,
μα τίποτα δεν έχει μέσα δικό μου.
Κι ένα κοράκι επάνω από το κεφάλι μου την πορεία μου ορίζει,
χτυπά τα φτερά δυνατά και μου ψιθυρίζει…
«Δεν θα γυρίσεις στην Ιθάκη ξανά..ποτέ…ποτέ ξανά.
Δεν ανήκεις πια εκεί…δεν θα ανήκεις ποτέ πουθενά.
Μην κοιτάζεις πίσω στο τούνελ ξένε διαβάτη,
δεν είναι άλλο εκεί η πέτρινη στέγη σου, το ζεστό σου κρεβάτι.
Της φυγής σου ο αγέρας τα σκόρπισε και τα έκανε σκόνη,
που θα σκεπάζει της μνήμες σου, σαν της λήθης σεντόνι.
Δεν θα γυρίσεις στην Ιθάκη ξανά.. ποτέ…ποτέ ξανά.
Δεν ανήκεις πια εκεί…δεν θα ανήκεις ποτέ πουθενά.
Στα πλάγια μου σκιές, στα πόδια μου πέτρες και στο κεφάλι μου σύννεφα.
Το χώμα κάτω από τον ποδιών μου τα βήματα,
είναι ότι έχω τώρα δικό μου, για το λίγο που ελαφρά το πατάω,
κι έπειτα σβήνονται τα ίχνη μου καθώς περπατάω.
Δεν θυμάμαι από που έρχομαι. Δεν θυμάμαι που πάω.
Κύριε, Κύριε (ερωτικό)
(Λονδίνο, Ιούνιος, 2006)
Κύριε,
η μνήμη της ανάσας σου με βαστά ξάγρυπνη τις νύχτες.
Υπνοβατώντας, ψηλαφώ τα σκοτάδια αναζητώντας την.
Ευελπιστώ πως θα με οδηγήσει στην πηγή της ύπαρξής σου,
μέσα στα βάθη των πιο απόκρυφων ονείρων σου.
Και θέλω απλά σαν άκακο φίδι δίπλα σου να κουρνιάσω,
Να κλείσω τα μάτια και με τα βλέφαρά σου να σκεπαστώ.
Ελπίζω πως τότε σαν κουρασμένος βράχος θα βουλιάξω μες στους βυθούς της γαλήνης,
μιας γαλήνης που καμιά ανθρώπινη ψυχή δεν έχει ως τώρα γευτεί.
Κύριε, Κύριε,
Oι ρωγμές στα χείλη σου ξαφρισμένα ποτάμια
που στο πάτο τους χιλιάδες μυστικά είναι φυλαγμένα.
Καυτές σαν λίβας ανάσες που ποθώ να νιώσω να ιδρώνουν τα αυτιά μου.
Άσε με να βουτήξω μέσα τους, μια φορά μονάχα –
κι έπειτα ξέχασέ με για πάντα.
Άσε με να σβηστώ από κάθε μνήμη και χάρτη.
Φύσα τις στάχτες που σκεπάζουν το δέρμα μου,
και κάνε με να μοιάσω σαν κάτι άλλο εκτός από εύθραυστη σάρκα,
Που ‘ναι καταδικασμένη να αποσυντεθεί στο τέλος του Χρόνου.
Κύριε, άσε με μέσα στις δυο σου παλάμες να ξαπλώσω.
Βάστα με γερά. Πες μου πως δεν έχω τίποτα άλλο πια να φοβάμαι.
Κι εγώ μονάχα τα δάχτυλά σου θα μυρίζω και θα αφεθώ
σε ένα ύπνο βαθύ, που δεν τον ταράζει ανησυχία καμία.
Θα σβήσω από την μνήμη μου κάθε μνήμη και χάρτη,
και μια μέρα σαν κάμπια θε να ξυπνήσω μες των χουφτών σου τους ρόζους.
Μέσα από τα αγουροξυπνημένα μου μάτια θα σφύζει ιριδίζουσα μαγεία ο κόσμος.
Κι αργά θα συρθώ ως του μετώπου σου τις βαθιές τις ρυτίδες,
για να βαλθώ να διαβάζω τις δύσβατές σου τις σκέψεις.
Δεν Υπήρξα Ποτέ μου(Λονδίνο, Μάιος 2003)
Όσα χαράχτηκαν στης μνήμης μου επάνω τα δέρματα,
είναι αλήτρες αυταπάτες και πρόστυχα ψέματα.
Με ψευδές περιγραφές την ύπαρξή μου τη χτίζουν.
Όσα έφυγαν λένε πως πίσω ποτέ, ποτέ ξανά δεν γυρίζουν.
Στο παρελθόν μου ποτέ δεν έχω υπάρξει.
Από εντυπώσεις αρχαίων ονείρων με έχει ο πλάστης μου φτιάξει.
Ότι έχω δικό μου είναι μόνο του παρόντος τα γοργοκίνητα βήματα,
να με οδηγούν όπου θέλουν αυτά: σε γιορτές, σε πολέμους στα κύματα.
Δεν υπήρξα λοιπόν. Δεν υπάρχω καθόλου.
Ένα όνειρο είμαι που αποσυνθέτεται στα σύμπαντα μέσα του χρόνου,
κρεμασμένο από μια πνοή του Ανέμου.
Δεν υπήρξα ποτέ μου.
Αμερική (στις απογόνους μου)
(Λονδίνο, Αύγουστος 2004)
Όταν κάποια μέρα σαν πυροτέχνημα θα ‘ρθείς κι εσύ σε αυτό τον τόπο,
και όλοι με το πρώτο σου το κλάμα θα γελάσουν.
Όταν σαν κύμα ξεχυθεί μέσα στα μάτια σου το εκθαμβωτικό το φως το πρώτο,
Κι όλα όσα αυτό σου φανερώνει σε τρομάξουν.
Όταν σαν έκθαμβος Κολόμβος θα ανασκαλίζεις την καινούργια Αμερική σου,
και τους παράξενους ινδιάνους για αυτήνε με ζέση θα ρωτάς.
Όταν αυτοί σου μάθουν πώς να ορίζεις «όπως πρέπει» το μυαλό και το κορμί σου,
και ας μην ξέρουν, ποια είσαι θα σου πουν, πώς να σκέφτεσαι και πώς να τους μιλάς.
Όταν κάποια μέρα μονάχη θα βαριέσαι μες την στενάχωρη την κάμαρα σου,
και ανακαλύψεις για πρώτη φορά του κορμιού σου την αλχημεία.
Όταν νιώσεις για πρώτη φορά του έρωτα τα δάχτυλα να ταρακουνάν την καρδιά σου,
κι αναρωτηθείς αν είναι ο χτύπος αυτός από αβάσταχτο πόνο ή ξέφρενη ευτυχία.
Όταν ένα πρωί έξω από το παραθύρι σου κοιτάξεις την ηλιόλουστη του Μάη Κυριακή,
κι ευχάριστα μουδιάσουνε τα στήθη σου από των ονείρων το ασφυκτικό φορτίο.
Όταν τότε στην παλάμη σου κοιτάξεις που θα βαστάς όλη την γη σε μια ιριδίζουσα μπίλια μικρή,
Και νιώσεις πως το μέλλον πανηγυρικά σε καλεί, και πως ήρθε επιτέλους η ώρα να πάρεις το πλοίο.
Όταν μια μέρα νιώσεις παγιδευμένη στο κατασκότεινο αμπάρι που κάποιοι διαλέξαν για εσένα,
και γύρω σου μόνο ακαθόριστα επικίνδυνα μάτια απειλητικά φωσφορίζουν.
Όταν μια μέρα το αποπνιχτικό πλήθος ρωτήσεις και δεν ξέρει το όνομα σου στόμα κανένα,
και στις πλατείες, τα σκονισμένα αγάλματα των άγνωστων ηρώων που την βροχή ποθούν εσένα θυμίζουν.
Όταν οι πρώτες μεγάλες λύπες αρχίσουν να υφαίνουν ατσάλινη πανοπλία στο σάρκινο σου κορμί,
κι εκείνη την μπίλια να μεταμορφώνεται σε μια μάζα από άμμο και σταχτή καθώς θα κοιτάς.
Όταν μια μέρα μπερδέψεις το τατουάζ της αγάπης με το τσίμπημα που αφήνει η ηδονή,
και σε εξουθενώσουν τα επιχειρήματα της λογικής κι αυτά της καρδιάς.
Όταν μια μέρα νιώσεις σα βράχος μόνη και σε απελπίζει η σκέψη πως η κραυγή σου από κανέναν δεν θα ακουστεί,
κι από την κορυφή του βουνού μέσα από τα πνευμονία σου ουρλιάξεις «Σ’ αγαπώ»
Όταν τότε, τρικλίζοντας με βήματα τυφλά, ακολουθήσεις του αντίλαλού σου την διαδρομή,
και μέσα σου αυτός σε οδηγήσει, κι ανακαλύψεις τον πυρήνα της αγάπης τον πιο ιερό.
Όταν μια μέρα την καρδιά σου τυλίξεις σε ένα όμορφο κόκκινο κουτί με κορδέλα χρυσή,
και σε μια παλάμη τη δωρίσεις που ορκίζεται να τη διαφυλάξει ως τα τέλη του χρόνου σαν ανάσα στερνή.
Όταν μια μέρα ανακαλύψεις πως η αλχημεία που πηγάζει από της ύπαρξης σου τα βάθη πλάττει ζωή,
και με το πρώτο της κλάμα γελάσεις κι εσύ, και σαν Ινδιάνα γριά την ξεναγήσεις στην Αμερική.
Όταν μια μέρα κουραστούν τα χέρια σου να διώχνουν τα έντομα που γύρω απ’ το κεφάλι σου πάντα βουίζαν,
και σε ρωτούσαν να πεις αν είναι σωστό το όνομα σου, αν είναι η πορεία σου ορθή.
Κι όλο ρωτούσαν πόσες αγάπες θρηνείς, γιατί ταξίδεψες ως εδώ, πως θα ‘ταν αν πίσω τα χρόνια γύριζαν,
και πόσο μαύρος και άγριος είναι ο Ωκεανός που περικυκλώνει την μικρή σου Αμερική!
Κι όταν τα χέρια σου θα ματώνουν καθώς τις ρωγμές που χάραξε ο χρόνος στο δέρμα σου αγγίζουν.
Όταν σαν χαϊδεύουν τα μαλλιά σου, μονάχα χιόνια θα ανασκαλεύουν από εκεί.
Όταν εδώ κι εσύ θα κάθεσαι και τα μάτια σου από του Ωκεανού τα νερά πλημμυρίζουν,
και μια σάπια βάρκα μικρή θα ανασηκώνεται στο θεόρατο κύμα καθώς θα σε καρτερεί…
Σε κάθε «όταν» να θυμάσαι πως είναι μοναδική μες το ταξίδι σου η αίσθηση του.
Κάθε πρώτη του φορά είναι η πιο μεγαλειώδης σου εξύψωση μέσα στον Χρόνο.
Κι αν σε πονά μην το αρνείσαι. Μαθέ να ενστερνίζεσαι το κάθε του κάλεσμα, την ύπαρξη του,
κάθε σου γέλιο, κάθε σου δάκρυ, κάθε σου ξέσπασμα, κάθε πληγή, κάθε τους χάδι, κάθε σου πόνο.
Τίποτε σε αυτή την ήπειρο δεν είναι αυτονόητο, ούτε εξηγήσιμο, ούτε κι απλό.
Και δεν υπάρχει γνώση ούτε αλήθεια αν δεν υποφέρεις να τη βρεις.
Αγάπα το κάθε ίχνος της πατρίδας σου ακόμα κι αυτόν που σε απειλεί, τον βαθύ και μαύρο Ωκεανό.
Να μη ξεχνάς πως από μαγιά κι αλχημείες είναι φτιαγμένα τα χώματα της δικής σου Αμερικής.
Κι όταν κάποια μέρα σαν πυροτέχνημα κι εσύ σβηστείς από αυτόν τον τόπο,
κι όλοι με το τελευταίο σου χαμόγελο θα κλάψουν.
Όταν σαν κύμα τρομερό ξεχυθεί μέσα στα μάτια σου το απόλυτο σκότος το πρώτο,
κι όλα όσα αυτό σου φανερώνει σε τρομάξουν.
Όταν σαν έκθαμβος Κουστώ θα ανασκαλίζεις τον καινούργιο Ωκεανό σου………
Δεν Γιορτάζω Ποτέ…
(Λονδίνο Φεβρουάριος 2006)
Δεν γιορτάζω.
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Παρά μονάχα θρηνώ και φθονώ κι όλο φθείρομαι,
σαν φύλλο ξερό που το σαπίζει η βροχή.
Στη δίνη της άβουλα όλο αφήνομαι,
στο τέλος του χρόνου να απορροφηθώ από την γη.
Δεν γιορτάζω,
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Παρά μονάχα βλαστημώ τα άστοργα χέρια σου τα άγια,
που σαν τσιμπούρι παρείσακτο με πετάξαν εδώ,
στην ουρά τούτης της σκύλας που είναι λυσσασμένη και άγρια,
δίχως να μου ορμηνέψεις πως μπορώ να σωθώ.
Δεν γιορτάζω.
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Παρά το όνομά μου κεντώ με αέρινα νήματα.
Στη καταιγίδα το πετώ μήπως και στους καιρούς το σκορπίσει,
και γίνω κάτι άλλο εκτός από μια ιδέα που τη μνημονεύουν μαρμάρινα μνήματα.
Μα μέλλομαι μια αόριστη ιδέα δίχως σκοπό και με αμφίβολη φύση.
Δεν γιορτάζω.
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Παρά με τις γροθιές μου οργισμένα βαράω τα άσπλαχνά σου τα στήθια.
Κρεμασμένη απ΄ τον λοβό του αυτιού σου φουρκισμένη ουρλιάζω,
πως η ματαιότητα που μου έδωσες προίκα δεν μου έχει γίνει ακόμα συνήθεια,
και πως επιδεικτικά στέκει εμπρός μου και ορίζει κάθε πορεία που χαράζω.
Δεν γιορτάζω.
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Παρά θρηνώ το κάθε λεπτό που ολέθρια με προσπερνά
σαν γίγαντας, που σε κάθε του βήμα στο κεφάλι μου επάνω πατάει.
Με θρηνώ που είμαι μονάχα του φαντάσματος της θλίψης η ξεθωριασμένη σκιά.
Με θρηνώ που με καταδίκασες να είμαι ένα ψέμα που σε αλήθεια καμιά δεν χωράει.
Όταν ξαναγίνουμε νέοι (ΙΙΙ)
(Λονδίνο, Νοέμβριος 2006)
Ξέρω πως θα ’ρθεις όταν θα έχουν τα χέρια μου στάχτες
Και μαραμένες μαργαρίτες θα φυτρώνουν μες στα μαλλιά μου.
Στον επιτάφιό σου θλιβερές μυροφόρες θα είναι οι πρώτες αγάπες,
κι όταν ηχούν οι καμπάνες θα καλούν τ’ όνομά μου.
Ξέρω πως θα’ ρθεις όταν θα έχει πετρώσει ο Κήπος.
Τα φύλλα και τα πέταλα θα ‘ναι τότε αιχμηρά σαν ξυράφια.
Με διάφανα δάχτυλα θα απλώνει πίσσα στα βλέφαρά μας ο Ύπνος.
Και έξω από το κατώφλι μου ανήσυχα θα πετάει ένα σμήνος κοράκια.
Ξέρω πως μια αφέγγαρη νύχτα τυχαία θα περνάς. Θα σταθείς σαν τον Κήπο αντικρίσεις.
Θα σου ’ναι γνώριμες οι αεικίνητες σκιές που θεριεύουν επάνω στα άγονα χώματα.
Το σκουριασμένο πορτόνι θα σπρώξεις, κι αυτό σαν βραχνιασμένος ντελάλης θα τρίξει.
Όπως αργά θα βαδίζεις, θα μουρμουράς των πετρωμένων λουλουδιών μου τα ονόματα.
Ξέρω πως σαν στο κατώφλι μου φτάσεις τα κοράκια μου θα σε σκεπάσουν με τα μαύρα φτερά τους.
Κι ένα από αυτά θα σου πει «το κατώφλι αυτό, κανένας, κανένας, ποτέ δεν διαβαίνει»
Μα σαν τους φανερωθείς, στις πατούσες σου επάνω θα αφήσουν τα στερνά δάκρυά τους.
Και το χτύπημά σου στην πόρτα, σαν καμπάνα σε μέρα αναστάσιμη γιορταστικά θα σημαίνει.
Ξέρω πως τα βαριά σου τα βήματα την Αναστασία θα ξυπνήσουν,
που για χρόνια επάνω στο πιάνο σα βάλσαμο θα είναι αποκοιμισμένη.
Τα λευκά της τα δάχτυλα τα σκονισμένα ασπρόμαυρα πλήκτρα δειλά θα πατήσουν,
και το “Danse Melancholie”θα παίξει ξανά, όπως τότε, σαν φρενιτική κοιμωμένη.
Ξέρω πως τότε τη παλάμη σου θα ακουμπήσεις στο λευκό μου κεφάλι.
Σαν νερό τα δάχτυλά σου, στου προσώπου μου τα βαθιά, στέρφα ρυάκια θα γλιστρήσουν.
Θα τα ρωτήσεις για όσα ένιωσαν και είδαν. Θα σου πουν για ένα μακρινό καρναβάλι,
και πως αδημονούν του Χρόνου το ιάσιμο χάδι, σαν δειλά κυματάκια στο πηγάδι να σβήσουν.
Ξέρω πως θα χαϊδέψεις τη γλάστρα με τα αγκάθινα τα γιασεμιά μου,
Μια δροσοσταλίδα, σα δάκρυ, στα αιχμηρά τους τα φύλλα θα κυλήσει.
Θα ψιθυρίσεις «Γιασεμί μύριζε τότε το δέρμα και η κάμαρά μου»
Θα σου πω πως δεν θυμάμαι να σε έχω ποτέ μου μυρίσει.
Ξέρω πως θα μου πεις ότι απόψε κάνεις τον στερνό περίπατό σου,
στης θολερής, γερασμένης σου μνήμης τα ξεχασμένα λημέρια.
Και πως δεν θα μπορέσεις να μείνεις πολύ στο σκοτεινό παρελθόν σου,
γιατί ο Χρόνος ανυπόμονα σε τραβά με τα σκελετωμένα του χέρια.
Ξέρω πως ως το κατώφλι θα σε συνοδεύσω και στο καλό θα σου γνέψω.
Θα σε κοιτώ λυπημένη στα πέτρινά λουλούδια μου να λες τα αντίο τα στερνά.
Μα σαν γίνεις ένα με την αφέγγαρη νύχτα, θα θυμηθώ το άρωμά σου και ξοπίσω σου τότε θα τρέξω,
Μα θα ‘ναι τότε αργά, και θα φωνάξω μες στην απέραντη νύχτα «όταν γίνουμε νέοι ξανά…»
Ξέρω πως μες στο σκοτάδι, το δρόμο μου για πίσω το σπίτι δεν θα μπορέσω να βρω.
Σαν φάντασμα τυφλό θα ακολουθώ μια ξεθωριασμένη, μακρινή μελωδία.
Μα θα σταθώ έξω από ένα πέτρινο κήπο, και το σκουριασμένο πορτόνι θα σπρώξω να μπω,
θα θυμηθώ πως σε αυτό τον κήπο πριν χρόνια πολλά βλαστούσε η ευτυχία.
Ξέρω πως σαν θα βαδίζω υπνωτισμένη επάνω στις μαρμάρινες πλάκες,
θα μου ‘ναι γνώριμα όλα τα λουλούδια που στον κήπο πετρώσαν.
Μα σαν θα μυρίσουν σαν τα πρώτα σκιρτήματα και σαν τις πρώτες αγάπες,
θα αναρωτηθώ αν όλα τώρα τελειώνουν ή μήπως ήδη τελειώσαν.
Ξέρω πως θα πατήσω επάνω από ένα σμήνος πεθαμένα κοράκια,
πριν χτυπήσω την ξύλινη πόρτα και την ακούσω να σημαίνει σαν καμπάνα σε επιτάφια ημέρα.
Ένας άντρας θα μου ανοίξει, που θα ‘χει πίσσα στα μάτια.
Θα του πω πως δεν έχω χρόνο πολύ γιατί ο Χρόνος με τραβά με τα σκελετωμένα του χέρια.
Προσευχή
(Λονδίνο, Νοέμβριος 2002)
Άναψε δυο κεριά να γλυκάνουν το σκοτάδι κι απόψε.
Κατέβα αν μπορείς εδώ χαμηλά να σκουπίσεις τον ιδρώτα απ’ τα μάτια μου,
σπασμωδικά σαν τρέμουν όταν σε ψάχνουν.
Έβαλα εγώ δυο κεριά στο κατώφλι μου απόψε,
μήπως θελήσεις να έρθεις και δεν βρίσκεις τον δρόμο.
Μα φυσάς κι απόψε και σβήσαν
Γονατίζω μπροστά στο ξερό φυλλαράκι που βωμό στ’ όνομά σου το είπα.
Δένω τα δάχτυλα στο πέτο μου και σκύβω ταπεινά το κεφάλι.
Δεν σε δοξάζω, ούτε το χέρι παρακλητικά σε εσένα απλώνω για να με γλιτώσεις.
Ξέρω θα έχεις μπελά μύρια δάχτυλα τα γένια σου σπαραχτικά να γραπώνουν.
Απλά, για μένα σου μιλώ…
Για τις μεγάλες στιγμές μου που στριμώχθηκαν στα μικρά μου τα λάθη.
Και για τις μικρές μου στιγμές που κυοφορούν τις μεγάλες γιορτές μου.
Να θυμηθώ δεν μπορώ, τι γιόρταζα τότε.
Θα’ ταν η ελαφρότητα και η αδράνεια της λιγοστής μου σοφίας,
και η πλανερή ασφάλεια των μεταξένιων στεγανών που με αυτά με είχε σκεπάσει.
Μα δεν θρηνώ.
Δεν θρηνώ.
Δεν θρηνώ τους χρόνους που με χωρίζουν απ’ το χθες κι απ’ το αύριο,
ούτε και τον ανεπαίσθητο χρόνο που τώρα με ζει.
Δεν θρηνώ τους νεκρούς που τους σκέπασαν μνήματα,
ούτε τους νεκρούς που τους έκαναν στάχτη.
Τους ζωντανούς δεν θρηνώ.
Είναι όμορφο το όνειρο κι ας το ονομάζουν επίπονη πλάνη.
Ούτε κι εσένα που φυλακίστηκες αιώνια πίσω από τον νέφινό σου μανδύα.
Δεν θρηνώ…
Μα δεν γιορτάζω.
Δεν γιορτάζω ποτέ.
Την στιγμή που ανάσανα την γιορτάζουν αυτοί που ζούνε στην σκιά μου.
Και δεν γιορτάζω τα χρόνια που θα ‘ρθουν γιατί δεν τα δα ποτέ μου.
Ούτε κι αυτά που περάσαν γιατί δεν τα έβλεπα τότε.
Ούτε και τον χρόνο που τώρα με ζει γιατί δεν τον προφταίνω.
Τους νεκρούς δεν γιορτάζω που τους ρίξαν στην θάλασσα.
Ούτε και τους ζωντανούς δεν γιορτάζω.
Θα ‘ταν βέβηλο να γελώ με τον σάρκινο θρήνο τους.
Ούτε κι εσένα που αιωρείσαι ανάλαφρος στων μυστικών σου τα αέρινα κάστρα.
Δεν γιορτάζω…
…μονάχα αδρανώ και αφήνομαι να με πάρουν μαζί τους,
σαν κύματα οι τρεμάμενες σκέψεις μου στα δικά τους ταξίδια.
Να με ξεβράσουν ελπίζω μακριά από τα βράχια της ματαιότητας,
κι απ’ της άγνοιας τους μαύρους βυθούς.
Ίσως στην δική σου χρυσή αμμουδιά, μάταια ελπίζω.
Μα θρηνώ και γιορτάζω την δύναμη,
αυτή που νομίζω πως έχω μα λείπει.
Γιατί θέλω να αγαπώ ότι εμένα απαρτίζει και το νιώθω,
και για ότι υποθέτω πως ψέμα δεν είναι.
Είμαι το αίμα που κοχλάζει στις φλέβες μου.
Πόσο όμορφο μοιάζει σαν κυλάει στο δέρμα μου!
Κάνε με μόνο σαν το κοιτώ να με αναγνωρίζω και ν’ αγαπάω την θέα του,
και να λέω πόσο όμορφη με έκανες Θεέ μου,
που υγρή εγώ γλιστρώ μαγικά σε σάρκινα στρώματα.
Είμαι το δέρμα που ντύνει το πνεύμα μου.
Πόσο όμορφο είναι σαν το κοιτώ και το γεύομαι,
σαν το αφουγκράζομαι και σαν το μυρίζω.
Και θελκτική η αφή των δαχτύλων μου σαν τα δέρματά τους χαϊδεύουν.
Κάνε με μόνο σαν το αγγίζω να με αναγνωρίζω και ν’ αγαπάω την αφή του,
και να λέω πόσο όμορφη με έκανες Θεέ μου,
που απτή εγώ την σάρκινη στολή μου ψηλαφώ και ανατριχιάζω.
Είμαι ο πόνος στο νου και στην σάρκα μου,
η υπέρτατη αίσθηση της θνητής υπόστασής μου.
Πόσο όμορφο το αίσθημα πως μέσα μου υπάρχω.
Κάνε με μόνο σαν τον νιώθω να με αναγνωρίζω και να ευλογώ τα καλέσματά του,
και να λέω πόσο όμορφη μ’ έκανες Θεέ μου,
που αισθητή εγώ με καλώ και με νιώθω…
…να θρηνώ και να γιορτάζω την δύναμη,
μέσα απ’ την ένταση των εκφράσεων του πόνου μου.
Τη δύναμη που θα’ θελα να ‘χα μα δεν είχα ποτέ μου,
Τη λιγοστή τη σοφία μου που με κάνει να λέω πολλά.
Γιατί Θεέ μου δεν μπορώ να μιλάω με σκέψεις;
Και να είμαι η σκέψη που ακροβατεί στα νέφινα σύνορα,
το ανθρώπινου ονείρου κι αυτής, της δικής σου αλήθειας,
κι όχι μονάχα το αίμα στο δέρμα της σαν πονά όταν πέφτει.
Δώσε μου Θεέ μου σιωπή και γαλήνη.
Φύσα γλυκά.
Τα κύματα σώπασε και γαλήνεψε τη θάλασσα στο κεφάλι μου μέσα,
και την βάρκα μου σπρώξε μακριά απ’ τα βράχια.
Μια μέρα ίσως με δεις, στο κατώφλι αυτό που προσέμενα πάντα,
τα βήματά σου στις σκάλες ν’ ακούσω, το φως σου να δω.
Σαν προδομένη ερωμένη, σαν παιδί ορφανό.
Αποχαιρετισμός(Κέρκυρα, Αύγουστος 2008)
Λίγες ώρες ακόμα, κι έπειτα θα μας ζώνουν τα κενά,
καθώς θα διαβαίνουμε σαν ξένοι τις ζωές μας,
μέσα από τοπία αρχαία, αλλοτινά,
μέσα από τις αδιέξοδες τις διαδρομές μας.
Κι ότι μας έζησε ήδη μας αποχαιρετά,
πίσω από τζάμια και μαντήλια δακρυσμένα.
Κι έγινε η θλίψη αφόρητα βαριά.
Κι άρχισαν ήδη όλα να μοιάζουνε με ξένα.
Δρόμος (ΙΙ)
(Κέρκυρα, Δεκέμβριος 2006)
«Αυτό το ταξίδι δεν είναι για εσένα. Στις αρχές θα χαθείς. Στη πορεία θα δειλιάσεις.
Συνταξιδιώτη θα χεις μοναχά τη σκιά σου, και για χάρτη τα χνάρια που θα αφήνεις στις λάσπες.
Άφταστος προορισμός σου θα γίνουν οι μνήμες σου σαν κάθε ελπίδα θα χάσεις.
Και όλο θα σκοντάφτεις στα κουφάρια από άλλους σαν κι εσένα πλανεμένους διαβάτες.
Μα θα ναι τότε αργά να γυρίσεις στη πέτρινη στέγη σου, στο ζεστό σου κρεβάτι.
Θα χει τότε για πάντα σβηστεί η γλυκιά πατρίδα σου από κάθε μνήμη και χάρτη.
θα ‘ναι τότε αργά να γυρίσεις μες την στεγανή αγκαλιά μου.
Θα είναι αργά, γιατί σαν φύγεις πια δεν θα σε θέλω κοντά μου.
Θα είναι αργά, θα ‘ναι αργά.
Δεν θα ανήκεις ποτέ ξανά πουθενά.»
Μου χες πει πως το ταξίδι ετούτο δεν είναι για εμένα. Πως δεν θα με αγαπήσει ποτέ άλλη πατρίδα καμία.
Πως μες του αιώνιου χειμώνα την ομίχλη συνεχώς θα σκοντάφτω, στα τυφλά θα βαδίζω.
Και να ‘μαι τα σκοτάδια στα τυφλά ψηλαφώ, κυνηγημένος από στοιχειά και θηρία.
Δεν με αγάπησε ποτέ της η Τροία.
Μου χες πει πως κι αν τα βήματά μου με σπρώχνουν εμπρός με τη σκέψη μου σε εσένα θλιβερά θα γυρίζω.
Και να ‘μαι διψασμένος και τρελός να παραμιλώ το ιερό όνομά σου.
Και μπουσουλώντας να πορεύομαι με το αυτί μου στο δρόμο μπας κι ακούσω να χτυπάει η καρδιά σου.
Μα είναι αργά. Είναι αργά.
Δεν ανήκω άλλο πια πουθενά.
Βιογραφικό
Γεννήθηκα (1981) και μεγάλωσα στη Κέρκυρα. Σπούδασα Ψυχολογία και ειδικεύτηκα στην Ψυχοθεραπεία στο Λονδίνο, όπου έμεινα για 8 χρόνια. Από το τον Αύγουστο του 2008 ζω και εργάζομαι στη Ντάκα, πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές.











Καλοτάξιδο πέρασμα, σεβαστή άγνωστη συμπατριώτισσα! Ο διάλογός σου με διαφορετικές παραδόσεις γραφής εμφανής και αποδεκτός.
Ευχαριστούμε και τον κύριο Παστάκα, διότι μάς προσφέρει και στη σημερινή “ανάρτηση” αναγνώσεις υψηλού ρίσκου [συνθέσεις αναλυτικές, εξομολογητικές], γοητευτικές.
Συγκρατώ:
“Δεν θρηνώ τους νεκρούς που τους σκέπασαν μνήματα,
ούτε τους νεκρούς που τους έκαναν στάχτη.
Τους ζωντανούς δεν θρηνώ.”
Και σχολιάζω, πικραινόμενος για τον τόπο μετοικεσίας μου:
Μπαγιάτικη επανάληψη:
’57, ’58,’63,’65,’70,’73, ’74… ∞
Οι νεκροί στις αγχόνες
Οι νεκροί στα πηγάδια, ΣΤΑ ΡΈΜΑΤΑ, ΣΤΙς ΆΚΡΕς ΤΩΝ ΔΡΌΜΩΝ
Οι νεκροί στα χαρακώματα
Οι νεκροί χωρίς ηλικία
Οι νεκροί ΟΛΟΙ, ΟΛΩΝ
Οι νεκροί ΑΠΟ ΟΛΑ, ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ
Οι νεκροί ΑΠΟ ΤΙΠΟΤΑ
Μόνο οι νεκροί κάτω από το βλέμμα του θεού
∞
Υ.Γ. Εξαιρετικό σχόλιο μάς υποβάλετε:
“Είναι όμορφο το όνειρο κι ας το ονομάζουν επίπονη πλάνη.”