
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ
«ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ-ΜΠΙΖΝΕΣ-ΣΦΙΓΞ» (Ηριδανός 2008)
Αξιότιμη κυρία Δημητρούλια, σας ευχαριστώ θερμά που καταπιαστήκατε με την περίπτωσή μου και χάσατε ελεύθερο χρόνο από τις καλοκαιρινές σας διακοπές. Και το εννοώ κυριολεκτικά. Μου κάνατε την τιμή. Κινητοποιημένος απʼ αυτήν σας την επιφυλλίδα στο γειτονικό περί λογοτεχνίας site (το Poema), καταθέτω κάτι σαν απάντηση που αφορά στο περιεχόμενο του κειμένου και ουδόλως στην πρόθεση και την διάθεση της υπογράφοντος. Βλέπετε τελευταία αυτό πρέπει να το διευκρινίζει κανείς.
Και ξεκινώ. Κατʼ αρχάς η ποίησή μου δεν είναι ενδιαφέρουσα. Αλίμονό της αν ήταν. Μα με είπατε και «ρομαντικό», αυτό σας το επιστρέφω. Και την Ιένα την κάνω Ύαινα.
Η ποίησή μου δεν αποπνέει, και εάν απέπνεε κάτι αυτό δεν θα ήταν Déjà vu, διότι το déjà vu αντίκειται στην δράση, στο νέο, στην πρωτοπορία, δηλ. στον λόγο ύπαρξης του ποιήματος. Στις τέχνες το ονομάζουν και «unoriginal material». Μα παλινδρόμηση; Θα φταίει και για αυτό ο Όμηρος.
Είπατε πως έχω δάνεια, να τα ξεσκεπάσετε, καθώς κι εκείνη την σύμβασή μου με την «κατά Μποντλέρ ομορφιά και την κατά Ρεβερντύ εικόνα» (πάλι καλά που δεν με είπατε και χριστιανό ορθόδοξο…). Αναπτύξατε δικές μου απίθανες συγγένειες με τον Μπρετόν, τον Ρεμπό, τους Καταστασιακούς και τους «Μπήτνικ». Οι θάλαμοι στα ψυχιατρεία. Κατέχετε από ιστορία της λογοτεχνίας; Κι αυτό το φοβερό «Μπήτνικ» από πού προέκυψε; Να σας υπενθυμίσω πως οι μπίτνικς δεν ήταν μέλη κάποιου λογοτεχνικού κινήματος, (όπως λ.χ. οι Μπιτ) ήταν οι μιμητές τους, τα παιδιά που χρησιμοποίησαν αποτυχημένα τους Μπιτ για να τινάξουν από πάνω τους το πέπλο του αμερικανικού ονείρου. Αυτές οι παρατηρήσεις γράφουν ιστορία. Άντε να μιλήσουμε τώρα και για Πρωτοπορία. Εν πάση περιπτώσει, εάν αδυνατούσα θα επέλεγα ποιητές με μεγαλύτερα κότσια.
Συνομιλία δε με τα κινήματα του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα δεν υφίσταται, αντιθέτως μετά βδελυγμίας και αρκετού χιούμορ καταγράφεται η πλήρης χειραφέτηση από τις γνωστές ποιητικές ιδέες. Τα χαρακτηριστικά αυτής της χειραφέτησης, βεβαίως, δεν θα μπορούσαν να ήταν και τόσο εύκολη τροφή – δεν ακολουθείται η γνωστή μέθοδος «του ανθρωπισμού, της πατριδογνωσίας και της δημιουργικής θλίψης», (τόσο στα ποιήματα όσο και στο επίμετρο του βιβλίου, και υπάρχει λόγος που το αναφέρω πριν φτάσουμε παρακάτω) και όντως χρειάζεται ιχνηλάτης, κι αυτόν τον ρόλο μπορεί να τον παίξει ο αναγνώστης εάν και μόνον καταφέρει να αναγνώσει μέσα στο ποίημα ως έχει, και όχι να αναζητήσει υποχρεωτικές αμφισημίες, παραπομπές, και τα γνωστά συνήθη. Ήτοι χρειάζεται να κατέχει από μη-εαυτόν, από ποίηση. Η όποια συνομιλία υφίσταται, πραγματοποιείται στο μέσα μέλλον, στο εντός: αλλαγή χρόνου, αλλαγή ονόματος, αλλαγή προσώπου, απόρριψη ιδιοτήτων, καταστροφή του αινίγματος που κατάντησε «φιλικό» το ποιητικό περιβάλλον.
Τα πράγματα είναι των εαυτών τους σύμβολα(-πράγματα) μέσα σʼ αυτό το τρίπτυχο. Και ο ποιητής έχει αποκτήσει μία Σχέση μαζί τους, δεν τα χρησιμοποιεί ως ποιητικά εργαλεία, δεν μιλά «για» αυτά, ούτε κι εκείνα με τη σειρά τους μιλούν για τον ποιητή, ή για την ποίηση. Δεν υπάρχει τίποτε κινητοποιημένο υπέρ ποίησης μέσα στα ποιήματα. Ας πούμε μάλλον το αντίθετο. Δεν υφίσταται ουδεμία ανταπόκριση. Πρόκειται για μία σχέση απολύτως κενή, της οποίας η διατήρηση εξαρτάται από το πόσο συχνά στρίβει ευθεία ο ποιητής. Δεν υπάρχει εξάλλου πάντοτε λόγος να προκύπτει «ποίηση», με την γνωστή έννοια. Η έννοια αυτή βρίσκεται σε κατάσταση πάγιας αναγέννησης. Αυτή η σχέση άλλοτε είναι φυσική κι άλλοτε παρά-φύση. Το τελευταίο, αν θέλετε, είναι εκείνο που καθιστά την ποίησή μου Ποίηση, όπως και εκστατική την διαφορά μεταξύ μούσμουλου και τρόλεϊ.
Στο «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ», δεν παρατάσσονται εικόνες, δεν υπάρχουν καν εικόνες μέσα σʼ αυτό το τρίπτυχο, (αφήστε που σε κάποιο σημείο υφίσταται μία συντριπτική δήλωση προς αποφυγή τέτοιας παρεξήγησης, μάλλον σας διέφυγε) συνεπώς μήτε συσσώρευση μήτε ανάγκη όποιας ανασύνθεσης από την πλευρά του αναγνώστη. Για το κρατικό βραβείο ποίησης σκοπεύουμε;
Υπάρχει μία παρέλαση σχέσεων, και συσχετισμών που αρνούνται τις δυνάμεις της επίγνωσης, λειτουργούν με το Άλλο, το μη-γινόμενο και έχουν δημιουργήσει το δικό τους αντι-ποιητικό (αναποτελεσματικό) κατεστημένο. Ο ποιητής δεν κάνει άλλο από το να ποντάρει διαρκώς στο νούμερο (στην δυνατότητα) που δεν υπάρχει. Μα δεν θα γελάσατε διόλου υποθέτω όταν διαβάσατε το ποίημα «Μπίζνες».
Το αναμενόμενο θα ήταν να μιλήσω με «ανοιχτά χαρτιά», έτσι η ποίησή μου θα χωνευόταν καλύτερα και θα δημιουργούσε όρεξη στους κριτικούς και τους αναγνώστες μα, ανοίγω μόνον τα χαρτιά που ήταν έως τώρα «κλειστά» – θυμάστε πως γίνεται στην αριθμητική η επαλήθευση; Ο ποιητής στο «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ» δεν κρύβεται πίσω από καμία λέξη, από καμία έκφραση, ούτε πίσω από φύλλο συκής. Στο κρυφτό διακρίνονται άλλοι.
Σʼ αυτά τα τρία ποιήματα, που είναι ένα, εκείνος ο ποιητής υπονομεύει κάθε δυνατότητα από την πλευρά του ποιήματος να καταλαγιάσει, να αναπαυθεί σε μικρό πάθος για διάρκεια, συμμετρία, συνοχή. Η ποιητική του τρίπτυχου δεν ικανοποιείται με την άριστη και πολυπόθητη συγκάλυψη ενός υστερικού νοήματος που βρίσκει καταφύγιο στα «θεμελιώδη ερωτήματα». Το ποίημα νιώθει αποστροφή προς κάθε εύνοια. Φτάνοντας μπροστά σʼ αυτό το πλήρες αδιέξοδο, αποφύγατε να πράξετε φιλολογικό φόνο και καταφύγατε στις μικρές σκιές του Μπρετόν, των Καταστασιακών και των «Μπήτνικ».
Ολοκληρωμένη τοποθέτηση επʼ αυτού βρίσκεται στο πλήρες δοκίμιό μου «Περί ποίησης και κατάστασης» που κυκλοφόρησε στο Poiein.gr. (Δεν πρόκειται για τα δύο μικρά δοκίμια στο επίμετρο της ποιητικής συλλογής, μα ένα νέο ολοκληρωμένο δοκίμιο άλλης μορφής). Επίσης, παρόλες τις επί μέρους διαφωνίες που διατηρώ, σημαντική κριτική επί του ύφους του συνόλου «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ» είναι κι εκείνη του Γ. Μάνζελου που βρίσκεται κι αυτή κάπου μέσα στο Poiein.gr.
Όσον αφορά στα λεγόμενά σας περί «επαναφοράς του ισχυρού προσώπου του ποιητή στο επίκεντρο της ποιητικής κατάστασης, κτλ…» πέραν του ότι υποχρεούμαι να σας παραπέμψω στο ίδιο δοκίμιο για το οποίο έκανα λόγο πιο πάνω, θα ήθελα να συμπληρώσω και τα εξής: α) Δεν έκανα ουδεμία πρόταση. Δεν συνέστησα κανένα πρότυπο σε κανέναν. Δεν επαναφέρω. Φοβάμαι μάλιστα πως έχετε μπλέξει την συνέντευξή μου με τα ποιήματα. Αν είναι έτσι, φανερώνετε κάποια υστέρηση με την οποία δεν θα ασχοληθώ βέβαια. Κρίνετε ως ποίημα την συνέντευξη και σαν επίμετρο τα ποιήματα. Σας ενδιαφέρουν αυτά που λέω, αυτά που γράφω, ή αυτά που κάνω; Που υποπτεύεστε το ποιόν τους… Μάλλον τίποτε απʼ τα τρία. β) Δεν γνωρίζω τις πηγές σας, μα θα ήταν καλό να επανεξετάσετε το κατά πόσον ορισμένες «διακηρύξεις» δεν συνέβαλαν στην πραγμάτωση του αισθητικού αντικειμένου. Αν δεν είναι διακήρυξη το Ύφος τότε τι είναι; Μα υπολογίζετε λανθασμένα, όπως η πλειονότητα των ελλήνων «κριτικών» και «ποιητών», πως το Ύφος φέρνει στην ευλογία του Κυρίου που ταΐζει ένα τεράστιο πλήθος με μία χούφτα ψάρια. Τέτοια διακήρυξη δική μου πάντως ουδέποτε κυκλοφόρησε, ούτε και υπονοήθηκε ποτέ η ύπαρξή της, και β) Τι είναι αυτό που έχριζε επαναφοράς και χρειαζόμουν εγώ για να την αναλάβω; Θα αστειεύεστε. Αν πέφτουν τουφεκιές στις κοιλάδες της ποίησης τις ρίχνουν όσοι έχουν λόγο να είναι οπλισμένοι, εγώ δεν είμαι. Σάμπως ξεχάσαμε τι σημαίνει Ομιλία, και μάλιστα όταν αυτή πηγαίνει κόντρα στην θηλαστική μας υπόσταση.
Κι αν είμαι «οραματιστής» όπως διατείνεστε, που πάλι δεν είμαι, οραματίζομαι από μέσα, απʼ έξω οραματίζονται οι παπάδες και οι φιλόλογοι. Μιλώ, όπως αντιλαμβάνεστε για «όραμα» που περικλείνεται, δεν περικλείει. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Κανείς δεν πρόκειται να σωθεί απʼ την δική μου ποίηση. Άλλο έχει να πάθει.
Πως «το μόνο που μετρά είναι η ποίηση καθαυτή», το διατυμπανίζουν όλοι – αποδείξεις όμως μόνο επί πτωμάτων. Θεωρώ κάθε συζήτηση για «την ποίηση καθʼ αυτή» πεπερασμένη και ανώφελη. Ολοκλήρωσα επί του ζητήματος με το δοκίμιο που επανειλημμένα σας προανέφερα.
Στο «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ» δεν αναγνώσατε δυστυχώς την διάθεση, την πίστη, και την υλοποίηση του Να Μην ο Ποιητής. Αυτό χρειαζόταν να κατανοήσετε. Και η ευθύνη αν το αποπειραθείτε όλη δική σας.
Μετά τιμής,
Γ. Λ.










Κυρίες & Κύριοι σχολιαστές του Ποιείν (λαλίστατες/οι κατά τα άλλα) τι πάθατε;
Creation is perfect (Bob Kaufman)!
ή
πώς το “πτώμα/ποίημα” κατασπαράζει τον “ιατροδικαστή/κριτικό”.
Με υπερπραγματικούς χαιρετισμούς κύριε Λειβαδά