Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Εσύ που άντεξες μαζί μου στο δωμάτιο
ώσπου στα έγκατά μας να τριφτούν
τα δέρματά μας
κι η γη μας να σειστεί απʼ τη διείσδυση
όνομα χρειάζεσαι, χρειάζεσαι ελάφι.

Γυρίζω το κεφάλι˙ σʼ άκουσα

κι αντί να φύγω τρομαγμένος
που μέσα μου δεν άφησες φωτιά
να μην ανάβει
σε λέω Αλουραίμ και σε κοιτώ
στα μάτια:

στο λαιμό σου ερεθίζεται το πιο αγνό χρυσάφι
(ποιο χρυσάφι να σʼ αντέξει
ποιο χρυσάφι να σε πει;)
στο στήθος σου εκκρίνονται τα ξαναμμένα χείλη
(ποιο ποίημα να σʼ αντέξει
ποιο ποίημα να σε πιει;)
και στους μηρούς σου απορροφάται
το ηλιόμαγμα
ώστε αν μικροπράγματα
ποτέ σʼ απασχολήσουν
(μια κοσμική καταστροφή)
να θυμηθείς πώς ήταν στο δωμάτιο
και με την πρόσκληση του σώματος
να στείλεις

το φως ξανά στη θέση του στο κέντρο.

ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ

Διακόσια πενήντα χιλιόμετρα
ως τον προορισμό μου˙
διακόσια πενήντα ακριβώς.
Να πω πως ξέρω αν θα τα διανύσω
δεν μπορώ. Ξέρω καλά
πως όσο χρόνο θέλει η απόσταση
θα τον καταναλώσω.
Όπου κι αν είμαι, τότε
από βαθιά αποτυχία θα κυριευθώ
πʼ ούτʼ ένα δρόμο δεν κατάφερα
να γκρεμίσω
ούτε μια ουτοπία να επιβάλλω
δεν μπορώ
κει που ταλαιπωρία
ιδροκοπούν οι κληρονόμοι
κι οι θάνατοι αυξάνουν
τις στροφές των αργαλειών.

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Θα σας μιλήσω εγώ για τη συνήθεια
με των ανάπηρων αισθήσεων το στόμα
και τη χροιά της απώλειας.
Εκ γενετής τυφλός βρίσκει για μια
στιγμή
το φως του
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από εκείνη που πλημμύρισε
το μάτι του.
Και χίλια χρόνια τύφλας τα ξεχνά.

Άλλος τα βλέπει καθαρά
ώσπου κι αυτός το φως του χάνει
στιγμιαία
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από κείνη που σκουντούφλησε
στα έπιπλα της τύχης.
Τα έργα της δε συνηθίζονται με τίποτα
όταν στο τίποτα δίχως γιατί
σε παλουκώνουν. Ο ποιητής
ξυπνά κουφός από τη μέσα ησυχία
και μες στο έξω του χαμού

το ποίημα γράφει κρότος.

ΤΟ ΘΕΡΙΟ

Όταν ο αγριότερος των ανθρώπων
έπεσε στην παγίδα του
κοίταξε γύρω για θηράματα.
Όταν δε βρέθηκε κανένα
στην πλοκή του
ξέχασε να σκαρφαλώσει έξω
απʼ την ενέδρα του
κι άρχισε τις σάρκες του να τρώει
από θυμό
μέσα στο λάκκο πʼ έσκαψε η κακία.

Όταν τον ξαναείδαμε
αγνώριστος˙
καλοβαλμένος, ξυρισμένος
πράος κι ευωδιαστός.
Τι έγινε στο λάκκο του δε μάθαμε.
Απόμεινε, λέει, μόνος του
κι έφερε δώρο μέλι

το θεριό.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΙΣ

Το ποίημα έχει πάντοτε μια λέξη
περιττή
πʼ ούτε με λάστιχο μπορείς
ούτε με το σφουγγάρι να τη διώξεις
γιατί όταν λέξη μες σε ποίημα
σταθεί
από την αγαλλίαση του στίχου της
δε βγαίνει.

Ένας τρόπος για νʼ απαλλαγείς
είναι να τη σαγηνεύσεις
να της τάξεις άλλο ποίημα
καλύτερο
και τραγουδώντας της την καινούρια αρχή
σʼ έναν καινούριο δρόμο να τη βάλεις.

Ο άλλος τρόπος είναι να τη σβήσεις
να σπρώξεις τη χούφτα σου στο στόμα σου
τη γλώσσα να σου ξεριζώσει
και με το αίμα της στο χέρι σου
να τρίψεις πάνω στο χαρτί
τα λόγια που δεν έπρεπε να πεις.

ΒΙΝΥΛΙΑ

Μιας και το θες κι εσύ
καινούρια ηλικία
θα τα παίξω
τα παλιά μου τα βινύλια
μα όχι όπως πρώτα.
Έτσι όπως τρίφτηκαν
οι δίσκοι με τα χρόνια
παλιό αυλάκι δε θʼ αναγνωρίσει
η βελόνα
κι οι μελωδίες θʼ ακουστούνε
σκεβρωμένες
σαν τʼ άκαιρα, τρωτά
εκτρώματα της νήπιας σκέψης.
Τη βελόνα θʼ ακουμπήσω
πάνω στο χαρτί
στα κυβερνά αυλάκια
της μασκοφόρου μόδας
έτσι˙ για να δω ποιος με
υπνώτισε
ποιο εν αγνοία μου πρόσωπο
μονοπωλούσε το αυτί μου.
Αφού σκιστεί καλά η ετικέτα
αφού σπάσουν τα κόκαλα
όλων των συντελεστών
το δίσκο μου θα παραδώσω
δίχως τρύπα στο παιδί

να βρει αυτό πού θα τον στερεώσει.

ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ The Ruins movie download

Ένα κολοκύθι γνέθει το χακί˙
το κεφάλι ντύνεται με κράνος.
Ένας βόθρος στέλνει τη βροχή˙
στο ποτήρι πίνεται το χάος.
Ένας τυφλός μοιράζει την τροφή˙
το έλεος τρώγεται με πάθος.
Τυφλό του βόθρου κολοκύθι
πώς γράφεις έτσι ιστορία
πολέμους και ρακοσυλλέκτες
πώς αναπαράγεις
ώσπου να λιώσουμε στην όξινη οργή;

O ΣΠΑΓΚΟΣ

Στον Σωτήρη Παστάκα
επειδή χαμογελά

Στο μάθημα της ανατομίας
πήγαινα πάντα άπλυτος
αφού γυμνός δε μου επέτρεπαν
να ζήσω.
Έχοντας εξασφαλίσει απομόνωση
μάθαινα κατάκοπος πλούσια ονόματα
πʼ έδεναν στο κορμί μου κόμπους
στο σωμάτιο του Μαλπίγγι
στην περιοχή Μπροκά
στο φύμα του Φάτερ
και στον Δωδεκαδάχτυλο
τον περιβόητο μαρμαρωμένο βασιλιά.

Στο μάθημα της ανατομίας
έμαθα από ανθρώπους
πόσους ανθρώπους έχω μέσα μου
κι αφού κατάφερα
όλους να τους μαζέψω σε μιαν αίθουσα
τους είπα επιτέλους την αλήθεια:

Κύριοι, το χειρουργείο σας
ανώφελο
η μια άκρη του σπάγκου
είναι παντού
κι η άλλη στον αέρα.