
Ι)
Χωρισμός
Ακροπατώ, ακροβατώ, ελπίζω στην ανάσταση
Δίχως ταφή και θρήνο
Χωρίς νεκροστολίσματα.
Τον έδωσες τον τελευταίο ασπασμό…
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που με σκέπασες.
ΙΙ)
Θες
Αίμα
Πηχτό
Κατακόκκινο
Μέσα στις φλέβες
Και τις αρτηρίες σου
Για να περάσει η αγάπη
Απʼ την καρδιά και το μυαλό
Και να διυλιστεί, να καθαρίσει
Να ζήσει, πριν ταξιδέψει στην αοριστία…
Θες
Ανάσες
Και ιδρώτες
Και πόρους δέρματος
Γλώσσες και ακροδάχτυλα
Και χίλιες περισσότερες αισθήσεις
Για να περάσει η ηδονή και να σταθεί
Αντάξια της προσδοκίας του απροσδόκητου
Σαν έρθει από μακριά όπως το κύμα και χτυπήσει
Τους λιμενοβραχίονες της ξέρας σου, πριν σκάσει και χαθεί αφρός…
ΙΙΙ)
Ευλογημένη έρημος
Κι εσύ αέρα της αβύσσου
Άλγος της λησμονιάς
Και πόνε των λυγμών
Συντρέχτε με
Μα μη μʼ αφήσετε εδώ να ακροπατώ
Στα χνάρια τα αχνά των άγιων ερώτων…
Ετρώθη το κορμί μου, αιμορράγησε
Και γέμισε της ηδονής τη στέρνα μέχρι πάνω
Τόσο που και να πιουν εφτά γενιές
Και πάλι δεν τελειώνει…
IV)
Ήλιου ανάσταση και γης αποθυμιά
Και των μαντείων ιεροί θεόσταλτοι χρησμοί
Αγγέλων όνειρα κι εσύ βουνών ηχώ
Δώστε μου εδώ που καρτερώ τις νύχτες των ερώτων
Τις ηδονές των αστεριών να πιω και να καρπίσω
Να προκαλέσω Θάνατο, να βγω να πολεμήσω
Και αντρειωμένος να διαβώ τις πύλες των ανθρώπων…
V)
Μνήμη στερνή άγριων ερώτων κύλησε στους μυς μου
Σαν των αντρειωμένων τις ύστατες ανάσες
Και πόρθησε κερκόπορτες του σώματος
Και άλωσε τους τελευταίους θύλακες αντίστασης
Και κούρσεψε του νου τις αντοχές
Στων ηδονικών μαχών τα ιδρωμένα πεδία
Τόσο που και ο Εφιάλτης τα ʼχασε και αρνήθηκε
Να πορευτεί με του εχθρού τη θέληση…
VI)
Από το χέρι της καρδιάς με τράβηξες,
με κάθισες στη σέλα του παράλογου
και προς το φως καλπάσαμε.
Άοπλοι, μάτια τυφλά, νώτα ακάλυπτα
στις σφαίρες της συνήθειας…
Να πληγωθείς θανάσιμα δεν το ʼλεγα
ούτε να μείνω εγώ να γλείφω
τραύματα αιμάσσοντα…
Αίματος αλμύρα σε διψασμένου στόμα
δε βαστιέται.
VII)
Προσαρμόσαμε την αφοσίωση
στης μέσα τσέπης της συνήθειας τις διαστάσεις
για να χωράνε
τα ψιλά του έρωτα
και να τα ανασύρουμε
στις αγοραίες συναλλαγές
της συναισθηματικής ισοτιμίας μας…
VIII)
Είχε μελαγχολία κρεμασμένη στο λαιμό
Να τον φυλάει από την ευτυχία
Των Άλλων
Κι όλο την άγγιζε με το δεξί
Κι ευχόταν να τηρηθούν
Οι συμφωνίες της ζωής του.
IX)
Δεν αποτέλεσα ποτέ ιδανικό προορισμό αγάπης
Κι ας είχα τʼ ακρογιάλια μου ανοιχτά
Τους ουρανούς μου ξάστερους
Και τους ανέμους μου δεμένους στα μαντίλια.
Τώρα τα κύματα σαρώνουν τις ακτές μου
Οι μπόρες πλημμυρίζουν τα αυλάκια μου
Πίνω νερό, αφυδατώνομαι μα ο πνιγμός αργεί
Αφού ορίζω το ηλιόφως της ελπίδας…
X)
Σώμα ασπρισμένο στον αφρό
η ποίηση
ρούχο πλυμένο μʼ αίμα
η αγάπη
σκουρόχρωμη κηλίδα απελπισίας
η ανάμνηση
να ζωγραφίζει τις πορείες των ζωντανών
πάνω στις ευτυχίες μακάριων πεθαμένων
–
με ποίηση κι αγάπη κι αναμνήσεις
λάθε βιώσας
XI)
Δε θʼ απολογηθώ για μυρωδιές
που έκρυψα στις τσέπες μου
γιʼ ανασαιμιές ονείρων
που έκλεψα μικρός
για τους ρυθμούς
που μεταλλάχτηκαν
στα χρόνια μου
και γίνανε
αισθήσεις ασθενείς.
Ούτε συγνώμη θα ζητήσω
για τα χρώματα που βάφτηκα
κι από αρχάγγελος εξέπεσα στη γη
– τότε που άρχισα
για των φτερών μου τις δυνάμεις
να αμφιβάλλω.
Μέσα από την αμφιβολία μου αναστήθηκα
και σαν αλήθεια έζησα
την έξοδό μου
απʼ τον παράδεισο.
Ο Γιώργος Γιαννούσης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Βυζαντινή Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1996 αποφοίτησε από τη δραματική σχολή Βεάκη και για αρκετό διάστημα εργάστηκε ως επαγγελματίας ηθοποιός και ως καθηγητής Ιστορίας Θεάτρου, Κινηματογράφου και Τηλεόρασης σε δημόσιες επαγγελματικές σχολές. Παράλληλα, δίδαξε θεατρικό παιχνίδι και καλλιέργεια εκφραστικών μέσων σε δασκάλους και καθηγητές. Σήμερα είναι υπεύθυνος εκδόσεων στην Εμπειρία Εκδοτική.
Έχει εκδώσει το παιδικό ημερολόγιο με τίτλο “Το πρώτο μου… ημερολόγιο”, επιμελείται το ετήσιο ημερολόγιο ποίησης “Κι εγώ θα σʼ αγαπάω κάθε μέρα”, ενώ διήγημά του περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Το λιμάνι της ζωής μου”.










Mε την ποίηση του κ. Γιαννούση παθαίνω κάτι που μου συμβαίνει μόνο όταν αναγνωρίζω κάτι αληθινό.
Εννοώ γι αυτό το μούδιασμα στο στομάχι, το χάσιμο του βλέμματος μου για ώρα από την καθημερινότητα.
Γεμίσαμε συγγραφείς και ποιητάδες σ’αυτό το τόπο.
Οι αληθινοί όμως ξεχωρίζουν από μακριά.
Εύχομαι να συνεχίσεις να δίνεις τέτοια μικρά αριστουργήματα.
Καλή συνέχεια στο μακρύ και δύσκολο ταξίδι που διάλεξες από επιλογή.
Να σαι πάντα καλά και να γράφεις
Ποίηση έντιμη. Μουσικότητα, ήχοι και τρόποι που συνεχίζουν ένα ταξίδι τόσο παλιό όσο οι φυλογενετικές μας ρίζες, τόσο τραγικό όσο η ύπαρξή μας και, εν τέλει, τόσο παράλογο όσο φαντάζει η αλήθεια σήμερα (ή μήπως πάντα;)… Καλή συνέχεια, Γιώργο, με ούριο άνεμο!
Eξ αφορμής του πρώτου ποιήματος, σκέφτομαι πόσο ανεπαρκής μπορεί να είναι η όποια επιτηδειότης (άλλη τη λένε επιτήδευση και άλλοι μανιέρα) (εν προκειμένω, η χρήση της εκφράσεως “ελαφρύ το χώμα που με σκέπασες”), όταν είναι αφόρητα μόνη μέσα στο ποίημα. Σύμφωνοι-ο δανεισμός μιας τυποποιημένης δυνατής εκφράσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως: να δέσει μεταξύ τους δύο στροφές ή δύο νοήματα ή να κλείσει με τη δέουσα ένταση μια χτισμένη αγωνία. Εδώ, όμως, με τι συνδυάζεται; Τον τελευταίο ασπασμό; Την κοινή, κοινότατη ακροβασία; Τα ακροπατήματα; Όλο το ποίημα είναι ο τελευταίος στίχος-μια φράση που βρίσκεται στα χείλη όλων.
Μου άρεσε πολύ το δίστιχο
“Αίματος αλμύρα σε διψασμένου στόμα
δε βαστιέται”. Βρίσκω ενδιαφέρουσα και αξιοποιήσιμη την επιμονή στις εκδοχές του ύδατος: κύμα, αίμα, αφρός, δίψα…νιώθω να συμπλέω με το σωματικό στοιχείο.
Αυτό που μου συμβαίνει διαβάζοντας τα ποιήματα του Γιώργου είναι να βρίσκομαι σ΄ εκείνο το ονειρικό τοπίο που σκιαγραφεί εισπνέοντας ακατάπαυστα, ακούραστα, εξαντλητικά ωραία τις λέξεις. “Δεν αποτέλεσα ποτέ ιδανικό προορισμό αγάπης…” Αριστουργηματικό! “Ευλογημένη έρημος/ κι εσύ αέρα της αβύσσου/άλγος της λησμονιάς/και πόνε των λυγμών/συντρέχτε με…. Είναι εκπληκτική η ικανότητά του να δημιουργεί δυνατές εικόνες γεμάτες συναίσθημα προβάλλοντας τον έρωτα όπως του αρμόζει σ΄ έναν ανεμοστρόβιλο από αφρούς, κύματα, αέρα και σκόνη της ερήμου, στοιχεία που σαρώνουν, εκτινάσσουν, στροβιλίζουν και υποτάσσουν τις αισθήσεις. Ένας ποιητής που ξέρει να γράφει, χρησιμοποιώντας τον πλούτο της γλώσσας μας, τη χαρισματική του διαίσθηση και την ικανότητα να είναι αληθινός. Μπράβο! Καλοτάξιδα. Περιμένουμε κι άλλα.
Είχα μέρες να μπω στο poiein και είδα ότι έχουν γίνει πολλές και ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις. Τα ποιήματα του Γιαννούση που διάβασα μου άρεσαν. Έχουν τρυφερότητα, νοσταλγία, υπόγεια ένταση, διακειμενικότητα (όπου όμως τα διαβάσματα είναι καλοχωνεμένα) και εξαιρετική εικονοποία. Έχουν μια σπάνια ευαισθησία και μια λυρική αθωότητα. Στο βιογραφικό του δεν φαίνεται να έχει εκδώσει κάποια ποιητική συλογή. Τι κρίμα!
Σου εύχομαι να συνεχίσεις έτσι το ταξίδι σου στη χώρα της γραφής και αυτή την εντιμότητα που την ονομάζω ΦΩΣ να συνεχίσεις να τη δίνεις αντίδωρο στους απλούς που ακουμπούν στις εκκλησίες της ποίησης και της καρδιάς τους .
Σ΄ευχαριστώ .
“Και μεις αφεθήκαμε εδω,
νεκρές φωτιές
Στείρων Ήλιων
ποθώντας
ζωντανοί να γεννηθούμε
στη σκοτεινή
πλευρά του Φεγγαριού”
κ.Γιαννούση αν η ποίηση
έχει σκοτεινή πλευρά
είστε το βελούδινο σκέπασμά της
Ευγε
Με Εκτίμηση
_Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
Από όλα (και τα Ι, III και VII που αυτήν την ώρα ξεχωρίζω) με κερδίζει αυτή η κυμάτωση του δευτέρου ποιήματος.
Σαν σχήμα που εντείνει αυτό που θέλει να πει. Να ξεκινάει από το μικρότατο και να καταλήγει στην κορυφή του, ξανά και ξανά.
Και κρυμμένες λεξούλες συμπτυγμένου νοήματος (αοριστία, χαθεί αφρός) κι αυτή η “προσδοκία του απροσδόκητου” που όλοι, λίγο ή πολύ, σε αυτήν ελπίζουν. Σαν να’ναι το αλάτι. Η νοστιμιά. Κάτι από την αλμύρα αυτού του κύματος να απομείνει όταν περάσει κι όταν “χαθεί αφρός”
Ωραίος, βατός, κατανοητός.
Θα διάβαζα ευχαρίστως και άλλα του.
ΥΓ. να ευχηθώ κάτι στον κ.Γιαννούση, Οι έπαινοι που τυχόν θα εισπράττει στο διάβα του να είναι εντελώς ανεξάρτητοι με την έκδοσή του ημερολογίου ποίησης που -καθώς διαβάζω- έχει την επιμέλεια. Και στον κάθε κύριο Γιαννούση, που γράφει ποιήματα και ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει σαν βήμα για άλλους…
(παρακαλώ, δεν υπαινίσσομαι τίποτε για τα ανωτέρω σχόλια. Θέλω να πιστεύω ότι ο χώρος είναι καθαρός παρομοίων βλέψεων. Απλώς ο ρόλος του ποιητή και ο ρόλος του ανθολόγου συνδυάζονται δύσκολα)
Διάβασα και ξαναδιάβασα και ξαναδιάβασα τα ποιήματα του κ. Γιαννούση. Μου άρεσαν πάρα, μα πάρα πολύ. Είναι υπέροχα, καταπληκτικά, λυρικότατα , άκρως ερωτικά και καλοδουλεμένα με μια αξιοθαύμαστη συγγραφική ευσυνειδησία!!!!
Η εξαιρετική ευαισθησία τους με άγγιξε, με συγκίνησε, με συγκλόνισε….Τόσο πολύ που ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα να κατακλύζει όχι μόνο την ψυχή αλλά και τη σκέψη και τον λογισμό μου, μια πρωτόγνωρη ευχαρίστηση ανακαταμένη με πόνο και γλύκα μαζί!!! Κάπως, αταίριαστο θα μου πείτε…..Πόνος και γλύκα?
” Κι όμως, ταιριάζουν, θα το δείτε, αν την ψυχή του ποιητή κάποια στιγμή αφουγκραστείτε. …
Ξέρει στην άγια του γροθιά όνειρα σπάνια να κρατάει, ξέρει του κόσμου τα καλά, για κείνα μαρτυράει….
Ξέρει στο βούρκο, με χαρά, λουλούδια άσπρα να σκορπάει, μεσ’ τα σκοτάδια, σαν φωτιά, για ήλιους πάντα τραγουδάει!!
Και η φωνή του αντιλαλιά απ’ του ΩΡΑΙΟΥ την πανάρχαια μιλιά, ποιός? να κατάλαβε , ρωτά, αυτά όπου ζητάει…..”
Διάβασα τα ποιήματα του κ.Γιαννούση με πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερη προσοχή. Τί να πώ? Δεν βρίσκω λόγια για να του εκφράσω τον θαυμασμό μου.!!! Έμεινα κατάπληκτη με την τελειότητα της γραφής του, με τον υπέροχο λυρισμό του, με την ωραιότητα των συναισθημάτων του, την πολύχρωμη ομορφιά των εικόνων του, το πλήθος των κατάλληλων λέξεων, τη σωστή ταξινόμηση των σκέψεων και των ακούραστων στοχασμών του, την ποιότητα των νοημάτων του, με τον ερωτικό ήχο των στίχων του, καθώς περιστρέφονται , έμμετρα , γύρω από το ίδιο νοητό κέντρο, ακολουθώντας αρμονικά το ρυθμό της έντονης λυρικής του διάθεσης , με το άριστο γλωσσικό του ύφος όπου εναλλάσονται , έντεχνα , η δωρική μεγαλοπρέπεια των αρχαίων κειμένων και η λαμπρότητα της βυζαντινής υμνολογίας, με τον μεστό του λόγο, τον βατό αλλά όχι κοινότυπο, τον δυναμικό αλλά και ευαίσθητο, τον ρεαλιστικό αλλά και μεταφορικό συγχρόνως, τον άλλοτε ευθύ και άλλοτε αλληγορικό, τον ρομαντικό αλλά και τραγικό …. Τον,γενικά, εξαιρετικό ποιητικό του λόγο με τον οποίον προσεγγίζει τον ΕΡΩΤΑ σε όλες τις μορφές του. Τον εξιδανικεύει , τον αποθεώνει-αποθεώνοντας έτσι την ίδια τη ζωή και το θάνατο- , και τον μετουσιώνει δίνοντας του μια υπέρτατη πνευματική διάσταση!!! Εύχομαι όλη η ζωή του να είναι γεμάτη από τέτοιες αξιόλογες πνευματικές δημιουργίες. Καλή του επιτυχία.
Διάβασα αρκετές φορές τα ποιήματά σου κι από την πρώτη κιόλας ανάγνωση ξεχώρισα κάποιους στίχους, τους απομόνωσα κατά κάποιον τρόπο. Τους είδα όπως εγώ ήθελα να τους δω, τους έζησα έτσι όπως εγώ επιθυμούσα να τους ζήσω, τους ερμήνευσα έτσι όπως εγώ ζητούσα να τους ερμηνεύσω . Σωστά ή λάθος….Ίσως γιατί αυτοί οι συγκεκριμένοι στίχοι κέντρισαν αυτοστιγμής όλες τις αισθητήριες χορδές της ψυχής μου γεννώντας πολλά και ποικίλα αισθήματα – συναισθήματα . Ένα παράπονο δίκαιο π.χ. ” Δεν αποτέλεσα ποτέ ιδανικό προορισμό αγάπης
Κι ας είχα τʼ ακρογιάλια μου ανοιχτά
Τους ουρανούς μου ξάστερους” , τον απαισιόδοξο φόβο του θανάτου αλλά και την αισιόδοξη προσδοκία της ανάστασης “Ακροπατώ, ακροβατώ, ελπίζω στην ανάσταση” ,την αγωνία της παράκλησης ” Ευλογημένη έρημος
Κι εσύ αέρα της αβύσσου Άλγος της λησμονιάς
Και πόνε των λυγμών Συντρέχτε με” , το δέος της υπέρβασης “Και γέμισε της ηδονής τη στέρνα μέχρι πάνω Τόσο που και να πιουν εφτά γενιές
Και πάλι δεν τελειώνει…” , την ελπίδα της προσμονής “Ήλιου ανάσταση και γης αποθυμιά
Και των μαντείων ιεροί θεόσταλτοι χρησμοί
Αγγέλων όνειρα κι εσύ βουνών ηχώ
Δώστε μου εδώ που καρτερώ τις νύχτες των ερώτων
Τις ηδονές των αστεριών να πιω και να καρπίσω” , τη δύναμη της αντοχής “Πίνω νερό, αφυδατώνομαι μα ο πνιγμός αργεί
Αφού ορίζω το ηλιόφως της ελπίδας…”
Ίσως πάλι γιατί αυτοί οι στίχοι γέμισαν τα μάτια μου με χρώματα και εικόνες που εσύ ο ΠΟΙΗΤΗΣ με βοήθησες να πλάσω. “Από το χέρι της καρδιάς με τράβηξες,με κάθισες στη σέλα του παράλογου
και προς το φως καλπάσαμε.” , “Άοπλοι, μάτια τυφλά, νώτα ακάλυπτα…” , “Σώμα ασπρισμένο στον αφρό η ποίηση”, “σκουρόχρωμη κηλίδα απελπισίας η ανάμνηση” , “Δε θʼ απολογηθώ για μυρωδιές που έκρυψα στις τσέπες μου γιʼ ανασαιμιές ονείρων που έκλεψα μικρός”, “Και τους ανέμους μου δεμένους στα μαντίλια.”
Σ’ ευχαριστώ για τα συναισθήματα, για τις εικόνες, για τα χρώματα!!!! Καλή συνέχεια.
Το αυστηρό του βλέματός σου και της φωνής σου ξεθώριασε. Έγινε ο ήχος μιας καμπάνας στο ξωκλήσι του προφήτη Ηλία όσο εγώ κάθομαι στην αμμουδιά, κι έχω “στον ασπρισμένο αφρό την άγια ποίησή σου. Πόσο σ’ ευχαριστώ και πόσο σε αγαπάω που μου δείχνεις την ευαίσθητη πλευρά της ψυχούλας σου μέσα από τους τέλοιους στίχους σου.
Συνέχισε φίλε.
Όμορφη ποίηση, τρυφερών εικόνων και πλούσιων συναισθημάτων.