
Μ Ε Τ Α Μ Ο Ρ Φ Ω Σ Ε Ι Σ
Μνήμη Χ. Λ. Μπόρχες
Με τον καιρό το κάθε ποίημα μετατρέπεται σε μια ελεγεία
Οι φίλοι που έχουν φύγει δια παντός σε αγγέλους
και στους θεούς μετέβησαν για να επιστρέψουν σαν χρυσή βροχή
τη στέρφα γη της μοναξιάς που θα ποτίσει
της Λήδας, που της φυλακής τα σίδερα θα γκρεμίσει
γιατί όλα τα μπορεί ο ουρανός με τη βοήθεια του Χρόνου – άν θέλει.
Οι λέξεις του ποιήματος σπόροι είναι που καρπίζουν,
οι τόκοι μιας κατάθεσης που κάποτε γυρίζουν
στον καταθέτη, την τράπεζα του μέλλοντος που είχε εμπιστευθεί.
Κι όλα μαζί αν ξεγελούν τον παρελθόντα κλέφτη
θα είναι γιατί η υποβόσκουσα ζωή έτσι το θέλει
να καμαρώσει όπως πεταλούδα το σκουλήκι: ποιητή!

Ν Ε Μ Ε Σ Ι Σ
Θεογονία 223 – 4
Γεννήθηκε απ’ τη Νύχτα. Χωρίς αντρός βοήθεια.
Έτσι κι εγώ γιατί να μην ελπίσω, αλήθεια
-και τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, βεβαίως-
δίχως τη μούσα που έρχεται όλο και σπανιότερον να θέλω να προσβάλω
μέσ’ στης νυχτός τη σιγαλιά δυο στίχους να χαράξω
πριν της αυγής η αδιακρισία να με πετάξει έξω βιαίως;
Β Α Σ Ι Λ Ι Κ Ο Σ Π Ο Λ Τ Ο Σ
Της Κίνας ο βασιλικός πολτός ταιριάζει
Στα άτομα με ειδικές ανάγκες
Στους ποιητές -κυρίως-, στους πρίγκηπες, στους ανθοπώλες
Στ’ αγόρια που αγαπούνε όλες
Και που ποτέ δεν άγγιξαν καμμιά
(Ο αγέρας παίρνει μακρυά το φως του δωματίου
Παγώνει στο κλουβί τους τα πουλιά)
Και συνεχίζω:
Στους ταξιτζήδες που αγωνίζονται τις νύχτες
Να βρουν αυτόν της Κίνας το μαγικό πολτό
Που το όχημα κινεί και τ’ όνειρό τους
-Κι εγώ;
Μόνος κι αδιάφορος στους δρόμους της αγάπης
Λίγο πολτό κι εγώ αναζητώ…
Ζ Α Π Π Ε Ι Ο Υ Ν Υ Κ Τ Ε Ρ Ι Ν Ο
Να είσαι σώμα ετερόφωτο δεν είναι πράγμα τραγικό:
Σαν την αξιολάτρευτη Σελήνη που δακρύζει
Αύγουστο μήνα. Θεό φτερωτό
Κομίζουσα αθορύβως ες Αθήνας
Καθ’ όσον η αιθαλομίχλη τη χωρίζει απ’ το κοινό
Που τόσο αγάπησε
-Εννοώ
Των Δημοσίων Κήπων και των Λεωφόρων
Τα πολεμοχαρή αγόρια που σφαδάζουν
Ακατασχέτως κάτω από τον αττικό ουρανό.










Γράφω για μένα, για τους φίλους μου
και για να απαλύνω το πέρασμα του χρόνου.
Γεώργιος Λουίς Μπόρχες
Υπάρχουν ποιήματα που ο δημιουργός τους
τα έχει επιμελώς κλειδωμένα
Δεν υπάρχουν όμως κάστρα απόρθητα
Έτσι λοιπόν οι αισθαντικοί « διαρρήκτες »
σκαρφαλώνουν στον αφύλακτο φεγγίτη του ποιήματος
κι ανασαίνουν
την πιο σκοτεινή του επιθυμία.
Κύριε Λυκοτραφίτη, συγχαίρω
Ενώ δεν με ελκύει πολύ η ομοιοκατάληκτη ποίηση (είτε σε αυστηρές, σχεδόν με μαθηματική επιμέλεια στροφές, με στίχους πλεγμένους και συλλαβές κτύπους, ή όχι στοιχιμένες σε στροφές όπως εδώ, μα πάντα έχοντας κυρίαρχο τον τονισμό και τον ρυθμό της ομοιοκαταληξίας), αναγνωρίζω το επίπονο και το καλοδουλεμένο που έχουν όσα ποιήματα ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες. Το πόσο δύσκολο είναι να συμβαδίζει το νόημα, να κυριαρχεί, και να μην φθίνει ή υπονομεύεται για χάρη μιας εύκολης ρίμας. Αυτού του είδους η ποίηση είναι απείρως δυσκολότερη από την σε ελεύθερο στίχο. Απείρως πιο έντεχνη.
(ναι, το καλό ποίημα μπορεί να επανέρχεται σαν ελεγεία)
Σεις κ.Λυκοτραφίτη, πετύχατε κάτι πιο πολύ, μια τα κοσμήσατε και με εκφράσεις ωραιότατες, και βαθύτατες. Ξεχωρίζω την Νέμεση και τον Βασιλικό Πολτό.
Λυπούμαι για τα ολίγα σχόλια, τους ανήκουν και περισσότερα και θερμότερα, να υποθέσω ότι απλώς όλος ο καλός ο κόσμος είναι σε διακοπές και θα τα αντιληφθεί εκ των υστέρων.
ΥΓ. ναι, δεν είναι τραγικό να είναι κανείς ετερόφωτος. Συναινώ στο τελευταίο σας. Αρκεί να τον φωτίζει κάτι διαχρονικό και λαμπερό αυτόφωτο. Και να παροτρύνεται από αυτό. Για να μην είναι αναλαμπή, μαρμαρυγή, ιριδισμός που έρχεται μόνον και μόνον για να φύγει σύντομα και σίγουρα…ακόμα και τα ετερόφωτα, οφείλουν να έχουν την αίγλη τους (όχι του..Ζαππείου!!!)
Εκπλήσσομαι, κύριε Λυκοτραφίτη!
Τα 4 ποιήματά σας είναι εντελώς καλοκαιρινά! Όχι υπό την έννοια: “θα σου κάνω το μαγαζί καλοκαιρινό”, τουτέστιν ρημαδιό…
Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακόμα. Απαθανατίζουν την “υποβόσκουσα ζωή”. Ίσως γι’ αυτό: “Με τον καιρό κάθε ποίημα μετατρέπεται σε μια ελεγεία.”
Να επανέλθω τώρα στις έμμονες ιδέες μου. Ο Λαπαθιώτης λάτρευε το Ζάππειο. Κάπου έχει γράψει: “Το σπίτι μου είναι το σπίτι μου. Το Ζάπειο είναι ο κήπος του σπιτιού μου.” Συναφής και η επιθυμία του να ταφεί εκεί.
ΥΓ. Δεν θα σας ρωτήσω αν σας αρέσει ο Μπραμς, αλλά ο Ώντεν.
Ένας άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα δεν κάνει τίποτ’άλλο από το να γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες που αναπαριστάνουν επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει πως αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των εικόνων δεν είναι τίποτ΄άλλο παρά η αυτοπροσωπογραφία του.
Χόρχε Λούις Μπόρχες, Ο Δημιουργός
Πόσο χαίρομαι να αγαπιέται κάποιος που αγαπώ τα μάλλα κι από άλλους και μάλιστα στη μνήμη του κάποια Νέμεσις να ξερογλύφει πολτό βασιλικό προερχόμενο από το πιο φροντισμένο μελίσσι στου Ζαππείου τη γωνιά, καθώς νυχτώνει…
Ακούω τα πλαταγίσματα των χειλιών της..
Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να τηρούμε τους πόθους της καρδιάς μας άσβεστους…
..να εξερευνούμε τους κόσμους της ποιήσεως κι όσο πάει, άφοβα..
Το’πε κι ένας λόρδος (Dunsanny): “δεν υπήρξαν εξερευνητές που να νοιάστηκαν ποτέ για το ποιος θα φάει τα κόκαλά τους”..
Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια: έχουν μεγαλύτερη αξία όταν δεν τα περιμένεις (πλέον). Παιδιά που χάθηκαν στο δρόμο ενώ πήγαιναν αμέριμνα σχολείο.
@Ignis, συμφωνώ μαζί σας όσον αφορά το πρόβλημα (;) ομοιοκατάληκτη ή ανομοιοκατάληκτη ποίηση. Δεν είναι καινούργιο, οπωσδήποτε. Θέλω να πιστεύω πάντα ότι οι αυστηρότερες μορφές επιβάλλεται να προυπάρξουν του ελεύθερου στίχου, ως ένα είδος ασκήσεως. Ο ρυθμός πρέπει να ενυπάρχει στο ποίημα, ακόμη κι όταν ξεγελάει η “ελεύθερη” μορφή του. Ο Πικάσσο, για παράδειγμα, ήταν πολύ καλός στο σχέδιο, πριν το εγκαταλείψει. Δεν μας επιτρέπεται να πεταχθούμε με την πρώτη στα υψηλά και αφηρημένα, ακόμη και όταν η εποχή το δικαιολογεί…
Για τον αριθμό των σχολίων, σας παραπέμπω σε παλαιότερη απάντηση του κυρίου Ψαραδάκη (στο δοκίμιό του για τον Χρόνο). Καλύτεροι λίγοι φίλοι και αγαπημένοι παρά πολλοί και πολέμιοι.
@Κύριε Ψαραδάκη, γιατί “καλοκαιρινά”; Σας διαβεβαιώ ότι έτσι το θέλησε η οργάνωση του Ποιείν. Μάλιστα, όμως, συμφωνώ ότι μπορούν να διαβαστούν και με μαγιό και χωρίς αυτό. Όπως στους “βράχους της Αστυπαλαίας”, μιας φημισμένης τετράδας πριν από χρόνια. “Ανθοδέσμη” εκεί, ένα μικρό λουλουδάκι εδώ…
Όσο για τον Λαπαθιώτη, αποδεικνύει την διαχρονική αξία του Ζαππείου ως ποιητικού τόπου. Μένει μόνο να εξετασθεί πώς θάβεται, κατά περίπτωσιν, κανείς εκεί.
Με τον Auden, πραγματικά με εκπλήξατε. Ενώ ποτέ δεν το έχω πει εδώ ή αλλού, μου αρέσει πάντα πολύ. Νομίζω δε ότι είναι ο γνησιότερος καβαφικός των αγγλοσαξώνων. Φοιτητής ακόμα, είχα μεταφράσει ποιήματά του στα ελληνικά, που στη συνέχεια είδα, σχεδόν όλα, μεταφρασμένα και δημοσιευμένα από τον Δεκαβάλλε, στη γνωστή, νομίζω, έκδοση του Κέδρου.
Και για εσάς και τον
@Ερωτιδέα,
ο πρώτος στίχος των Μεταμορφώσεων αποδίδεται στον Μπόρχες, από τον φίλο και μαθητή του Alberto Manguel στο βιβλίο του (αναμνήσεων, κυρίως) “Με τον Μπόρχες”. Ομότιτλο, άλλωστε, ποίημα είχε γράψει κι ο ίδιος ο Μπόρχες – γι’ αυτό το αφιέρωσα στη μνήμη του, ενώ δεν το χάρησα στον Ορέστη Αλεξάκη, για παράδειγμα, ο οποίος έχει επίσης γράψει ωραιότατες “Μεταμορφώσεις”.
Επιστροφές δανείων, δηλαδή.
Ξέχασα, αδικαιολογήτως, το πρωί:
@Monody,
ονειρεύομαι έναν κόσμο, σε μια εποχή, με ποιήματα επιμελώς ξεκλείδωτα.
Κύριε Λυκοτραφίτη,
το ΥΓ. μου, ήταν εντελώς “προβοκατόρικο”! Θέλω να πω, μια πρόκλήση.
Από εδώ μακριά (και τόσο κοντά) που βρίσκομαι, το μυρίστηκα ότι σας αρέσει πολύ ο ‘Ωντεν.
Χαίρομαι πολύ για την de profundis εξομολόγησή σας για τον γνησιότερο, όντως, μετακαβαφικό Αγγλοσάξωνα εκπρόσωπο του Ποιητή.
Πέρα από τη γνωστή (για σας και άγνωστη για μένα) έκδοση του Κέδρου που αναφέρατε, μήπως θα έπρεπε να διαβάσουμε τις μεταφράσεις σας;
Γιατί όχι μια νέα έκδοση ποιημάτων του Ώντεν στα ελληνικά. Αυτός ο εξαίρετος ποιητής δεν έχει ευτυχήσει και πολύ στη γλώσσα μας.
Σκεφτείτε το…
Βαγγέλη Ψαραδάκη, δεν είναι τυχαίο που σχεδόν πάντα συμφωνούν οι επιλογές μας! Κι εμένα μου αρέσει ο Ωντεν από ένα και μόνο ποίημα που το έχει μεταφράσει υπέροχα ο κύριος Νίκας στο βιβλίο του ‘ξένοι λυρικοί’ (επειδή δεν έχω δει το πρωτότυπο, το χαρακτηρισμό “υπέροχα” τον γράφω επειδή μου αρέσει πάρα πολύ στη γλώσσα μας, δεν ξέρω αν είναι πιστή η μετάφραση δηλαδή).
Μισό λεπτό να το βρω και να σας το βάλω κι εδώ.
Λοιπόν, είναι από το βιβλίο “Ξένοι Λυρικοί”, εκδόσεις Ποταμός 2003, ένα βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους αγαπούν τον ομοιοκατάληκτο στίχο όπως εγώ. Μεταφράζει ο κύριος Νίκας, το ποίημα είναι του Ωντεν.
Ο Μέσος Άνθρωπος
Σαν σκλάβοι δούλευαν οι γέροι του οι γονιοί,
για να μπορέσει ο κανακάρης τους να βγει
στον κόσμο κι ένα επάγγελμα να ακολουθήσει,
που πλούτη και ραχάτι να του εξασφαλίσει.
Από την άκρατή τους τη φιλοδοξία,
το δόλιο χωριατόπαιδο έπαθε ασφυξία.
Δεν εδημιούργησε αξιόλογη καριέρα.
Μόνο ένας ήρωας θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα.
Έτσι βρέθηκε χωρίς χάρτη κι εφόδια,
μίλια από την κοντινότερη πόλη μακριά.
Ο καυτός ήλιος έκαιγε τα σωθικά του.
Ήταν αβάστακτη η σιωπή. Κοιτώντας κάτου
είδε ενός Μέσου Aνθρώπου την αχνή σκιά
να κάνει θαύματα και το ‘βαλε στα πόδια.
Asfalws einai kala ta piimata sas,kyrie Lykotrafiti. Kai o k. Nikas einai metafrastis eythyvolos ki ergwdis.
Σοφία, Ώντεν έχει μεταφράσει, με γνήσια συγκίνηση, και ο Σάκης Σερέφας – τουλάχιστον στην ανθολογία μεταφράσεων αγγλόφωνων ποιημάτων για τον Καβάφη ” Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας…” αλλά και σ’ ένα παλαιότερο τεύχος του Εντευκτηρίου, νομίζω. Την έκδοση του “Μπιλιέτου” άν δεν την ξέρεις, αξίζει να τη δεις – αυτές οι χαμηλόφωνες προσπάθειες, χρειάζονται, πριν κι από τις άλλες, τη συμπαράσταση και την αγάπη μας.
Κύριε Βέη, κατανοώντας απολύτως πού βρίσκονται οι διαφορές μας, ευχαριστώ για την συνεσταλμένη αποδοχή απ’ το Μπαλί.
(Να ευχαριστήσω, μάλιστα, μπολύ;)
Κύριε Ψαραδάκη,
δεν λέω όχι στις προ(σ)κλήσεις, όμως οφείλω να υπενθυμίσω ότι εσείς πρώτος έχετε υποσχεθεί πράγματα, για τα οποία το κοινό της αίθουσας δικαίως αδημονεί.
Σπάω το 13. Απορώ πώς το ανέχεστε.
Τον Γιώργο Λυκοτραφίτη τον συμπαθούσα από τότε που ήμουν στυφός.
Όταν έπαψα να είμαι στυφός, τον συμπάθησα περισσότερο. “Έπαψα να είμαι στυφός μέσα σε ένα ακόμη κεφάλι”, σκέφτηκα. Δεν είναι λίγο.
Κατά τα άλλα, περνώ για να αντιγράψω τους στίχους
“Στʼ αγόρια που αγαπούνε όλες
Και που ποτέ δεν άγγιξαν καμμιά”.
Αγαπητέ κ. Λυκοτραφίτη, πρόκειται περί αναιδούς, άραγε, επιθυμίας, να σας δω σε συντριπτική απόσταση από μέτρα και ομοιοκαταληξία;
Αγαπητέ Δημήτρη,
σου ομολογώ ειλικρινά ότι καταβάλλω φιλότιμες προσπάθειες να γίνω κατά τι καλύτερος, αλλά στα 44 χρόνια μου, σχεδόν, μόνο απαισιοδοξία έχω εισπράξει. Είμαι “ντεμοντέ”, πάει και τελείωσε.
Στο περιθώριο αυτής, της άνευ σημασίας, άλλωστε, ανικανότητας, είναι ενδιαφέρον να κυττάξεις ένα κείμενο, του Κώστα Κουτσουρέλη νομίζω είναι, στο τελευταίο τεύχος του Πλανοδίου, με τίτλο “η επιστροφή του μέτρου” ή κάτι τέτοιο (δεν το έχω κοντά μου). Αναθερμαίνει, μου φαίνεται, γόνιμα έναν παλαιό διάλογο, χωρίς να δικάζει, χωρίς να ρίχνει λάδι στη φωτιά, χωρίς να απορρίπτει… Μας χρησιμεύουν αυτού του είδους οι συνεισφορές ή μαζί με όλα τ’ άλλα στην πυρά;
Χαίρομαι που γύρισες, όπως υποψιάζομαι, απ’ τη Σίφνο γερός και δυνατός! Γι’ αυτό είναι, άλλωστε, οι διακοπές… Ελπίζω να είδες την έκθεση του Μόραλη εκεί, θα ήθελα πολύ να πάω αλλά φοβάμαι ότι στο τέλος δεν θα μπορέσω. Αναρωτιέμαι, άραγε, άν η ζωγραφική του βρίσκεται σε συντριπτική απόσταση από μέτρα και ομοιοκαταληξία ή το αντίστοιχό τους στο πανί. Εσύ τί λες;
Χρειάζεται αυτός ο πόλεμος;
Δημήτρη Μουζάκη, ο ήλιος του Αιγαίου σου κάνει καλό βλέπω – αν και προσωπικά δεν θα σε έλεγα “στυφό” ούτε πριν.
Γιώργο Λυκοτραφίτη, ασφαλώς και δεν χρειάζεται ο πόλεμος, και επίσης το δοκίμιο του Κουτσουρέλη είναι πάρα πολύ τεκμηριωμένο και ξαναβάζει τα πράγματα στη θέση τους για άλλη μια φορά. (Προσωπικά το έχω αποθηκεύσει για να αντλώ επιχειρήματα και από εκεί, όταν χρειαστεί).
Την πίεση του “γράψε και κάτι ελεύθερο να σε δούμε” την έχω υποστεί κι εγώ ουκ ολίγες φορές, με αποτέλεσμα να…αφήνω τα ελευθερόστιχα στο συρτάρι. Ίσως κάποτε να έρθει ο καιρός τους. Προς το παρόν, ελπίζω να μας αφήσουν να παίζουμε με τη ρίμα, γιατί “ήμασταν, όπως πάντα, λίγοι” που λέει κάπου και ο Νίκος Παπαδόπουλος, που πέθανε πρόσφατα.
Έχω τη γνώμη ότι η επιφοίτηση του Άγιου Πνεύματος στους δώδεκα Απόστολους, δεν ήταν άλλο από τη συνειδητοποίηση ότι έχασαν το Χριστό.
Η γνωστή ιστορία δηλαδή της αναγνώρισης του έργου κάποιου, μετά τον φυσικό θάνατό του.
Έτσι και με τα γραφτά μου, όταν τα δίνω εδώ κι εκεί, ελάχιστοι, επαϊοντες μόνο, τα προσέχουν και τα αγαπούν.
Οι υπόλοιποι και αν ακόμα πολλοί από αυτούς έχουν ευαίσθητες κεραίες, δεν τις χρησιμοποιούν.
Μόνο αργότερα θα νιώσουν, ή όταν λείψω από αυτό τον κόσμο ή όταν πάψω να ακούγομαι σαν να είχα λείψει.
Τότε θα με «ανακαλύψουν».
Και αρκετά από τα εκατοντάδες ποιήματά μου θα γίνουν για ένα διάστημα τα αγαπημένα τους τραγούδια ή οι αγαπημένοι τους στίχοι.
Και τότε κάποιοι ειδικοί στην ποίηση δημοσιογραφίσκοι εντύπων κάποιων επαρχιακών πόλεων, θα αναζητήσουν τους ανθρώπους που με γνώριζαν και τους τόπους όπου έμενα και θα τους ρωτούν για μένα.
Ένα από τα ποιήματά μου που θα μείνουν είναι το παρακάτω μικρό και άσημο-το «Αγαπημένο».
Έχει πάρει πολλές καλές κριτικές. Και η σπουδαιότερη ήταν όταν ένας από τους μεγάλους μας (και σοβαρούς) κριτικούς ποίησης και ποιητής ο ίδιος,έγραψε: «…όλοι μας θα θέλαμε να το είχαμε γράψει.»
Ψιλά γράμματα για τους περισσότερους από σας. Μα εγώ τα γράφω αυτά εδώ για τους λιγότερους.
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ
Θέλω στα ράφια μιας μικρής
φτηνής βιβλιοθήκης
καθώς στον τοίχο θ’ ακουμπά
φτενούλα κι επιμήκης
κάποιος στην τύχη ψάχνοντας
του μέλλοντος μια μέρα
ένα βιβλίο μου να βρει
βαλμένο εκεί πέρα.
Κι αφού διαβάσει κάτι τι
και πάλι ξανακλείσει
τα κίτρινα τα φύλλα του
θέλω να το αφήσει
όχι αδιάφορα καθώς
αφήνουν κάτι ξένο
μα με μια κίνηση στοργής
σαν κάτι αγαπημένο.
Γιώργης Χολιαστός
Aγαπητέ κ. Λυκοτραφίτη,
Από την Άνδρο δεν έχω, ευτυχώς, ακόμη γυρίσει. Το ίδιο ισχύει και για τη Σίφνο (δε γύρισα ούτε από εκεί), με τη διαφορά ότι στη Σίφνο δεν πήγα καν. Να τα λέμε αυτά.
Σχετικώς με το εκτός μόδας, θα μου επιτρέψετε μια μικρή διαφωνιούλα. Έχω την αίσθηση ότι ο ελεύθερος στίχος ευρίσκεται επί μοδός κατά τας διανυόμενας εποχάς του εικοστού πρώτου αιώνος, όσο ακριβώς και το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί και να λανθάνω-δε θα επιμείνω και πολύ.
Σχετικώς με τη διαμάχη, να σας πω ότι δε με αφορά. Όταν πρωτάκουσα το to fully understand poetry, you must be fluent with its rhyme, meter and figures of speach, συνειδητοποίησα ότι (εκτός του ότι βαίνω προς διδακτική των δέκα ταινιών προς σχολή ποιήσεως coming soon to a foundation near you) για μένα, κακό στην ποίηση κάμνει αυτός που τη θέλει με μία συγκεκριμένη περπατησά: όλως τυχαίως, αυτή που γουστάρει ο ίδιος.
Δε θέλω, λοιπόν, να δείτε στην επιθυμία μου (την οποία διατύπωσα με την επιφύλαξη της αναίδειας)
κάτι πέραν της αυθόρμητης διατύπωσής της. Πρόβλημα έχω με κείνον που θα πει “η ποίηση είναι αυστηρώς έμμετρος, ομοιοκατάληκτος λόγος”, όχι με αυτόν που προτιμά το μέτρο και την ομοιοκαταληξία. Δεν έχω πρόβλημα με το γούστο, κοντολογίς, πρόβλημα έχω με την επιβολή του (και τους συνεπακόλουθους αποκλεισμούς).
Αγαπητή μου Σοφία, ελπίζω η πρώτη μας συνάντηση στο πλαίσιο του Poiein Member Bonding (διεθνώς γνωστού ως PMB) να είναι the beginning of a beautiful friendship.
Την αγάπη μου σε όλους.
Δημήτρη Μουζάκη: Play it agian, Sam…;-))
* again, εννοώ…