.!.

18362-121b37r8y3d_again3.jpg

Ι)

Χωρισμός

Ακροπατώ, ακροβατώ, ελπίζω στην ανάσταση
Δίχως ταφή και θρήνο
Χωρίς νεκροστολίσματα.
Τον έδωσες τον τελευταίο ασπασμό…

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που με σκέπασες.

ΙΙ)

Θες
Αίμα
Πηχτό
Κατακόκκινο
Μέσα στις φλέβες
Και τις αρτηρίες σου
Για να περάσει η αγάπη
Απʼ την καρδιά και το μυαλό
Και να διυλιστεί, να καθαρίσει
Να ζήσει, πριν ταξιδέψει στην αοριστία…

Θες
Ανάσες
Και ιδρώτες
Και πόρους δέρματος
Γλώσσες και ακροδάχτυλα
Και χίλιες περισσότερες αισθήσεις
Για να περάσει η ηδονή και να σταθεί
Αντάξια της προσδοκίας του απροσδόκητου
Σαν έρθει από μακριά όπως το κύμα και χτυπήσει
Τους λιμενοβραχίονες της ξέρας σου, πριν σκάσει και χαθεί αφρός…

ΙΙΙ)

Ευλογημένη έρημος
Κι εσύ αέρα της αβύσσου
Άλγος της λησμονιάς
Και πόνε των λυγμών
Συντρέχτε με
Μα μη μʼ αφήσετε εδώ να ακροπατώ
Στα χνάρια τα αχνά των άγιων ερώτων…
Ετρώθη το κορμί μου, αιμορράγησε
Και γέμισε της ηδονής τη στέρνα μέχρι πάνω
Τόσο που και να πιουν εφτά γενιές
Και πάλι δεν τελειώνει…

IV)

Ήλιου ανάσταση και γης αποθυμιά
Και των μαντείων ιεροί θεόσταλτοι χρησμοί
Αγγέλων όνειρα κι εσύ βουνών ηχώ
Δώστε μου εδώ που καρτερώ τις νύχτες των ερώτων
Τις ηδονές των αστεριών να πιω και να καρπίσω
Να προκαλέσω Θάνατο, να βγω να πολεμήσω
Και αντρειωμένος να διαβώ τις πύλες των ανθρώπων…

V)

Μνήμη στερνή άγριων ερώτων κύλησε στους μυς μου
Σαν των αντρειωμένων τις ύστατες ανάσες
Και πόρθησε κερκόπορτες του σώματος
Και άλωσε τους τελευταίους θύλακες αντίστασης
Και κούρσεψε του νου τις αντοχές
Στων ηδονικών μαχών τα ιδρωμένα πεδία
Τόσο που και ο Εφιάλτης τα ʼχασε και αρνήθηκε
Να πορευτεί με του εχθρού τη θέληση…

VI)

Από το χέρι της καρδιάς με τράβηξες,
με κάθισες στη σέλα του παράλογου
και προς το φως καλπάσαμε.
Άοπλοι, μάτια τυφλά, νώτα ακάλυπτα
στις σφαίρες της συνήθειας…
Να πληγωθείς θανάσιμα δεν το ʼλεγα
ούτε να μείνω εγώ να γλείφω
τραύματα αιμάσσοντα…
Αίματος αλμύρα σε διψασμένου στόμα
δε βαστιέται.

VII)

Προσαρμόσαμε την αφοσίωση
στης μέσα τσέπης της συνήθειας τις διαστάσεις
για να χωράνε
τα ψιλά του έρωτα
και να τα ανασύρουμε
στις αγοραίες συναλλαγές
της συναισθηματικής ισοτιμίας μας…

VIII)

Είχε μελαγχολία κρεμασμένη στο λαιμό
Να τον φυλάει από την ευτυχία
Των Άλλων
Κι όλο την άγγιζε με το δεξί
Κι ευχόταν να τηρηθούν
Οι συμφωνίες της ζωής του.

IX)

Δεν αποτέλεσα ποτέ ιδανικό προορισμό αγάπης
Κι ας είχα τʼ ακρογιάλια μου ανοιχτά
Τους ουρανούς μου ξάστερους
Και τους ανέμους μου δεμένους στα μαντίλια.
Τώρα τα κύματα σαρώνουν τις ακτές μου
Οι μπόρες πλημμυρίζουν τα αυλάκια μου
Πίνω νερό, αφυδατώνομαι μα ο πνιγμός αργεί
Αφού ορίζω το ηλιόφως της ελπίδας…

X)

Σώμα ασπρισμένο στον αφρό
η ποίηση
ρούχο πλυμένο μʼ αίμα
η αγάπη
σκουρόχρωμη κηλίδα απελπισίας
η ανάμνηση
να ζωγραφίζει τις πορείες των ζωντανών
πάνω στις ευτυχίες μακάριων πεθαμένων
–
με ποίηση κι αγάπη κι αναμνήσεις
λάθε βιώσας

XI)

Δε θʼ απολογηθώ για μυρωδιές
που έκρυψα στις τσέπες μου
γιʼ ανασαιμιές ονείρων
που έκλεψα μικρός
για τους ρυθμούς
που μεταλλάχτηκαν
στα χρόνια μου
και γίνανε
αισθήσεις ασθενείς.
Ούτε συγνώμη θα ζητήσω
για τα χρώματα που βάφτηκα
κι από αρχάγγελος εξέπεσα στη γη
– τότε που άρχισα
για των φτερών μου τις δυνάμεις
να αμφιβάλλω.
Μέσα από την αμφιβολία μου αναστήθηκα
και σαν αλήθεια έζησα
την έξοδό μου
απʼ τον παράδεισο.

Ο Γιώργος Γιαννούσης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Βυζαντινή Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1996 αποφοίτησε από τη δραματική σχολή Βεάκη και για αρκετό διάστημα εργάστηκε ως επαγγελματίας ηθοποιός και ως καθηγητής Ιστορίας Θεάτρου, Κινηματογράφου και Τηλεόρασης σε δημόσιες επαγγελματικές σχολές. Παράλληλα, δίδαξε θεατρικό παιχνίδι και καλλιέργεια εκφραστικών μέσων σε δασκάλους και καθηγητές. Σήμερα είναι υπεύθυνος εκδόσεων στην Εμπειρία Εκδοτική.
Έχει εκδώσει το παιδικό ημερολόγιο με τίτλο “Το πρώτο μου… ημερολόγιο”, επιμελείται το ετήσιο ημερολόγιο ποίησης “Κι εγώ θα σʼ αγαπάω κάθε μέρα”, ενώ διήγημά του περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Το λιμάνι της ζωής μου”.