
Αγνή
Και να γιατρεύεις, ήθελες, την κάθε έλλειψη
με θλίψη μεταξένια
Ο σκύλος του Ωρίωνα δυσοίωνο σημάδι
στα όνειρα των ναυτικών γεννά νεκρό τον νόστο
όπως τα πλοία τα Φαιακικά σιγόπλεαν χωρίς οιακοστρόφο
(στην σκέψη και στην πρόθεση υπόλογα και μόνο)
κι εσύ Αγνή ταξίδεψες δίχως να ξεκινήσεις.
Μόλις εχθές πριν κοιμηθώ ένα φριχτό γαλάζιο μάτι
άστραψε και είπα όλοι φύγαν.
Τι βάσανο κι αυτό!
Εσύ μία φορά πέθανες και δυο εγώ εξανθρωπίζω
την ομορφιά του σώματος όταν πανηγυρίζει
είτε τον θρήνο συναντά σε αυτοσχέδιο ξόδι.
Δεν είν’ η μνήμη μου που σε κρατά
τ’ αποδημητικά πουλιά μοιάζουνε πάντα ίδια
σε κάθε πτήση και σεργιάνισμα ο ίδιος επιβάτης
η ίδια βρώμικη χαρά η ίδια περιπέτεια
όπως αρρώστεια παιδική σε σήκωσε κι εσένα
ένα κουφό παράπονο
θεατρικό και πήγες.
Πανοπλία
Σαν άστρο πολιορκητικό
έλυσε τα θεμέλια της ζωής
ο ολιγόζωος γιος της Θέτιδας.
Σε γύρους τρεις.
Όπως και τότε, ο ουρανός ακόμη φωτίζεται
από τα πρόσωπα των παιδιών του
που έσβησαν. Απολιθώματα μελλοντικά.
Το αγόρι που πέταξαν από τα τείχη ποτέ δεν θα
πεθάνει μια φορά.
Γέλιο
Σαν τα ποντίκια πια στριμώχνονται οι γελωτοποιοί στις τζαμαρίες
Το γέλιο κρύβει μιαν ιδιότητα αχνή και λυπημένη.Όταν γεννιέται και όταν πεθαίνει.
Τα παιδιά που γελούν ντροπαλά στις παγίδες της άμμου
το ξέρουν.
Ο στρατιώτης που μειδιά στo όπλο του το εννοεί.
Μία γυναίκα φωτεινή με νύχια δύσμορφα το επιβάλλει.
Στην στρογγυλή της γη ιχνεύοντας νερό επί ματαίω.
Εσύ όταν γελάς στον ύπνο σου
δεν βλέπεις.
Ποιο έντρομο ερωτηματικό αλέθεται στα δόντια σου
Κάτω απ’ το γέλιο.
Ημερολόγιο
Όταν δοκιμάζεις να μετρήσεις τις μέρες που μέτραγες μίαν ευθύνη
μαζεύεσαι τόσο πολύ που μοιάζεις άμμος σε γροθιά.
Περαστικό
Ακούς τους διαλόγους να τρέχουν. Μέσα σε τάξεις, αίθουσες και κινητά.
Ακούς τους ανθρώπους να φεύγουν. Κι αν ήταν πολλοί.
Όταν θα λείψεις και εσύ τίποτε από αυτά δεν θα ριζώσει.
Η άνοιξη θ’ ανοίγεται το ίδιο ανθοφόρα
Ο άνεμος θα πνέει νηπενθής
Αυτός που σε αγάπησε θα χαμηλώσει λίγο
την φωνή
του
Μα πώς αλλιώς φρεσκάρεται η ζωή;
Οστά εφεδρικά στην ραχοκοκαλιά του γερο-εφευρέτη.
Έχουν την άναρχη απαντοχή των παιχνιδιών
Και την ασάλευτη αγριότητα των νόμων.
Εν εξελίξει
-Πρέπει να προλάβω την πτήση μου. Σε λίγο η πύλη θα κλείσει.
-Πρέπει να προλάβω την κρίση μου. Σε λίγο ο καιρός θα σφυρίξει.
Όσο πολύ και να βιαστείς η ύστερη στιγμή σε έχει προλογίσει.
Σαν μίτος αξεδιάλυτος δεμένης προσδοκίας.










Ακούς τους διαλόγους να τρέχουν. Μέσα σε τάξεις, αίθουσες και κινητά.
Ακούς τους ανθρώπους να φεύγουν. Κι αν ήταν πολλοί.
Όταν θα λείψεις και εσύ τίποτε από αυτά δεν θα ριζώσει.
Η άνοιξη θ’ ανοίγεται το ίδιο ανθοφόρα
Ο άνεμος θα πνέει νηπενθής
Αυτός που σε αγάπησε θα χαμηλώσει λίγο
την φωνή
του
Μα πώς αλλιώς φρεσκάρεται η ζωή;
Οστά εφεδρικά στην ραχοκοκαλιά του γερο-εφευρέτη.
Έχουν την άναρχη απαντοχή των παιχνιδιών
Και την ασάλευτη αγριότητα των νόμων.
Συμπαγές. Και διδακτικό. Θα έπρεπε να διαβάζεται κάθε πρωι από όλους. Κυρίως τους ποιητές…
“Οστά εφεδρικά στην ραχοκοκαλιά του γερο-εφευρέτη.”
Αυτό είμαστε…
Ή όπως το λέει και σε ένα στίχο ο Ο. Ιωάννου:
“Μα όταν θα κλέισεις, όταν θα τελειώσεις
Όταν διαβάσεις πολλά γραμμένα
Θα δεις πως όλα μπορούν να υπάρχουν
Να συνεχίζουν χωρίς εσένα”
Ας χαμηλώσουμε.